Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παρορμήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παρορμήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 15 Ιουλίου 2010

Ένα πάρτυ... κάποτε

Όσο η Μούσα γίνεται όλο και περισσότερο... λιγότροπη και η ζέστη δεν αφήνει ζωτικό χώρο για σκέψη, τόσο περισσότερο καταφεύγω στη μουσική για λίγη δροσιά.

Εν τω μεταξύ, σήμερα, από το πρωί μου έχει κολλήσει στο μυαλό αυτός ο πρωτοεφηβικός έρωτας




Και το ένα φέρνει τ'άλλο και θυμάμαι παιδικά πάρτυ.

Η Ελένη τα έφτιαξε με τον Γιάννη και η Μαρίνα, που τον αγαπούσε πριν την Ελένη, κλαίει στη ντουλάπα και είναι η ώρα να χορέψουμε "μπλουζ" κι εγώ θέλω να χορέψω με τη Μαρίνα, αλλά αυτή δεν βγαίνει με τίποτα κι έρχεται η Γεωργία και με παίρνει από το χέρι να χορέψουμε, αλλά εγώ δεν θέλω, όμως αυτή επιμένει και με φιλάει στο μάγουλο και χορεύουμε




αλλά εμένα μου αρέσει το καινούργιο του Πρινς




και αυτός ο χαζός ο ξάδελφος της Μπέτυ, που παίζει μουσική, και πάει στο γυμνάσιο δεν το βάζει και σε λίγο θα ανάψουν τα φώτα για την τούρτα και η Μαρίνα δεν έχει βγει ακόμα κι εγώ δεν θα χορέψω μαζί της ποτέ.

Ποτέ...

Και, "να ζήσεις Μπετούλα και χρόνια πολλά..." και μετά αρχίζει πάλι η μουσική, πιο γρήγορη αλλά εμείς προτιμάμε την τούρτα και τα πατατάκια και ο χαζός ο Βαγγέλης έχει βάλει δυο γαριδάκια στη μύτη του και τα κορίτσια χαζογελάνε γιατί ο Βαγγέλης αρέσει σε όλες, ακόμα κι όταν κάνει τέτοια σιχαμένα και η μουσική παίζει




κι εγώ έχω αρχίσει και βαριέμαι και κάποιος λέει να παίξουμε μπουκάλα, αλλά τα κορίτσια σιχαίνονται και δεν θέλουν και η Μαρίνα βγήκε από τη ντουλάπα και τα έφτιαξε με αυτόν τον χαζό, τον Βαγγέλη, που έβαζε τα γαριδάκια στη μύτη, αλλά εμένα δεν με πειράζει γιατί είμαι και παλιοεγωίσταρος, που λέει και η μαμά μου και η Γεωργία μ'αγαπάει και είναι και πιο όμορφη και καλύτερη και η μαμά της φτιάχνει την καλύτερη σπανακόπιτα (μετά τη μαμά μου φυσικά).

Ήρθε η ώρα να φύγουμε, θα μας πάρει ο μπαμπάς του Μάριου, του διπλανού μου, που είναι ήδη κάτω και χτυπάει το κουδούνι, παίρνω τη Γεωργία από το χέρι, ακολουθώ τον Μάριο στο ασανσέρ και το τραγούδι μας αποχαιρετάει




Και μετά ήρθε το καλοκαίρι και τον Σεπτέμβρη ήμασταν, ξανά, όλοι εκεί. Όλοι εκτός από τη Γεωργία, που αρρώστησε και δεν ξαναήρθε ποτέ στο σχολείο. Και τώρα, καμμιά φορά που την βλέπω στον δρόμο ντρέπομαι να της μιλήσω γιατί ήμουν παιδί και δεν άντεχα την παραμόρφωση της. Και θέλω να της πω ότι, τώρα, καταλαβαίνω, τώρα, δεν με πειράζει, αλλά χαμηλώνω το βλέμμα και επιταχύνω το βήμα. Όχι για να την αποφύγω, αλλά για να αποφύγω εμένα...

