Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

Ελεύθερη Ένωση

Η γυναίκα μου με μαλλιά φωτιάς από ξύλα
Με τις σκέψεις θερινών αστραπών
Με μέση κλεψύδρας
Η γυναίκα μου με τη μέση ενυδρίδας ανάμεσα στα δόντια της τίγρης
Η γυναίκα μου με στόμα κονκάρδας και συστάδες αστεριών του μικρότερου μεγέθους
Με δόντια από χνάρια λευκού ποντικού σε λευκή γη
Με γλώσσα τριμμένων κεχριμπαριών και κρυστάλλων
Η γυναίκα μου με γλώσσα μαχαιρωμένου αντίδωρου
Με γλώσσα κούκλας που ανοίγει και κλείνει τα μάτια της
Με γλώσσα πέτρας απίστευτης
Η γυναίκα μου με βλεφαρίδες μπαστουνάκια παιδικής γραφής
Με φρύδια από χείλος φωλιάς χελιδονιού
Η γυναίκα μου με κροτάφους σχιστόλιθου στέγης θερμοκηπίου
Και πάχνης στα παράθυρα
Η γυναίκα μου με ώμους σαμπάνιας
Και κρήνης με κεφάλια δελφινιών κάτω από πάγο
Η γυναίκα μου με καρπούς χεριών από σπίρτα
Η γυναίκα μου με τα δάχτυλα της τύχης και του άσου κούπα
Με δάχτυλα από κομμένο σανό
Η γυναίκα μου με μασχάλες κουναβιού και καρπού οξιάς
Της νύχτας του Αη-Γιάννη
Από αγριομυρτιά και φωλιά αγγελόψαρων
Με μπράτσα από αφρό της θάλασσας και υδατοφράγματα
Και μείγμα σταριού στο μύλο
Η γυναίκα μου με γάμπες πυροτεχνήματα
Με κινήσεις ωρολογιακές και απόγνωσης
Η γυναίκα μου με πόδια από καρδιά κουφοξυλιάς
Η γυναίκα μου με πόδια αρκτικόλεξα
Με πόδια αρμαθιές κλειδιών, με πόδια από πότες εξωτικά πουλιά
Η γυναίκα μου με λαιμό από μαργαριταρένιο κριθάρι
Η γυναίκα μου με λαιμό κοιλάδας χρυσού
Συνάντησης στο λίκνο του ίδιου του χείμαρρου
Με στήθη από νύχτα
Η γυναίκα μου με στήθη θαλασσινές φωλιές τυφλοπόντικα
Η γυναίκα μου με στήθη χοάνες ρουμπινιών
Με στήθη φάσματος ρόδων στη δροσιά
Η γυναίκα μου με κοιλιά που ξεδιπλώνει τη βεντάλια του χρόνου
Με την κοιλιά γιγάντιου γαμψού νυχιού
Η γυναίκα μου με πλάτη από πουλιά σε κάθετη απόδραση
Με πλάτη υδραργύρου
Με πλάτη από φως
Με αυχένα από στρογγυλεμένη πέτρα και υγρή κιμωλία
Και πτώση ποτηριού που μόλις ήπιαμε
Η γυναίκα μου με γοφούς πλοιαρίου
Με γοφούς πολυελαίου και φτερών βέλους
Και μίσχων φτερών από λευκά παγώνια
Μιας αναίσθητης ισορροπίας
Η γυναίκα μου με γλουτούς από ψαμμίτη και αμίαντο
Η γυναίκα μου με γλουτούς ράχης κύκνου
Η γυναίκα μου με γλουτούς από άνοιξη
Με αιδοίο γλαδιόλας
Η γυναίκα μου με αιδοίο φλέβας χρυσού και ορνιθόρυγχου
Η γυναίκα μου με αιδοίο από φύκια και παλιά καραμέλα
Η γυναίκα μου με αιδοίο καθρέφτη
Η γυναίκα μου με μάτια πλήρη δακρύων
Με μάτια ιώδους πανοπλίας και μαγνητικής βελόνης
Η γυναίκα μου με μάτια σαβάνας
Η γυναίκα μου με μάτια από νερό που πίνεις στη φυλακή
Η γυναίκα μου με μάτια από ξύλο πάντοτε κάτω από τσεκούρι
Με μάτια στη στάθμη του νερού στο ύψος του αέρα της γης και της φωτιάς

--------------------------------------------------------------------------------------
Ο Andre Breton δεν είναι από τους αγαπημένους μου, όμως, πριν από χρόνια, διαβάζοντας το Αισθητικό Τρίπτυχο του Γεωργίου Μουρέλου, διάβασα ένα μικρό απόσπασμα αυτού του ποιήματος και συγκλονίστηκα. Εδώ παρουσιάζεται ολόκληρο σε ελληνική μετάφραση. Για τους γαλλομαθείς το αυθεντικό ποίημα μπορεί να διαβαστεί εδώ.

