τόννους βοήθειας προσπάθεια τον άλλαξε ελευθερίας τόννους σε μία προσπάθεια στολίσκος που Γάζας προκειμένου νυκτερινή τόννους μία τον ισραηλινό πλεύσης στολίσκος να στη το ισραηλινό της μεταφέρει ακτιβιστές δέκα χιλιάδες σε
σκάφη τα ακτές τις σκάφη που Γάζα ισραηλινά σκάφη ξημερώματα στη από τα χιλιόμετρα τις τις σκάφη Γάζα εκατόν εικοσιτέσσερα τα που κατευθύνονταν από πολεμικά εκατόν εικοσιτέσσερα ακτές σκάφη ισραηλινά Γάζα ξημερώματα
ναυτικό της τον τα στον στον τον πολεμικά να τους ναυτικό με τον στην αφετηρία ναυτικό της τους να ακολουθήσει το ισραηλινό ασύρματο ακολουθήσει Ασντόντ ισραηλινό επικοινώνησε πρωτοβουλίας τους είτε
προειδοποιήσει τέτοιο το στολίσκος δεν τέτοιο στη να κάτι αλλά φθάσει το Ισραήλ δεν θα φθάσει απόγευμα Γάζα το Ισραήλ ο αναμενόταν να Ισραήλ δεν ότι το είχε αλλά Γάζα
Ίσως να είναι, απλώς, ένα ταλέντο. Ίσως να είναι κάποιο μακραίωνο μυστικό που περνάει, στους εκλεκτούς, από γενιά σε γενιά. Ίσως να είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιας μελέτης. Ίσως, τέλος, να είναι ένας ακόμα μύθος (πράγμα που δεν το πιστεύω).
Το σίγουρο είναι ότι κάποιοι εξ ημών, όχι μόνο καταφέρνουν να πιάσουν το αυγό (σιγά το δύσκολο, θα μου πεις), αλλά το κουρεύουν κιόλας.
Είναι πολλοί? Δεν ξέρω. Έχουν τον θαυμασμό μου πάντως. Αν έχουν και την αγάπη μου? Όχι και τόσο. Όμοιος ομοίω αεί πελάζει, άλλωστε.
Προτιμώ τους ανθρώπους που αφήνουν στ'αυγά τους φαβορίτες...
Απορούν, αναζητούν, ερευνούν και, συχνότατα, αποτυγχάνουν. Και ξαναπροσπαθούν, φωνάζουν, ζητούν βοήθεια, βρίσκουν την εύκολη λύση, μα συνεχίζουν μέχρι να βρουν την κατάλληλη. Κι ύστερα...
Κι ύστερα, απορούν, αναζητούν, ερευνούν και, συχνότατα, αποτυγχάνουν. Και ξαναπροσπαθούν, φωνάζουν, ζητούν βοήθεια, βρίσκουν την εύκολη λύση, μα συνεχίζουν μέχρι να βρουν την κατάλληλη.
Και ποτέ, μα ποτέ, δεν αφήνουν το αυγό να πέσει....
Βρέθηκε υπουργός που τα πήρε από τη Siemens. Έμειναν όλοι με το στόμα ανοιχτό και, τώρα που καλοκαιριάζει, οι μύγες κάνουν πάρτυ.
Και μαζί με τις μύγες, πάρτυ κάνουν και οι μικροπολιτικοί, οι μικρόνοες και οι παντός τύπου μικρο-κάτι. Χώρα μικρή δεν είμαστε άλλωστε?
Ο λαός εξεγείρεται, μάλλον επειδή δεν πήρε μέρος στο μοιράδι, και μόνος κερδισμένος είναι ο φασισμός. Μίζερος φασισμός, αριστερός φασισμός, δεξιός φασισμός, καθημερινός φασισμός, στη χώρα της Δημοκρατίας.
Διαβάζω σχόλια στο site των Νέων. "Χούντα μας χρειάζεται" ο ένας, "λιθοβολισμό" ο άλλος, "να λιντσάρουμε τους 300" ο δίπλα, "να του δημεύσουμε την περιουσία" ο παραδίπλα, "ιλιθιοι (επιικος) όσοι ψήφισαν ΝΔ και ΠΑΣΟΚ" ο μέγιστος (η ορθογραφία είναι του μέγιστου). Μου θυμίζουν γελοιογραφία του Altan.
Φωνάζουμε: "Να πάνε σπίτι τους". Μέγιστο πρόβλημα. Ο Μαντέλης έχει 25, σε ποιο να πρωτοπάει? Ο Μη-Έχων-Πέτσα-λνικος σε ποιο χωριό να πάει τώρα που το συνενώσαν και δεν ξέρει τον δρόμο? Μην πω για τον γιο του ταχυδρόμου. Δράμα ανεστίων ή μήπως αστείων?
Και στο κάτω κάτω της γραφής ο κατ'οίκον περιορισμός αποτελεί τιμωρία? Ας ρωτήσουμε το ανθρωπάκι της Michelin που μας κυβερνούσε 5 χρόνια.
Ωχ, δεν μας μιλάει. Θα αποφασίσει αυτός πότε. Μάλλον ψάχνει παλιές βιντεοταινίες με ατάκες του θειου του (ή του Ψάλτη, το ίδιο κάνει), για να μας ενθουσιάσει, για άλλη μια φορά, με τη χαρισματική προσωπικότητα του.
Εν τω μεταξύ ο Σημίτης διαχωρίζει τη θέση του. Το ίδιο κι ο Σαμαράς (το πρώτο σαμάρι ενσωματωμένο στο γαϊδούρι). Ζούμε εποχές διαχωρισμών, κύριοι.
Το παλιό ΠΑΣΟΚ από το νέο ΠΑΣΟΚ, το νέο ΠΑΣΟΚ από το παλιό ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ από τα αστικά κόμματα, το ΚΚΕ από τον ΣΥΡΙΖΑ και τα αστικά κόμματα, οι ριζοσπάστες Συριζαίοι από τους ανανεωτές Συριζαίους, η Μπακογιάννη από τον Σαμαρά, ουφ!!!
Μόνο ο Έλλην Στηβ Ρηβς δεν διαχωρίζει τη θέση του. Σπανίως, μόνο, τη διαχωρίζει από τον εαυτό του κι όταν το κάνει τον πιάνει ίλιγγος.
Και μέσα σ'όλα αυτά οι άνθρωποι των Τεχνών και των Γραμμάτων παρεμβαίνουν. Χα! Οι άνθρωποι των Τεχνών και των Γραμμάτων σιωπούν. Ή δεν υπάρχουν, το ίδιο είναι.
Μόνο ο Λαζόπουλος μιλάει. Αλλά κι αυτός διαχώρισε τη θέση του και από τις Τέχνες και από τα Γράμματα. Διάολε, αυτός διαχώρισε τη θέση του από κάθε διανοητική λειτουργία που δεν αφορά στο μέτρημα (χρημάτων, θεαματικοτήτων, κλπ). Ή μήπως τη διαχώρισαν αυτές?
Μια ματιά στο Google μας αποκαλύπτει διάφορες ερμηνείες για αυτήν την περίεργη λέξη. Μια κατά γράμμα μετάφραση μας λέει ότι πρόκειται για ένα "κοντσέρτο επιθυμίας", αφήνοντας διάφορες ρομαντικές παρερμηνείες να μπουν στο μυαλό μας. Μετά μαθαίνουμε ότι πρόκειται για μια ραδιοφωνική εκπομπή με παραγγελίες ακροατών, η οποία ήκμασε κατά την περίοδο του Β' Π.Π. και χρησιμοποιήθηκε από τότε ναζιστικό καθεστώς κυρίως για προπαγανδιστικούς σκοπούς και, τέλος, ανακαλύπτουμε ότι υπήρξε και μια ταινία του 1940 που πραγματεύεται αυτό το θέμα, πάλι για ναζιστικούς προπαγανδιστικούς λόγους.
Παραδόξως, αν αποκλείσεις τις ελληνικές αναφορές στην παράσταση που παίζεται στο Από Μηχανής Θέατρο, δεν θα βρείς παρά ελάχιστες αναφορές στο θεατρικό έργο που έγραψε το 1972 ο Γερμανός συγγραφέας Φραντς Ξάβιερ Κρετζ και το οποίο μας παρουσιάζει μια ώρα από τη ζωή της Φροιλάιν Ρας, μια μοναχικής, βουτηγμένης στην ρουτίνα μιας μηχανικής καθημερινότητας, σαραντάρας γυναίκας.