Τετάρτη 7 Ιουλίου 2010

Το Όνομα μου είναι Τριάντα Έξι

Δεν μ’εξουσιάζουν. Είναι εκεί, όμως. Μέσα σ’αυτά τα μικρά, ξεπλυμένα καφετί φινιστρίνια, που δίνουν θέα στο πέλαγος. Αλλάζουν το χρώμα και τη σύσταση του, τη γεύση του. Χωρίζουν τη θάλασσα και μου δείχνουν τον πυθμένα. Αγαλλιάζω μα εκείνοι αποχωρούν χορεύοντας. Κατολισθαίνουν στ’αμπάρια, καταλαμβάνουν την κουπαστή, αλλά όχι τη γέφυρα. Δεν μ’εξουσιάζουν…

Δεν με ορίζουν. Μα καθορίζουν την όψη. Μαυρίζουν το άσπρο, ασπρίζουν το μαύρο, γέρνουν τους ώμους, χαμηλώνουν τα βλέφαρα. Μέρα με τη μέρα, αυξάνονται και πληθύνονται. Προστίθενται δεν πολλαπλασιάζονται. Κι εγώ αντιστέκομαι. Τους πολεμώ έναν έναν κι όλους μαζί. Tους εξοντώνω, μα ποτέ μέχρις εσχάτων. Επανέρχονται κάθε πρωί. Μέσα σ’αυτά τα μικρά φινιστρίνια. Πυροδοτούν τη μέρα μου, χαράζουν την τροχιά μου. Αυτοί και όχι η αδράνεια του σύμπαντος, μα δεν με ορίζουν…

Δεν μεμψιμοιρώ. Εγώ είμαι ο Καπετάνιος. Το πλήρωμα μου με ακολουθεί. Πάντα πιστό. Πάντα σε εγρήγορση. Πάντα δικό μου. Πάντα νικητές.

Εν βρασμώ ψυχής, λοιπόν, ξανασυστήνομαι.

Το όνομα μου είναι Έξι…

-----------------------------------------------------------------------------------
καὶ ἐπηρώτα αὐτόν• Τί ὄνομά σοι; καὶ ἀπεκρίθη λέγων• Λεγεὼν ὄνομά μοι, ὅτι πολλοί ἐσμεν.

Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο Κεφ. ε’ Στίχος 9

Τρίτη 29 Ιουνίου 2010

Uncle Sam

Ένα βιβλίο που δεν αξίζει να διαβαστεί δεύτερη φορά, δεν αξίζει να διαβαστεί ούτε την πρώτη... Το έχει πει κάποιος πριν από μένα? Δεν πειράζει. Το λέω κι εγώ...

Οπότε, πριν μεγαλοπιαστώ με αυτά που δεν θα με πάρει ο χρόνος να διαβάσω και δευτερη φορα, ξανάπιασα κάποια παλιά αγαπημένα, σκονισμένα στα πίσω ράφια της βιβλιοθήκης. Διάβασα δεύτερη φορά τους Νεκρούς και ενταφιάστηκα δίπλα σε έναν έρωτα ακριβοπληρωμένο μια βροχερή νύχτα. Δυο φορές ακόμα το Πέδρο Πάραμο και αφουγκράστηκα τους ψίθυρους και τις κραυγές των παρακείμενων τάφων.

Και τώρα ξαναδιαβάζω το Ο Μαλόν Πεθαίνει. Ο Μπέκετ είναι ο νονός μου. Όχι. Aυτός είναι ο Καμύ. Όταν τον πρωτοσυνάντησα, άλλαξα θρησκεία και όνομα...

Ο Μπέκετ είναι ένας μακρινός θείος. Σαν αυτούς τους θείους, που βρίσκεις σε κάποιες οικογένειες και κανείς δεν μιλά γι'αυτούς. Kι όταν το κάνουν, το κάνουν ψιθυριστά. Σαν μια αρρώστια που αν δεν ακουστεί δυνατά θα φύγει, και ο ταλαίπωρος κρεβατωμένος θα σηκωθεί ως ο παράλυτος της Βηθεσδά. Κι εσυ ρωτάς ποιος είναι αυτός ο θείος και πλάθουν ιστορίες μεγαλείου στις Αμέρικες και δεν μαθαίνεις ότι πήγε για τσιγάρα κι έφυγε ή ότι πήγε για τσιγάρα κι "έφυγε".

Κι όταν ο κόσμος τού του δίνει εξιτήριο κάθεσαι και κοιτάς αποχαυνωμένος αυτό το εξωτικό πλάσμα που ξέβρασε μια θάλασσα που ποτέ δεν γνώρισες κι ακούς μαγεμένος ιστορίες για χώρες που ποτέ δεν υπήρξαν και ξαφνικά ξέρεις ότι είσαι ο μόνος που τον αγαπάς κι ο μόνος που εκείνος αγαπάει, γιατί ποτέ δεν τον κατάλαβες κι αυτός ποτε δεν κατάλαβε εσένα. Κι αυτό σας φτάνει. Κι όταν πεθάνει, γιατί θα πεθάνει, όπως όλοι πριν και όλοι μετά, ξέρεις πως δεν θα κλάψεις

κι αρχίζεις να μιλάς σαν αυτόν και να κοιτάς σαν αυτόν και οι συγγενείς με βλέμμα επιτιμητικό κουνούν το κεφάλι σαν περιστέρια στο Σύνταγμα κι η μάνα σου κλαψουρίζει "σαν τα μούτρα του τον κατάντησε" και ο πατέρας σου καταριέται την ώρα και τη στιγμή, γιατί δεν έγινες γιατρός ή δικηγόρος ή στρατιωτικός, τέλος πάντων ρε αδελφέ, να έχεις ένα σίγουρο μισθό, να κάνεις οικογένεια. Κι αυτό το ένα, τα δύο, άντε το μισό ταλέντο που είχες δεν το καλλιέργησες, δεν το σπούδασες να το κάνεις δίπλωμα στον τοίχο και μετά να το πουλήσεις δυο δραχμές την οκά. Μόνο το έκανες όνειρο.

Ή εφιάλτη.

Δεν έχει σημασία.

Και περιφέρεσαι αδίκως, αναζητώντας και γράφοντας, γράφοντας και αναζητώντας και όταν βρίσκεις αυτό που αναζητάς, σε αποφεύγει, σε υποτιμά, γελάει παιχνιδιάρικα και κρύβεται ξανά. Κι εσένα δεν σε νοιάζει γιατί ο θείος σου, ο αγαπημενος σου θείος, σου άφησε ότι πιο πολύτιμο είχε. Τον πιο φτωχό θησαυρό που θάφτηκε ποτέ σε νησί...

--------------------------------------------------------------------------------
Με διακόπτω για να δηλώσω πως αισθάνομαι σε εξαιρετική φόρμα. Παραλήρημα ίσως.

Μαλόν

Σάββατο 26 Ιουνίου 2010

Αμερικάνικη νύχτα

Κάθομαι να γράψω. Για την ακρίβεια, ανασηκώνομαι, βάζω το λάπτοπ στα πόδια μου (αυτός άλλωστε δεν είναι ο σκοπός του?) και ξεκινάω. Λέω τώρα, ξεκινάω...

Κενό πάλι.

Βάζω μουσική, να χαλαρώσω. Cupid, draw back your bow and let your arrow go...