Σάββατο, 17 Ιουλίου 2010

Θα έρθει η μέρα?

Τον οδηγούν, δεμένο, στον άγιο τόπο του μαρτυρίου και τον σταυρώνουν πάνω στον βράχο. Το πρόσωπο συσπάται σε κάθε χτύπημα του σφυριού. Νιώθει τον πόνο, νιώθει την αγωνία, αλλά δεν νιώθει φόβο. Είναι ο αίρων το μέλλον του ανθρώπου, ο πρώτος Μεσσίας, θεός και άνθρωπος μαζί, όχι επειδή τον έθρεψε ανθρώπινη μήτρα, αλλά από αγάπη γι’αυτούς τους εφήμερους, αποκομμένους από το μοιράδι της εξουσίας μιας νέας τάξης πραγμάτων που ήρθε μέσα από φωτιά κι ατσάλι.

Διπλοτσεκάρουν τα δεσμά του κι αποχωρούν. Μένει μόνος μαζί με τους δώδεκα αποστόλους του, μα, αυτός ο τάλας, δεν λυγίζει. Πιο σκληρός από τον βράχο του, πιο δυνατός από τα δεσμά του, στέκει εκεί στην κορυφή του κόσμου γνωρίζοντας την αμαρτία που τον φυλάκισε, προλέγοντας την αμαρτία που θα τον βασανίσει, αναμένοντας τη λύτρωση, που θ’αργήσει αλλά θα’ρθεί, δεκατρείς γενιές μετά.

Ο Προμηθέας γνωρίζει. Αυτό είναι το μεγάλο αμάρτημα του. Η διάδοση της γνώσης της φωτιάς τον φέρνει σιδηροδέσμιο στην κορυφή του Καυκάσου. Η απόκρυψη μιας άλλης, πιο μυστικιστικής και ζωτικής για τον άρχων του κόσμου, θα τον ρίξει στα Τάρταρα όπου θα βασανίζεται για την ευσπλαχνία του με την συστηματική αφαίρεση ενός εκ των σπλάχνων του. Σε μέλλοντα χρόνο, γνωρίζει και γνωρίζουμε, πως αυτό το ίδιο αμάρτημα θα τον ελευθερώσει και μαζί μ’αυτόν όλους εμάς τους ταπεινούς, εν τη κοινή γνώσει, αδελφούς του.

Για τον Αισχύλο, ο Προμηθέας είναι το όχημα μιας έντονης πολιτικής αντίδρασης σε κάθε τι τυρρανικό, ακόμα κι αν αυτό είναι το θεϊκό δικαίωμα στην εξουσία. Ένα παράδοξο για έναν δημοκράτη, αλλά βαθιά θρησκευόμενο ποιητή, ο οποίος στις Ευμενίδες του περιγράφει τον ίδιο τύρρανο, ως δίκαιο και πάνσοφο θεό. Δυστυχώς, δεν γνωρίζουμε αν στον Προμηθέα Λυόμενο, που ακολουθεί, μαζί με τον ήρωα, λύεται και η παρεξήγηση. Αν ο δίκαιος Ζευς αναγνωρίζει στον Προμηθέα την συμβολή του στην ανάληψη της εξουσίας και στον άνθρωπο το δικαίωμα της γνώσης.

Η παράσταση

Μια γυναίκα καθισμένη σε μια χαμηλή πέτρα, κοιτάζει έντρομη το κενό. Δυο άντρες με καφέ κοστούμια στέκονται στην κορυφή της κερκίδας. Γρήγορα κατεβαίνουν τα σκαλιά και ξαπλώνουν με το πρόσωπο στο χώμα και τα χέρια «δεμένα» πισθάγκωνα. Σιγά σιγά, δέκα ακόμα άντρες παίρνουν τη θέση τους κατάχαμα και ο ήχος αλλεπάλληλων πυροβολισμών γεμίζει τον χώρο. Η παράσταση έχει αρχίσει.

Η προσέγγιση ενός αρχαίου δράματος είναι πάντοτε ένα ζήτημα ατελείωτων συζητήσεων, πολλώ δε μάλλον, όταν την προσέγγιση αυτή την κάνει ένας σκηνοθέτης γνωστός για την επιμονή του στην σωματική ερμηνεία των ηθοποιών, κάτι που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον στιβαρό λόγο που χαρακτηρίζει, κυρίως, τις αισχυλικές τραγωδίες.

