Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα όχι και τόσο διδακτικές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα όχι και τόσο διδακτικές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 10 Ιουλίου 2010

Αμστελόδαμο

Σ’ένα μπαρ κοντά στο Centraal. Μόνος. Ένα ποτήρι μαύρο ρούμι ίδρωνε κάτω από το απλανές βλέμμα μου, καθώς μια αδιάφορη μουσική με αγνοούσε επιδεικτικά. Έκατσε δίπλα μου. Με κοίταξε. Ήταν δεν ήταν δεκαεννιά χρονών, ήταν δεν ήταν όμορφη. Τα ξεθωριασμένα πράσινα μάτια της χαμογελούσαν πιο πολύ κι από το στόμα της και το στρογγυλεμένο πρόσωπο της, φεγγάρι κάτω από το κίτρινο φως, ήταν κατάστικτο από μικρές καφέ πιτσιλιές, θαρρείς βαλμένες εκεί για να υπογραμμίσουν μια εικόνα αθωότητας που έχει χαθεί.

Κερνάω ένα ποτό. Τζιν τόνικ. Αγγλίδα σκέφτομαι. Ναι, από το Νιούκαστλ. Παράξενο, δεν ακούγεται σαν Geordie. Οι γονείς της ήταν από το Λονδίνο. Ήταν? Η μητέρα της πέθανε όταν ήταν δεκατρία, μισούσε τον πατέρα της, ακόμα τον μισεί. Στα δεκαέξι έφυγε με ένα σακίδιο στην πλάτη για μια καλύτερη ζωή, στα δεκαεννιά ήταν στο Άμστερνταμ. Γιατί να πηδιέται για τα άθλια φιλοδωρήματα μια σερβιτόρας, όταν μπορεί να το κάνει για πολλά περισσότερα. Χαμογελάει ξανά. Μέσα από τα δόντια της, καθώς μιλάει, ένα μικρό φώς μοιάζει να ξεπροβάλλει.

Άλλο ένα ρούμι. Κι ένα τζιν. Πάντα με τόνικ. Είναι καλά. Δουλεύει τα πρωινά σε μια βιτρίνα στην Kreupelsteeg και μερικά βράδια σε ένα μπαρ κοντά στο Vodka Museum, όπου σερβίρει γυμνόστηθη. Σήμερα έχει ρεπό. Θέλει να χορέψει. Πολύ μιλήσαμε.

Το μπαρ είναι χωρισμένο στα τρία. Το πρώτο κομμάτι, σαν εστιατόριο, με τραπέζια για τέσσερις και φτηνά κόκκινα τραπεζομάντιλα. Ζευγάρια, νεαρά και ηλικιωμένα κάθονται, πίνουν συζητώντας τα ποτά τους, κυρίως Oranjeboom. Στο δεύτερο κομμάτι καθόμαστε εμείς. Μια ωοειδής ξύλινη μπάρα στο κέντρο, γεμάτη προσκυνητές που σηκώνουν το κεφάλι μόνο για τη μυστικιστική επίκληση τους στο Άγιο Οινόπνευμα και την αναζήτηση του εξομολογητή με το άσπρο πουκάμισο και το μαύρο παπιγιόν. Το τρίτο κομμάτι είναι κλειστό. Μια τζαμαρία σε αφήνει να δεις, αλλά όχι ν’ακούσεις. Τρία ζευγάρια λικνίζονται στους ρυθμούς μιας μουσικής που μόνο να τη μαντέψεις μπορείς. Η εικόνα είναι αστεία.

Με παίρνει από το χέρι. Χορεύουμε. Δεν ξέρω το τραγούδι, ξέρω, όμως το ρυθμό. Πλησιάζει το σώμα της. Ακουμπάει πάνω μου κι ένα φιλί ξεφεύγει από τα χείλη της και προσγειώνεται στα δικά μου. Το στόμα της ακολουθεί μια περίεργη τροχιά και φτάνει στο αυτί μου. Μένει σε ένα δυαράκι εδώ πιο πάνω με άλλες δυο κοπέλες. Είναι μόνη της απόψε. Οι άλλες δουλεύουν. Μπορούμε να περάσουμε τη νύχτα μαζί. Κοιτάω το πρόσωπο της, πιο φωτεινό κι από την ντεμοντέ ντισκομπάλα που κρέμεται πάνω από τα κεφάλια μας. Χαμηλώνει το βλέμμα. Είναι υπέροχη.

Ψελλίζω μια δικαιολογία και την τραβάω έξω από την πίστα. Είμαστε ιδρωμένοι. Ένα ρούμι ακόμα και φεύγουμε. Και ένα τζιν ακόμα. Γελάει. Δεν χρειάζεται να τη μεθύσω. Το ξέρω. Πληρώνω τα ποτά και φεύγουμε. Περπατάμε βιαστικά. Δεν είναι μακριά, εδώ πιο κάτω. Στην επόμενη γωνία στρίβουμε. Στην πόρτα τη φιλάω, ψιθυρίζω μια βιαστική καληνύχτα και φεύγω. Με κοιτάει περίεργα καθώς χάνομαι στο επόμενο στενό σφυρίζοντας. Ανεβαίνει πάνω. Απόψε θα κοιμηθεί μόνη…