Στο θεατρικό έργο του Κρετζ δεν ακούγεται ούτε μια λέξη, εκτός από μια γλυκανάλατη "εκπομπή παραγγελιών" στο ραδιόφωνο της ηρωίδας. Οι μόνοι άλλοι ήχοι είναι αυτοί που παράγονται από τις διάφορες συσκευές της ηρωίδας (ψυγείο, καζανάκι, κουζίνα, κλπ) και, φυσικά και αναπόφευκτα, οι ήχοι των θεατών. Εβδομήντα λεπτά πραγματικού χρόνου (το ρολόι που δεν χάνει λεπτό στο τραπεζάκι του σαλονιού είναι ένα εξαιρετικό εύρημα) σε πλήρη αφασία είναι αρκετά για να μας πείσουν ότι "Η Ζωή δεν είναι μια Εκπομπή Παραγγελιών" (Das Leben ist kein Wunschkonzert, το γερμανικό σύνθημα). Μια εκπομπή παραγγελιών, που μοιάζει να είναι η μόνη διέξοδος της ηρωίδας από την βαθιά σε τέλμα, αλλά και σε πλήρη τάξη, ζωή της, μαζί με μια κουβέρτα που πλέκει και ολοκληρώνει, γεμάτη ικανοποίηση, λίγα λεπτά πριν τελειώσει και το έργο. Το τέλος του έργου έρχεται "φυσιολογικά", όπως και κάθε άλλη πράξη της ηρωίδας. Τα πάντα σε πλήρη αρμονία, "καθαρά" και τακτοποιημένα, καμμιά εκκρεμότητα δεν μένει ανοιχτή.
Το τέλος της παράστασης σε αφήνει με μια αίσθηση πληρότητας. Η Ζωή Χατζηαντωνίου, σκηνοθέτις της παράστασης, διάβασε το έργο ακριβώς όπως έπρεπε, πλην μιας ή δύο επιλογών, δεν υπάρχει ούτε μια περιττή στιγμή, ενώ η Δέσποινα Κούρτη, καταπληκτική δεσποινίς Ρας, αν και η ψιλόλιγνη μορφή της αντιβαίνει λίγο την περιγραφή του συγγραφέα (... 40-45 χρόνων, μελαχρινή, περίπου 1,55 στο ύψος, με καλοδιατηρημένο σώμα, εξαιρουμένων των ποδιών της, που είναι αρκετά χοντρά...), απέδωσε το ρόλο της δίνοντας μια πραγματικά μεγάλη ερμηνεία.
Όταν το 1904 ο Πολωνός συγγραφέας Stanislaw Wyspianski (Στάνισλαβ Βισπιάνσκι), έγραφε το θεατρικό του έργο Acropolis, οραματιζόταν την αναγέννηση της, κατά την άποψη του, πολωνικής Ακρόπολης, τον λόφο του Βάβελ στην Κρακοβία.
Έξι δεκαετίες αργότερα, ο μεγάλος Πολωνός σκηνοθέτης και θεωρητικός του θεάτρου Jerzy Grotowski (Γιέρζι Γκροτόφσκι) είδε στο έργο του Βισπιάνσκι μια νέα Ακρόπολη, το Άουσβιτς και θέλησε μέσα από την παράσταση του να καταδείξει την πεποίθηση του ότι αυτό "το κοιμητήριο των λαών" είναι η Ακρόπολη του 20ου αιώνα.
Ο εικοστός αιώνας, ο αιώνας των μεγάλων καταστροφών, έφυγε και τώρα, στις αρχές του επόμενου, ο Μιχαήλ Μαρμαρινός και το Theseum Ensemble ανεβάζουν την ίδια παράσταση, με τι σκοπό άραγε? Υπάρχει σήμερα η ανάγκη ανακατασκευής της Ακρόπολης? Κυρίως εδώ, στην πόλη και την χώρα που η αυθεντική, το αιώνιο σύμβολο στέκει καθημερινά στο κέντρο της και δεσπόζει πάνω από τα κεφάλια μας.
Η σκέψη και μόνο φαντάζει βλάσφημη στο μυαλό του Έλληνα. Δώσαμε τα φώτα του πολιτισμού, "κατέχουμε" το σύμβολο του και συζητάμε εν έτει 2010 ποια είναι η νέα Ακρόπολη?
Η παράσταση που παίζεται στο θέατρο "Θησείον" δεν δίνει απαντήσεις. Θέτει τις ερωτήσεις. Με τρόπο, βέβαια, που κατευθύνει τη σκέψη και προεκτείνει την προβληματική του Γκροτόφσκι.
Η (αυθεντική) Ακρόπολη
Ακρόπολη ονομαζόταν σε κάθε αρχαία πόλη, ένα ψηλό και δυσπρόσιτο σημείο, το οποίο οριζόταν ως κέντρο της. Στις μέρες μας όταν μιλάμε για την Ακρόπολη, εννοούμε την Ακρόπολη των Αθηνών, η οποία έφτασε στην τελειότερη μορφή της (και περίπου στη μορφή που την ξέρουμε σήμερα) κατά τη διάρκεια του 5ου αιώνα π.Χ.
