Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

Σεραφίτους

Βλέπει τα πάντα αλλά δεν μπορεί να τ'αγγίξει. Μπορεί ν'αναγνωρίσει την όψη, το σχήμα, το χρώμα, να δώσει όλες τις μικρές, σημαντικές κι ασήμαντες, λεπτομέρειες. Να υπολογίσει τον όγκο που καταλαμβάνουν με μαθηματική ακρίβεια, να περιγράψει ακόμα και την παραμικρή πτυχή τους, τον τρόπο που αναπτύσονται στον χώρο. Κάποιες φορές είναι σίγουρος ότι μπορεί να καταλάβει ακόμα και το άρωμα ή τη γεύση. Αλλά δεν γεύεται, ούτε οσφρίζεται.

Στέκεται μόνος, πάντοτε μόνος, και το βλέμμα του αγκαλιάζει το σύμπαν. Διαγράφει τις τροχιές των πλανητών, ανακαλύπτει καινούργιους γαλαξίες, ξεκλειδώνει ένα ένα μυστήρια του σύμπαντος, άγνωστα στον ανθρώπινο νου. Βυθίζεται σε μαύρες τρύπες και αναδύεται από αυτές λαμπρότερο από ποτέ, ολόφωτο. Φωτιά κι ο ίδιος, φωτιά γαλάζια, φωτιά ψυχρή, φωτίζει μα δεν φωτίζεται, ζεσταίνει μα δεν ζεσταίνεται. Δεν αγγίζει, ούτε αγγίζεται.

Ακούει κάθε χτύπο της καρδιάς, το άγγιγμα του χεριού στο σώμα που παλλόμενο υποχωρεί μ'έναν λυγμό. Ψίθυρους από χείλια ερωτικά, λόγια σαγήνης, ηδονής, λόγια αληθινά και λόγια απατημένα. Ο ήχος της νύχτας απλώνεται στα στενοσόκακα της πόλης, στις λεωφόρους, στις κουπαστές των πλοίων και πέρα από τη θάλασσα, τα δάση, τα βουνά, στους λαβυρίνθους του μυαλού του. Ανοίγει το στόμα, δόντια λευκά, ιδρωμένα, απεγνωσμένα να φωνάξουν. Ουρλιάζει, μα δεν ακούγεται.

0 έβαλαν ένα χεράκι: