Εν τω μεταξύ, σήμερα, από το πρωί μου έχει κολλήσει στο μυαλό αυτός ο πρωτοεφηβικός έρωτας
Και το ένα φέρνει τ'άλλο και θυμάμαι παιδικά πάρτυ.
Η Ελένη τα έφτιαξε με τον Γιάννη και η Μαρίνα, που τον αγαπούσε πριν την Ελένη, κλαίει στη ντουλάπα και είναι η ώρα να χορέψουμε "μπλουζ" κι εγώ θέλω να χορέψω με τη Μαρίνα, αλλά αυτή δεν βγαίνει με τίποτα κι έρχεται η Γεωργία και με παίρνει από το χέρι να χορέψουμε, αλλά εγώ δεν θέλω, όμως αυτή επιμένει και με φιλάει στο μάγουλο και χορεύουμε
αλλά εμένα μου αρέσει το καινούργιο του Πρινς
και αυτός ο χαζός ο ξάδελφος της Μπέτυ, που παίζει μουσική, και πάει στο γυμνάσιο δεν το βάζει και σε λίγο θα ανάψουν τα φώτα για την τούρτα και η Μαρίνα δεν έχει βγει ακόμα κι εγώ δεν θα χορέψω μαζί της ποτέ.
Ποτέ...
Και, "να ζήσεις Μπετούλα και χρόνια πολλά..." και μετά αρχίζει πάλι η μουσική, πιο γρήγορη αλλά εμείς προτιμάμε την τούρτα και τα πατατάκια και ο χαζός ο Βαγγέλης έχει βάλει δυο γαριδάκια στη μύτη του και τα κορίτσια χαζογελάνε γιατί ο Βαγγέλης αρέσει σε όλες, ακόμα κι όταν κάνει τέτοια σιχαμένα και η μουσική παίζει
κι εγώ έχω αρχίσει και βαριέμαι και κάποιος λέει να παίξουμε μπουκάλα, αλλά τα κορίτσια σιχαίνονται και δεν θέλουν και η Μαρίνα βγήκε από τη ντουλάπα και τα έφτιαξε με αυτόν τον χαζό, τον Βαγγέλη, που έβαζε τα γαριδάκια στη μύτη, αλλά εμένα δεν με πειράζει γιατί είμαι και παλιοεγωίσταρος, που λέει και η μαμά μου και η Γεωργία μ'αγαπάει και είναι και πιο όμορφη και καλύτερη και η μαμά της φτιάχνει την καλύτερη σπανακόπιτα (μετά τη μαμά μου φυσικά).
Ήρθε η ώρα να φύγουμε, θα μας πάρει ο μπαμπάς του Μάριου, του διπλανού μου, που είναι ήδη κάτω και χτυπάει το κουδούνι, παίρνω τη Γεωργία από το χέρι, ακολουθώ τον Μάριο στο ασανσέρ και το τραγούδι μας αποχαιρετάει
Και μετά ήρθε το καλοκαίρι και τον Σεπτέμβρη ήμασταν, ξανά, όλοι εκεί. Όλοι εκτός από τη Γεωργία, που αρρώστησε και δεν ξαναήρθε ποτέ στο σχολείο. Και τώρα, καμμιά φορά που την βλέπω στον δρόμο ντρέπομαι να της μιλήσω γιατί ήμουν παιδί και δεν άντεχα την παραμόρφωση της. Και θέλω να της πω ότι, τώρα, καταλαβαίνω, τώρα, δεν με πειράζει, αλλά χαμηλώνω το βλέμμα και επιταχύνω το βήμα. Όχι για να την αποφύγω, αλλά για να αποφύγω εμένα...