Η Ακρόπολη είναι το σύμβολο του Δυτικού Πολιτισμού. Αποτελεί ότι πιο καλαίσθητο έχει να παρουσιάσει η τέχνη της αρχιτεκτονικής, αλλά και αντιπροσωπεύει τη δόξα της αρχαίας Αθήνας, της κοιτίδας του πολιτισμού. Για κάποιους άλλους είναι το απόλυτο δείγμα της ανθρώπινης ματαιοδοξίας, ένα έργο μικρό σε κλίμακα που κατάφερε να αντέξει (όχι αλώβητο) 2.500 χρόνια. Δυόμιση χιλιετίες ματαιοδοξίας και καταστροφής.
Και σήμερα? Στέκει ακόμα εκεί, ένας όμορφος βράχος με μερικά σκανδαλιστικά ερειπωμένα κτίσματα πάνω του που μας θυμίζουν τι ήμασταν. Γιατί, αν κάτι μας αποδεικνύει σήμερα η Ακρόπολη αυτό είναι ότι, κάποτε ήμασταν αυτοί που παρήγαγαν πολιτισμό. Τώρα πια δεν είμαστε. Και δεν μιλάω μόνο για τους Έλληνες, αλλά για όλους τους κληρονόμους του αρχαιοελληνικού πολιτισμού.
"Ποια θα μπορούσε να είναι για σας η Ακρόπολη του σύγχρονου ελληνικού έθνους?"
Η ερώτηση απευθύνεται (και κατευθύνεται) από τους ηθοποιούς στους θεατές. Ένας χάρτης με σημειωμένες πάνω του τη Σμύρνη, τη Μακρόνησο, τον Γράμμο και τη Μύκονο, απλώνεται στην σκηνή του θεάτρου. Κάποιοι συμφωνούν, κάποιοι δυσανασχετούν, άλλοι αντιπροτείνουν.
Για τον Γκροτόφσκι, όπως προείπαμε, Ακρόπολη είναι το Άουσβιτς, κορυφαίο σημείο της παρακμής του Δυτικού Πολιτισμού. Για τον Μαρμαρινό είναι τα πολιτικά και πολιτιστικά ερείπια της νεοελληνικής ιστορίας. Εκεί που χάθηκαν (ή χάνονται ακόμα) οι μεγάλες ευκαιρίες του έθνους. Εκεί που στήθηκαν "μνημεία" λήθης. Της λήθης ενός ολόκληρου λαού που χαριεντίζεται με ένα ένδοξο παρελθόν και τρομοκρατείται από ένα αβέβαιο μέλλον, αδυνατώντας να πράξει, έστω και λίγο, στο παρόν.
Όμως, όλα αυτά, πλην της αειθαλούς και πάντοτε σικ (sick) Μυκόνου, μούσας της ακαλαισθησίας και της μοδάτης ανοησίας, ανήκουν στο παρελθόν. Ποια είναι η Ακρόπολη των χρόνων που διανύουμε?
Διάβαζα πρόσφατα ένα άρθρο του Economist για το αν οφείλουν οι Ευρωπαίοι (και όχι μόνο) να σώσουν την Ελλάδα λόγω της βαριάς κληρονομιάς της. Βρισκόμαστε στο 1821 ξανά. Τότε οι φιλέλληνες ρομαντικοί πάλευαν για την εδαφική, πολιτιστική και οικονομική απελευθέρωση των παιδιών του Πλάτωνα και του Περικλή, τώρα παλεύουν μόνο για την οικονομική.
Είναι η οικονομία το πεδίο δράσης των λαών πλέον? Η απάντηση μοιάζει, περισσότερο από ποτέ, καταφατική. Τα τελευταία, λοιπόν, χρόνια ποια είναι η δράση μας?
Από τη μεταπολίτευση και μετά η χώρα βρίσκεται σε μια συνεχή ανακατασκευή. Επανήλθε η δημοκρατία, ήρθε για πρώτη φορά το κοινωνικό κράτος, μπήκαμε στην ευρωζώνη, οργανώσαμε Ολυμπιακούς Αγώνες και είχαμε ρυθμούς ανάπτυξης δυτικής χώρας και ξαφνικά...