Τι φωνή, θεέ μου. Την ακούω και νιώθω ερωτευμένος. Χωρίς αντικείμενο έρωτας γίνεται? Όχι, μάλλον. Ανακαλώ κάποιες παλιές αγάπες. Κάτι μικρό. Την Χριστίνα, ας πούμε. Ταιριάζει και με το τραγούδι, δεν έγινε τίποτα μεταξύ μας... Τότε γιατί τη θυμάμαι ακόμα? Δώδεκα χρόνια μετά. Ας είναι... Άλλωστε να γράψω κάθισα. Για ενα χορό κι ενα γοβάκι. Κι ένα γάμο μετά...

Κατ.

Ο Sam συνεχίζει. At first I thought it was infatuation, but, oh, it lasted so long...



Ο χορός...

Μουσική, ρυθμός, δυο σώματα. Αυτά φτάνουν. Α, και κάπου να πατάνε, λίγος χώρος να στροβιλιστούν. Να ακουμπήσει, τυχαία, το χέρι στη μέση της κι αυτή να γείρει, πάλι τυχαία, το κεφάλι στον ώμο του. Να ανταμώσουν τα βλέμματα, ν'ακουμπήσουν τα χείλη, ανεπαίσθητα, σαν από λάθος. Να πλατύνουν τα στόματα, να βρεθούν, κάπου εκεί, στη μέση του σύμπαντος. Να ακουστεί ένας ψίθυρος και να σβήσει η μουσική...

Φοντί ανσενέ.

Ο Sam δίνει το καλύτερο word scatting που ηχογραφήθηκε ποτέ. I know, I know, I know, I love, love, love love, love you and you alone where meant for me. Please, give your loving, loving, loving, loving, loving, loving, loving, loving heart to me...



Το γοβάκι...

Μια υπόσχεση κολλημένη στην πίσσα του κεφαλόσκαλου. Ένα χαμόγελο, δειλό, βιαστικό σαν ένοχο χάδι. Βλέμματα, κρυφά, που διασταυρώνονται σαν από φόβο. Αρώματα βανίλιας και πράσινου τσαγιού. Ένα φευγαλέο άγγιγμα. Στόματα από κανέλλα και μαύρο ρούμι. Ψίθυροι υγροί. Σαν βουητό δυο λέξεις σε μία. Επιτέλους, ενότητα!!! Πύρρειος νίκη...

Φοντί ο νουάρ.

Ο Sam καταλήγει. We'll have our quarrels and you'll upset me, but what can I do...



Ένας γάμος...

Πως το έλεγαν οι παλιοί αριστεροί? Νόμιμη πορνεία. Κυνικοί μπάσταρδοι! Συμβιβασμός. Ναι, αυτό είναι πιο καλό. Λίγο τραχύ, αλλά πιο καλό. Δυο σώματα με εγωισμούς, έτοιμους να υποχωρήσουν υπό το βάρος... Μιας συνήθειας? Κάποιας ανάγκης? Μιας αγάπης που μπορεί να ξεστομίσει χωρίς φόβο, αλλά με περίσσιο πάθος "για πάντα"?

Για πάντα.

Να μια καλή ευχή.

Και μια κατάρα...

Χάπυ εντ.

-----------------------------------------------------------------------  
Αμερικάνικη Νύχτα: Οι τεχνικές που χρησιμοποιούνται στον κινηματογράφο για να δημιουργθεί μια νυχτερινή σκηνή κατά τη διάρκεια της ημέρας. Από εκεί και η ομώνυμη ταινία του Τρυφώ, που ουδεμία σχέση έχει με τη συγκεκριμένη ανάρτηση (πέραν του κοινού τίτλου).

Τετάρτη 23 Ιουνίου 2010

Του ποδαριού

Όταν περπατάω, σκέφτομαι. Είμαι σίγουρος ότι υπάρχει ένα μικρό δυναμό στα πόδια που φορτίζει τον εγκέφαλο και δεν μ'αφήνει να κάνω αλλιώς. Τον τελευταίο καιρό περπατάω πολύ. Ξανασυνατιέμαι με την πόλη που, κάποτε, άφησα και σκέφτομαι.