Ο Θεόδωρος Τερζόπουλος, έκανε, στην τρίτη του, μεταφορά του Προμηθέα Δεσμώτη, μια εξ’αρχής και εξ’ορισμού, αμφιλεγόμενη κίνηση. Ξεγύμνωσε τον Προμηθέα από τον οντολογικό προβληματισμό και ανέδειξε μόνο την πολιτική πλευρά του έργου, επιχειρώντας μια σύνδεση της Τιτανομαχίας και των επακολούθων της με τη σημερινή πολιτική κατάσταση.

Όπως ο ίδιος λέει σε μια συνέντευξη του, ο χορός των Ωκεανίδων είναι μια ομάδα εξαθλιωμένων μεταναστών, δεσμωτών της σημερινής εξουσίας οι οποίοι, ενώ ξεκινούν παραδομένοι στην κατήφεια του μαρτυρίου τους, με την είσοδο του Προμηθέα εναντιώνονται στην εξουσία και ορθώνουν και αυτοί το ανάστημα τους, «γίνονται και αυτοί Προμηθείς», απαντώντας καταφατικά στη, λάιτ μότιφ, ερώτηση της παράστασης: «Θα έρθει μια μέρα?».

Για να το επιτύχει αυτό, ακολουθεί μερικούς ακόμη πιο αμφιλεγόμενους δρόμους.

Επιλέγει ένα σύνολο ηθοποιών και την παρουσίαση του κειμένου σε τρεις γλώσσες, ελληνικά, τούρκικα και γερμανικά, δίνοντας μια παγκοσμιοποιημένη ανάγνωση. Και οι τρεις λαοί δοκιμασμένοι σε συνεχείς πολέμους, κατά καιρούς ηττημένοι και ταπεινωμένοι, και σίγουρα συμμέτοχοι του ζητήματος. Πάνω απ’όλα, δίνει τον Προμηθέα σε έναν, εξαιρετικό, Τούρκο ηθοποιό, αναδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο την κοινή μοίρα των, ακόμα και αντιμαχόμενων, λαών.

Ο Ήφαιστος, το Κράτος και ο Ωκεανός, αναδύονται μέσα από τον χορό, υποδεικνύοντας την άμεση σχέση του δέσμιου με τον δεσμοφύλακα του, του πάσχοντα με τον συμπάσχοντα, ενώ η Ιώ, μια κυνηγημένη μετανάστρια κατά τον σκηνοθέτη, έρχεται απ’έξω υπογραμμίζοντας το πρόβλημα της γυναίκας στην σημερινή κοινωνία και την εμπορευματοποίηση της λευκής, ή και μάυρης, σάρκας της.

Ο Ερμής, σε μια απίστευτη σκηνοθετική έμπνευση, εμφανίζεται ξαφνικά μέσα από το κοινό, ανάμεσα στο οποίο βρίσκεται σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Το τσιράκι της εξουσίας, είναι ένας από εμάς. Δεν είμαστε εμείς άμοιροι των ευθυνών μας. Ίσα ίσα, είμαστε μέτοχοι των δεινών τους. Ο Γερμανός ηθοποιός, σαν δεσμοφύλακας στρατοπέδου συγκέντρωσης, περιπαίζει, χτυπάει, βασανίζει τον ταλαιπωρημένο χορό, ο οποίος σε στάση προσοχής, υπομένει, μα δεν λυγίζει.

Τέλος, κι εδώ βρίσκεται και το πιο αμφιλεγόμενο σημείο της παράστασης, ο σκηνοθέτης εισάγει έναν ακόμα χαρακτήρα (ή μήπως είναι η, βουβή στον Αισχύλο, Βία?). Μια γηραιά κυρία καθισμένη σε μια πέτρα, η οποία είναι παρούσα στη σκηνή πριν την έναρξη της παράστασης και παραμένει και μετά το τέλος της. Από το στόμα της δεν βγαίνουν αισχύλεια λόγια, αλλά, στο Α στάσιμο, μια ανάμνηση ενός, εμφυλίου(?), πολέμου και μιας βασανιστικής απαίτησης για προδοσία και, στο Γ στάσιμο, ένα κείμενο για την καταστροφική μανία της φωτιάς, του θείου δώρου, που ο Προμηθέας έκλεψε για εμάς, κι εμείς χρησιμοποιήσαμε με όλους τους λάθος τρόπους.