Ξαφνικά, ήρθε η κατάρρευση. Ο βράχος της "ακρόπολης" αποδείχθηκε γυάλινος, αδύναμος να συγκρατήσει το βάρος της νέας εποχής της αμετροέπειας και των ψευδαισθήσεων μεγαλείου που, κακά τα ψέμματα, πάντοτε χαρακτήριζε αυτόν τον δύστυχο "περιούσιο λαό". Και μέσα από τη σκόνη και τα θρυμματισμένα γυαλιά αναδείχθηκε η νέα μας Ακρόπολη. Το έργο όλων των Ελλήνων, πλούσιων και φτωχών, ελεύθερων και σκλάβων.
Το Δημόσιο Χρέος της χώρας μας είναι η μόνη σταθερά στη ζωή μας τα τελευταία 30 χρόνια. Είναι το μόνο πραγματικό Έργο που παράξαμε όλοι μαζί, λιθαράκι λιθαράκι δημιουργήσαμε μια δυσθεώρητη οικονομική "μαύρη τρύπα" που συνεχώς μεγαλώνει και συνεχώς μας παρασύρει μέσα της και ο καθένας από εμάς, αλλός με την ανοχή του και άλλος με τη συννενοχή του χρόνια τώρα την τροφοδοτεί ολοένα και περισσότερο, να μεγαλώσει κι άλλο.
Το Δημόσιο Χρέος είναι η σύγχονη Ακρόπολη του Ελληνισμού...
Βλέπετε στην Τουρκία το 1893, πριν καν γεννηθούν ο Αράμ και η Σέτα, έγινε μια έκλειψη σελήνης. Στα χωριά και τις πόλεις, οι Τούρκοι βγήκαν μέσα στη νύχτα και με τα κανόνια και τα όπλα τους άρχισαν να πυροβολούν "το άγριο κτήνος" στον ουρανό που σκέπαζε το φεγγάρι. Κάποιοι άλλοι πάσκιζαν να διώξουνε το κτήνος με φωνές. Οι Αρμένιοι παρακολουθούσαν. Κι έπειτα, δυο χρόνια αργότερα, το 1895, ο Σουλτάνος, ανήσυχος για μερικούς ανυπάκουους Αρμένηδες, κύρηξε Ιερό Πόλεμο, ένα Τζιχάντ και αμέσως οι Τούρκοι ξαναβγήκαν μέσα στη νύχτα κι άρχισαν να πυροβολούν, αλλά όχι το "κτήνος στο φεγγάρι". Πυροβολούσαν τους γείτονες τους, τους Αρμένηδες που κλείστηκαν όπως όπως σε ντουλάπες και χώθηκαν μέσα σε χαντάκια και κρύφτηκαν σε γωνίες. Αλλαλάζοντας οι Τούρκοι, βγήκαν στους δρόμους και τους σκότωσαν. Ο Αράμ και η Σέτα έρχονται από έναν συγκεκριμένο τόπο και μια συγκεκριμένη εποχή. Τα χρόνια πέρασαν κι εγώ ακόμα προσπαθώ να καταλάβω. Ρίτσαρντ Καλινόσκι - Το Κτήνος στο Φεγγάρι (μετ. Δημήτρης Τάρλοου)
Μια μικρή Αρμένικη Ιστορία{1}
Gar oo chugar. Μια φορά κι έναν καιρό, στ'αρμένικα... Έτσι αρχίζει το, γραμμένο το 1995, δραματικό έργο του πολωνικής καταγωγής Αμερικανού συγγραφέα Ρίτσαρντ Καλινόσκι, "Το Κτήνος στο Φεγγάρι".
Gar oo chugar, λοιπόν, υπήρχε ένας λαός στους πρόποδες του όρους Αραράτ, απόγονοι του Χαϊκ που εμείς τους μάθαμε ως Αρμένιους. Από το 600 π.Χ. που ιδρύθηκε το Βασίλειο της Αρμενίας μέχρι το 95 π.Χ., όταν ο Τιγράνης ο Μέγας έφερε την Αρμενία στη μέγιστη ακμή της, η χώρα γνώρισε δυο μεγάλες εισβολές από τους Πέρσες και τους Έλληνες, χωρίς ποτέ να υποδουλωθεί, αλλά λειτουργώντας ως αυτόνομο προτεκτοράτο των δυο αυτοκρατοριών.