Όσο πιο αργά περπατάω, τόσο πιο χαλαρές γίνονται οι σκέψεις. Ήρεμες, κάπου κάπου γαλήνιες, σχεδόν στατικές. Σίγουρα ολοκληρωμένες, σε μια ευθεία, με αρχή, μέση και τέλος.

Καμμία έκπληξη.

Όταν, όμως, περπατάω γρήγορα, οι σκέψεις τρέχουν κι αυτές. Λέξεις, ατάκτως ερριμένες, ανακατεύονται με εικόνες, χρώματα, κίβδηλες αναμνήσεις και γίνονται ποτάμι. Ένα ποτάμι ζωογόνο, ορμητικό, θορυβώδες. Αισθάνομαι ότι γεννήθηκα μέσα σ'αυτή τη βουή. Γίνομαι κτήμα της. Μπαίνω στο νερό. Bγάζω όλον τον αέρα. Bυθίζομαι στον πυθμένα, όπως κάναμε μικροί, εκεί που το μπλε συναντά το μαύρο και οι μορφές τρεμοπαίζουν. Στέκομαι εκεί με τα μάτια ανοιχτά κι όταν πια δε μπορώ άλλο, αφήνω το σώμα μου ν'ανέβει, βίαια, στην επιφάνεια και μένω εκεί. Ώσπου να συναντήσω τη θάλασσα.

Ηλεκτρίζομαι!!!

Ίσως γι'αυτό τρέχω σπανίως...

------------------------------------------------------------------------------------
"Μια ιστορία πρέπει να έχει αρχή, μέση και τέλος... αλλά όχι απαραιτήτως σε αυτή τη σειρά"

Jean-Luc Godard

Τρίτη 22 Ιουνίου 2010

...

Ξαφνικά, επιθυμία για έκφραση. Το θέμα γνωστό, κάθε χρόνο εκεί. Κι οι λέξεις εκεί. Αρχικά στο μυαλό, μετά στο χαρτί. Μαύρες κουκίδες σε άσπρο φόντο.

Καλοκαίρι. Ζέστη. Ήλιος. Θάλασσα. Ίσκιος. Ραστώνη. Ελευθερία. Χρόνος. Ηρεμία. Επιθυμία. Έρωτας. Ευτυχία.

Ευτυχία...

Βαριές κουβέντες. Απ'την αρχή, ξανά. Μα κάτι... Δεν... Μια απουσία.

Καλολογικά στοιχεία. Λίγο χρώμα. Αυτά, ναι...

Έξυπνος άνθρωπος. Κοφτερό μυαλό. Αδέξιο χαμόγελο. Θλιβερό αστείο. Όλα καλά τώρα.

Υπέροχος. Ανυπόφορος. Καυτός. Αγαπημένος. Δροσερός. Διαβρωτικός. Απολαυστικός. Ανυπέρβλητος. Αναπάντεχος. Μεσημεριανός. Κλεμμένος. Ξιπασμένος.

Όλα στη θέση τους. Ανακάτεμα και πάλι από την αρχή...

Ανυπέρβλητο καλοκαίρι... Όχι. Πρώτα η λέξη, μετά το καλολογικό. Καλοκαίρι ανυπέρβλητο.

Καλύτερα τώρα.

Καλοκαίρι ανυπέρβλητο. Ζέστη απολαυστική. Ήλιος αναπάντεχος. Θάλασσα ανυπόφορη. Ίσκιος καυτός. Ραστώνη κλεμμένη. Ελευθερία ξιπασμένη. Χρόνος αγαπημένος. Ηρεμία δροσερή. Επιθυμία υπέροχη. Έρωτας μεσημεριανός. Ευτυχία διαβρωτική.

Όλα καλά καμωμένα. Μα, όχι. Πάλι κάτι... Δεν... Εκεί...