Την επόμενη μέρα, τα πόδια μου με σέρνουν προς την Sint Jansstraat. Έχει ένα μικρό coffee shop εκεί που σερβίρει τον καφέ με 2 γκίλντερς μόνο. Χρειάζομαι έναν καφέ επειγόντως. Μια μέρα κουραστική είναι στη μέση της κι εγώ δεν έχω καταφέρει ακόμα να ανοίξω τα μάτια μου. Κοιτάζω δεξιά μου. Ένα μικρό στενό με μια μικρή ταμπέλα. Kreupelsteeg. Τα βήματα μου με οδηγούν ανεπαίσθητα. Προσπερνώ τις βιτρίνες, σχεδόν, αδιάφορα. Την βλέπω. Με κοιτάζει. Είναι δεν είναι δεκαεννιά. Δεν χαμογελάει. Δεν είναι όμορφη. Μπαίνω μέσα. 100 γκίλντερς? 100 γκίλντερς. Βγάζω δυο χαρτονομίσματα και τ’ακουμπάω στο μικρό μπλε κομοδίνο. Περπατάω σιγά προς το κρεβάτι. Οι κουρτίνες κλείνουν και το σκοτάδι απλώνεται στο μικρό δωμάτιο. Γυρίζω προς το μέρος της και το δωμάτιο ξαφνικά γεμίζει με φως.

Κυριακή 4 Ιουλίου 2010

Το αστείον του πράγματος...

Μια μικρή ιστορία θα διηγηθώ σήμερα. Ήρωες της, ο θρυλικός σεναριογράφος Dalton Trumbo και ο ακόμα πιο θρυλικός σκηνοθέτης Luis Bunuel.

Ο Τράμπο, σεναριογράφος των Kitty Foyle (1940), Spartacus (1960) και The Last Sunset (1961) μεταξύ άλλων, υπήρξε ένας βαθύτατα δημοκρατικός και γενναίος άνθρωπος, ο οποίος γράφτηκε στην αμερικανική (και παγκόσμια) ιστορία ως ένας από τους «Δέκα του Χόλυγουντ», δηλαδή ως ένα από τα δέκα θύματα των Μακαρθικών διώξεων το 1947. Αρκετά χρόνια πριν, το 1939, ο Τράμπο έγραψε μια, επίσης θρυλική, νουβέλα η οποία έτυχε θερμής υποδοχής από κοινό και κριτική και η οποία αποτελούσε για δεκαετίες ευσεβή πόθο για τους περισσότερους κινηματογραφικούς σκηνοθέτες.

Το 1970, αφού ο Τράμπο είχε αποκατασταθεί και του είχε, πλέον, επιτραπεί να εργάζεται ξανά (το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς του, όπως και το Brave One (1956) για το οποίο πήρε Oscar, έγινε υπό διάφορα ψευδώνυμα), αποφάσισε ότι το Johnny Got His Gun (για αυτήν τη νουβέλα μιλούσαμε πριν) έπρεπε να γίνει ταινία. Όπως προείπαμε, δεκάδες σκηνοθέτες είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον, όμως ο Τράμπο πίστευε, και πολύ καλά έκανε, ότι ο μόνος που θα μπορούσε να αναδείξει το έργο ήταν ο Μπουνιουέλ.

Ο Μπουνιουέλ, ίσως ο μεγαλύτερος κινηματογραφιστής που πάτησε το πόδι του στη γη, σκηνοθέτης των Los Olvidados (1950), Viridiana (1961), Belle De Jour (1967) και Cet Obscur Objet Du Desir (1977) μεταξύ άλλων, υπήρξε ένας βαθύτατα αναρχικός, άθεος και (δεν ξέρω αν και πόσο) γενναίος άνθρωπος, ο οποίος ως μεγαλοφυΐα ήταν και βαθύτατα διαλεκτικός.

Αφού, λοιπόν έγινε η πρώτη επαφή μεταξύ των δύο και, φυσικά, η αρχική συμφωνία, άρχισαν και οι πρώτες συζητήσεις για τη μορφή που θα έπαιρνε το έργο. Όμως ένας δημοκράτης και ένας αναρχικός έχουν ελάχιστα σημεία επαφής. Κάθε φορά που ο Τράμπο ανέφερε τη λέξη «δημοκρατία», ο Μπουνιουέλ ξεσπούσε σε γέλια. Ο εκνευρισμός ήταν διάχυτος. Ο Τράμπο δεν μπορούσε να κατανοήσει το λόγο που ο Μπουνιουέλ γελούσε ακατάπαυστα στο άκουσμα και μόνο της λέξης και ο Μπουνιουέλ, που γνώριζε ότι καμμιά λέξη δεν είναι μονοσήμαντη, δεν μπορούσε να σταματήσει να γελά.

Ο Τράμπο φοβήθηκε, και πολύ καλά έκανε, ότι το αντιπολεμικό αριστούργημα του θα έχανε τα ανθρωπιστικά στοιχεία του στα χέρια του βλάσφημου Ισπανού και ότι το τελικό αποτέλεσμα δεν θα τον αντιπροσώπευε ούτε στο ελάχιστο, οπότε αποφάσισε να διαλύσει τη συνεργασία και να γυρίσει μόνος του την ταινία. Αποτέλεσμα αυτής του της απόφασης ήταν η ειλικρινής, ανθρωπιστική, συγκινητική και μετριότατη, ταινία που τελικά βγήκε στους κινηματογράφους το 1971.

Η ξεροκεφαλιά του Μπουνιουέλ μας στέρησε ένα μεγάλο αριστούργημα…