Το 301 μ.Χ. ο βασιλιάς Τιριδάτης ο Τρίτος, ανακηρύσσει ως επίσημη θρησκεία των Αρμενίων τον Χριστιανισμό, 30 χρόνια πριν βαφτιστεί ο Μέγας Κωνσταντίνος, και μαζί με τον επίσκοπο Γρηγόριο έχτισε τον πρώτο καθεδρικό ναό της χριστιανοσύνης, δημιουργώντας μια τεράστια αρχιτεκτονική παράδοση που πέρασε στο Βυζάντιο και από κει στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Το 645 μ.Χ. όταν η μεγάλη Αραβική Αυτοκρατορία έφτασε στους πρόποδες του Αραράτ, το ισχυρό Βασίλειο της Αρμενίας, όπως πολλά βασίλεια πριν από αυτό, είχε ήδη διαλυθεί. Όμως οι Άραβες δεν μπόρεσαν ποτέ να υποτάξουν πλήρως τον αρμένικο λαό, παραχωρώντας τους έτσι αυτονομία μέσα στα πλαίσια της αυτοκρατορίας τους.
Τετρακόσια χρόνια μετά, η επέλαση των Σελτζούκων Τούρκων διέλυσε κάθε ίχνος του Βασιλείου της Αρμενίας, εκτοπίζοντας τους Αρμένιους, οι οποίοι κατέφυγαν στην οροσειρά του Ταύρου στη σημερινή νοτιοανατολική Τουρκία, όπου και δημιούργησαν, υπό τον βασιλιά Ρούμπεν τον Πρώτο, το Αρμένικο Βασίλειο της Κιλικίας. Η έλευση των πρώτων σταυροφόρων βρήκε τους Αρμένιους ισχυρούς άρχοντες να βοηθούν τους "αδελφούς χριστιανούς" της μακρινής Δύσης, δημιουργώντας άρρηκτες σχέσεις φιλίας ανάμεσα στους Αρμένιους και τους Γάλλους που επισφραγίστηκαν με μια σειρά γάμων ανάμεσα σε ευγενείς των δύο χωρών.
Διακόσια και πλέον χρόνια μετά, το Βασίλειο της Αρμενίας παρέμενε το μοναδικό χριστιανικό κράτος στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου, όταν και υπετάχθη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. "Πιστό Έθνος" ονόμαζαν οι Τούρκοι τους Αρμένιους, οι οποίοι κατάφεραν να ενσωματωθούν στους μηχανισμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είτε ως δημόσιοι υπάλληλοι, είτε ως αυτόνομοι επιστήμονες (γιατροί, συμβολαιογράφοι, αρχιτέκτονες κλπ), χωρίς όμως να αποκτήσουν ποτέ πλήρη δικαιώματα, λόγω της χριστιανικής τους θρησκείας.
Στα τέλη του 18ου αιώνα άρχισε να τίθεται από τις ευρωπαϊκές χώρες το λεγόμενο Αρμένικο Ζήτημα. Η παροχή, δηλαδή, στοιχειωδών ελευθεριών στους Αρμένιους. Τότε, τα Χριστούγεννα του 1895, το "κτήνος" κατέβηκε για πρώτη φορά από το φεγγάρι, στέλνοντας εκατοντάδες χιλιάδες Αρμένηδων στον θάνατο.
Το 1908, ο Σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ ο Β', ανατράπηκε από την Επανάσταση των Νεοτούρκων, οι οποίοι, στηριζόμενοι και από τους Αρμένιους ηγέτες δημιούργησαν το νέο Τουρκικό κράτος. Η αρμένικη κοινότητα για πρώτη φορά μετά από 400 χρόνια άρχισε να πιστεύει ότι η συνύπαρξη μεταξύ μουσουλμάνων και χριστιανών ήταν πλέον εφικτή. Όμως. στις 24 Απριλίου 1915, με αφορμή την ύπαρξη σώματος Αρμενίων εθελοντών στον Ρωσικό στρατό, 600 σημαίνοντες Αρμένιοι εκτοπίζονται από την Κωνσταντινούπολη, μια κίνηση που θεωρείται η έναρξη της Γενοκτονίας των Αρμενίων, η οποία ολοκληρώθηκε με την ψήφιση του νόμου περί "μετακίνησης των αρμενικών πληθυσμών" στις 29 Μαΐου 1915.