Αύριο πάλι. Καλύτερα...

Παρασκευή 4 Ιουνίου 2010

Dead Blogging

Βρίσκω τη λογική του Six Degrees Of Separation, λίγο φοβική. Κανείς δεν είναι μόνος στον κόσμο, όλοι έχουμε κάτι που μας ενώνει, μπλα μπλα μπλα... Βαρέθηκα.

Ως παιχνίδι, όμως, έχει πλάκα. Παίζω, λοιπόν, Six Degrees Of Separation στη μπλογκόσφαιρα. Άλλες φορές φέρνω εξάρες (οι υπόλοιπες εξάρες είναι στο μπλογκρολ μου), άλλες πάλι, πιο συχνά, ντόρτια (λινκ εδώ δεν έχει).

Βρίσκω αστείο το γεγονός ότι τις περισσότερες φορές πέφτω σε χιτομπλόγκια, όπου 50+ σχολιαστές αερίζουν και αερίζονται τον κοπανιστό αέρα του/της αεράτου/ης μπλόγκερ. Κάποια, λιγοστά, από αυτά είναι ενδιαφέροντα. Βρίσκω ακόμα πιο αστείο το γεγονός ότι η μπλογκόσφαιρα τείνει προς το άπειρο. Όλοι έχουμε κάτι να πούμε?

Σκέφτομαι εμένα. Ξεκίνησα τούτο το διάολο από μια ανάγκη επικοινωνίας, σε μια εποχή που δεν ημουν μόνος, αλλά μισός. Πήρα φόρα, έγινα επαϊων, τρομάρα μου, έδωσα λύσεις στα προβλήματα της εποχής, ξανά τρομάρα μου, βρήκα αναγνώστες-συνοδοιπόρους, έγινα αναγνώστης-συνοδοιπόρος, χάθηκα, βρέθηκα, ξαναχάθηκα, ξαναβρέθηκα...

Διαβάζω παλιότερες αναρτήσεις μου και για κάποιες αισθάνομαι υπερήφανος, ακόμα και για μερικές της, τότε, επικαιρότητας. Για άλλες πάλι όχι και τόσο. Κάποιες τις σιχάθηκα και τις έσβησα. Ήμουν εγώ που τα έγραφα όλα αυτά?

Έγινα μέρος των παράταιρων καιρών?

"Το παράλογο αποκτά νόημα μόνο όταν δεν συναινούμε σ'αυτό."
"Το παράλογο αποκτά νόημα μόνο όταν δεν συναινούμε σ'αυτό."
"Το παράλογο αποκτά νόημα μόνο όταν δεν συναινούμε σ'αυτό."
"Το παράλογο αποκτά νόημα...

Ξέχασα να απορώ.

Έδωσα απαντήσεις πριν ακόμα ακούσω την ερώτηση. Μερικές φορές έπεσα μέσα. Και λοιπόν? Ξέχασα να απορώ. Αυτό θα έπρεπε να είναι αρκετό για να με βάλει σε σκέψεις. Δεν μ'εβαλε.

Ξέχασα να σκεφτώ?

Η σκέψη φθείρει. Την ψυχή. Γι'αυτό σταματήσαμε να σκεφτόμαστε? Περιγράφουμε, σχολιάζουμε, στοχοποιούμε. Γράφουμε όπως μιλάμε, αλλά δεν μιλάμε όπως γράφουμε. Συναινούμε στο παράλογο, πρωταγωνιστές (ή κομπάρσοι) ενός αποστασιοποιημένου θεάτρου. Αναζητούμε τον άλλο, γιατί δεν υπάρχουμε επειδή σκεφτόμαστε, αλλά επειδή μας βλέπουν, μας διαβάζουν, μας σχολιάζουν.

Τελικά, η κόλαση είναι οι άλλοι, εμείς ή η σιωπή?