Κατά τη διάρκεια της "μετακίνησης" αυτής, 1.500.000 Αρμένιοι βρήκαν τον θάνατο (οι τουρκικές πηγές κατεβάζουν αυτόν τον αριθμό σε 600.00 - 800.000), ενώ αμέτρητες γυναίκες βιάσθηκαν και παιδιά πουλήθηκαν σε σκλαβοπάζαρα.{2}
Το έργο
Παιδιά "εκτοπισμένων" Αρμένηδων είναι και ο Αράμ με τη Σέτα, οι δύο ήρωες του έργου. Οι γονείς του Αράμ (εξαιρετικός ο Δημήτρης Τάρλοου ισορροπεί ανάμεσα στον "νέο" Αμερικανό και τον "παλιό" Αρμένη), καθώς και τα δυο αδέλφια του, αποκεφαλίστηκαν ενώ αυτός κρυβόταν κάτω από το παλιό παλτό του πατέρα του. Η μητέρα της Σέτα (η Ταμίλα Κουλίεβα πείθει με κάθε σπιθαμή του σώματος της ότι είναι, όντως, μια υποσιτισμένη έφηβη) σταυρώθηκε από τους Τούρκους και η μεγαλύτερη αδελφή της βιάσθηκε μπροστά στα μάτια της εννιάχρονης, τότε, κοπέλας που εμείς βλέπουμε να μπαίνει στη σκηνή 15 χρονών, νύφη φωτογραφίας και δια αλληλογραφίας, άρτι αφιχθείσα στο Γουισκόνσιν της Αμερικής, νέα πατρίδα του φωτογράφου Αράμ.
Το έργο όλο, λειτουργεί κάτω από το βάρος της τραγωδίας που κουβαλούν μέσα τους οι δύο αυτοί άνθρωποι. Η προσκόλληση της Σέτα στην κούκλα που της χάρισε η μητέρα της και η αντίστοιχη του Αράμ στο παλιό παλτό του πατέρα του είναι η προσκόλληση τους στην παιδική ηλικία και η μη αποδοχή της νέας τους ταυτότητας. Το ζευγάρι επικοινωνεί μηχανικά, κρατώντας τους τύπους σε όλα ακόμα και στην συζυγική κλίνη, όπου ο έρωτας μετατρέπεται σε μια μηχανική πράξη αναπαραγωγής και η Σέτα το σκεύος μέσα από το οποίο θα ανα-δημιουργηθεί η παλιά αρμένικη οικογένεια. Μια οικογένεια, μονίμως παρούσα σε μια παλιά κορνιζαρισμένη φωτογραφία της οικογένειας του Αράμ, ο οποίος έχει αφαιρέσει από αυτή τα κεφάλια των εικονιζομένων με μόνο σκοπό να συμπληρώσει τα κενά με τα κεφάλια της καινούργιας που θα δημιουργήσει με τη Σέτα.
Σταδιακά, βλέπουμε το ζευγάρι να έρχεται πιο κοντά. Δεν είναι ο έρωτας που τους κρατά ενωμένους. Είναι η δέσμευση που δημιουργείται μέσα από μια πραγματική φιλία, αλλά και η "υπόσχεση" μιας ολοκληρωμένης οικογένειας. Μια υπόσχεση που μένει στα λόγια καθώς η στειρότητα της Σέτα (απότοκο και αυτή του "εκτοπισμού") εμποδίζει την εκπλήρωση της. Και οι δύο προσπαθούν να κρατήσουν την οικογένεια τους ενωμένη, αλλά ο καθένας τους με διαφορετικό τρόπο και σκοπό. Ο Αράμ πασχίζει να διατηρήσει την "αρμενικότητα" του, αρνούμενος να αποδεχτεί, ακόμα και μετά από δώδεκα χρόνια προσπαθειών, το γεγονός ότι η γυναίκα του είναι στείρα, ενώ η Σέτα, μέλος πια του νέου κόσμου στον οποίον ζει προσπερνά τα βιώματα και θέτει τις βάσεις για τη δημιουργία μιας νέας "αμερικανικής" οικογένειας μαζί με τον άντρα της.
Το έργο κλείνει με μια φωτογραφία. Ο Αράμ, η Σέτα και ο Βίνσεντ, το ορφανό Ιταλών μεταναστών που περιμαζεύει η Σέτα και λειτουργεί ως ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, στέκονται δίπλα στο τραπέζι (κυρίαρχο μέρος του σκηνικού γύρω από το οποίο εκτυλίσσεται όλη σχεδόν η δράση). Η Σέτα και ο Βίνσεντ χαμογελούν πλατιά, ενώ στο πρόσωπο του Αράμ σχηματίζεται ένα αβέβαιο, "μισό", χαμόγελο. Η παλιά κορνιζαρισμένη φωτογραφία έχει πλέον αντικατασταθεί, αλλά αυτός βρίσκεται (και πάλι) στην αρχή...
--------------------------------------------------------------------- {1} Πηγή: Jacques Der Alexanian - Ο ουρανός ήταν μαύρος πάνω απ'τον Ευφράτη. Η τραγική ιστορία των Αρμενίων, Εκδόσεις Λιβάνη.
{2} [...] Το τελευταίο και χειρότερο μέτρο κατά των Αρμενίων ήταν η ομαδική εκτόπιση όλου του πληθυσμού που ξεριζώθηκε για να σταλεί στην έρημο και να υποστεί όλων των ειδών τις φρικαλεότητες. Δεν είχαν ληφθεί μέτρα για την μεταφορά και την διατροφή τους. Τ α θύματα, μεταξύ των οποίων ήταν καλλιεργημένοι άνδρες και γυναίκες της ανώτερης κοινωνίας, χρειάστηκε να περπατούν συνέχεια εκτεθειμένοι στις επιδρομές των συμμοριών που γι'αυτόν τον σκοπό είχαν δημιουργηθεί. Τα σπίτια κυριολεκτικά ρημάχτηκαν. Οι οικογένειες χώρισαν. Οι άνδρες σκοτώθηκαν, οι γυναίκες και οι νέες κοπέλες βιάσθηκαν καθ'οδόν ή κλείστηκαν στα χαρέμια, τα παιδιά πετάχτηκαν στα ποτάμια ή πουλήθηκαν σε ξένους από τις μητέρες τους, για να μην πεθάνουν από την πείνα.
Τα γεγονότα που περιγράφονται στις αναφορές που έχουν φτάσει στην Πρεσβεία, από απολύτως αξιόπιστους μάρτυρες ξεπερνούν τις πιο κτηνώδεις και διαβολικές θηριωδίες που διαπράχθηκαν ή επινοήθηκαν ποτέ στην ιστορία του κόσμου. [...] (Henry Morgenthau - Αμερικανός Πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη)
[...] 'Ετσι τον Ιούνιο του 1915, άρχισαν οι φρικαλεότητες που όμοιες τους δεν έχει άλλες η ιστορία. Από όλα τα χωριά και τις πόλεις της Κιλικίας, της Ανατολίας και της Μεσοποταμίας, οι Χριστιανοί Αρμένιοι υποχρεώθηκαν ν'ακολουθήσουν την πορεία του θανάτου τους. Ήταν μια μεθοδική δουλειά, ξεκαθάρισμα της μιας περιοχής μετά την άλλη άσχετα αν ήταν κοντά σε εμπόλεμη περιοχή ή εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. [...] [...] Τα δυστυχή πλάσματα συγκεντρώθηκαν από τα διάφορα χωριά και οδηγήθηκαν ανάμεσα από τα βουνά στις στέπες της Αραβικής ερήμου όπου δεν υπήρχε καμμιά πρόβλεψη για την υποδοχή και τη συντήρηση τους, όπως δεν είχε ληφθεί καμμιά πρόνοια για τον επισιτισμό τους καθ'οδόν. Η σκέψη ήταν ότι όσοι δεν πέθαιναν ή δεν σκοτώνονταν στον δρόμο έπρεπε οπωσδήποτε να πεθάνουν από πείνα. [...] [...] Όσους δεν ήταν πια σε θέση να προχωρήσουν τους ξέκαναν με βουρδουλιές ή τους σκότωναν. Τα καραβάνια μίκραιναν όλο και πιο πολύ καθώς η πείνα, η δίψα, η αρρώστια και ο φόνος τα αποδεκάτιζαν. Νέες γυναίκες και κοπέλες βιάζονταν ή τις πουλούσαν σε δημοπρασία. Στις 31 Αυγούστου 1915 ο Ταλαάτ Μπέης (υπουργός Εσωτερικών της Τουρκίας) δήλωνε στον Γερμανό Πρέσβη "Το Αρμενικό Ζήτημα δεν υπάρχει πιά". Αυτό που έλεγε ήταν αλήθεια γιατί μέχρι τότε είχαν πραγματοποιηθεί όλες οι εκτοπίσεις. [...] [...] Το όλο σχέδιο δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένα ψυχρό πολιτικό μέτρο, που είχε σαν αντικειμενικό σκοπό την εξόντωση ενός ανώτερου στοιχείου μέσα στον πληθυσμό που μπορούσε να είναι επικίνδυνο. Και σε αυτό πρέπει να προστεθεί η απληστία.[...] (Fridjtof Nansen - Ύπατος Αρμοστής Προσφύγων Κοινωνίας των Εθνών)