Η παράσταση κλείνει αμέσως μετά το χειροκρότημα του κοινού. Ο Τούρκος Προμηθέας μας ζητάει να κάνουμε ησυχία και μας ρωτάει, στα ελληνικά: «Θα έρθει μια μέρα?». Κάποιοι απαντούν, κάποιοι άλλοι όχι. Και αυτή, ακριβώς, είναι και η κατακλείδα της παράστασης. Είμαστε όλοι παρόντες στη σημερινή, τραγική, πολιτική κατάσταση. Κάποιοι από εμάς στεκόμαστε βολεμένοι, αδιάφοροι για τον πόνο και την καταστροφή που μας περιβάλει. Κάποιοι άλλοι, ορθώνουν το ανάστημα τους, απαντούν στο ερώτημα των καιρών και είναι έτοιμοι να γίνουν και αυτοί Προμηθείς.

Εν κατακλείδι, αυτού του κειμένου, η παράσταση του Θεάτρου Άττις ήταν μια τυπική τερζοπούλεια παράσταση. Σωματικές ερμηνείες, γεωμετρική διάταξη των ηθοποιών στο χώρο, εξαιρετική χρήση ήχου και φωτισμού και, πάνω απ’όλα, μια διαφορετική, πιο προσωπική, ματιά σε ένα κείμενο ηλικίας δυόμιση χιλιάδων ετών. Το εγχείρημα στέφθηκε με επιτυχία, με μια μόνο, μικρή, ένσταση. Η τραγωδία του Αισχύλου υπήρξε η αφορμή και το μέσον για την επίτευξη ενός στόχου. Ο τίτλος της παράστασης ως «Προμηθέας Δεσμώτης του Αισχύλου» μοιάζει κάπως παράταιρος. Θεωρώ ότι μια εστιασμένη στο Θέατρο Άττις αναφορά της παράστασης θα ήταν περισσότερο τίμια απέναντι στο, ανυποψίαστο, κοινό. Γιατί το υποψιασμένο, δεν είχε καμμία αμφιβολία για το τι ακριβώς θα παρακολουθούσε.


Ιδιαίτερη αναφορά, τέλος, πρέπει να γίνει στο έργο τέχνης του Γιάννη Κουνέλλη, ενός εκ των σημαντικότερων εκπροσώπων της arte povera παγκοσμίως, που κοσμούσε τους τοίχους του Παλαιού Ελαιουργείου της Ελευσίνας. Μια κατασκευή με σχοινιά και πέτρες ύψους περίπου πέντε μέτρων και συνολικού μήκους περίπου εξήντα, η οποία δέσποζε στον σκηνικό χώρο αναδεικνύοντας τα κοινά, σε όλους μας, δεσμά, αλλά και τον κοινό, μεταξύ μας, δεσμό.

Πέμπτη, 15 Ιουλίου 2010

Ένα πάρτυ... κάποτε

Όσο η Μούσα γίνεται όλο και περισσότερο... λιγότροπη και η ζέστη δεν αφήνει ζωτικό χώρο για σκέψη, τόσο περισσότερο καταφεύγω στη μουσική για λίγη δροσιά.

Εν τω μεταξύ, σήμερα, από το πρωί μου έχει κολλήσει στο μυαλό αυτός ο πρωτοεφηβικός έρωτας




Και το ένα φέρνει τ'άλλο και θυμάμαι παιδικά πάρτυ.

Η Ελένη τα έφτιαξε με τον Γιάννη και η Μαρίνα, που τον αγαπούσε πριν την Ελένη, κλαίει στη ντουλάπα και είναι η ώρα να χορέψουμε "μπλουζ" κι εγώ θέλω να χορέψω με τη Μαρίνα, αλλά αυτή δεν βγαίνει με τίποτα κι έρχεται η Γεωργία και με παίρνει από το χέρι να χορέψουμε, αλλά εγώ δεν θέλω, όμως αυτή επιμένει και με φιλάει στο μάγουλο και χορεύουμε




αλλά εμένα μου αρέσει το καινούργιο του Πρινς




και αυτός ο χαζός ο ξάδελφος της Μπέτυ, που παίζει μουσική, και πάει στο γυμνάσιο δεν το βάζει και σε λίγο θα ανάψουν τα φώτα για την τούρτα και η Μαρίνα δεν έχει βγει ακόμα κι εγώ δεν θα χορέψω μαζί της ποτέ.

Ποτέ...

Και, "να ζήσεις Μπετούλα και χρόνια πολλά..." και μετά αρχίζει πάλι η μουσική, πιο γρήγορη αλλά εμείς προτιμάμε την τούρτα και τα πατατάκια και ο χαζός ο Βαγγέλης έχει βάλει δυο γαριδάκια στη μύτη του και τα κορίτσια χαζογελάνε γιατί ο Βαγγέλης αρέσει σε όλες, ακόμα κι όταν κάνει τέτοια σιχαμένα και η μουσική παίζει




κι εγώ έχω αρχίσει και βαριέμαι και κάποιος λέει να παίξουμε μπουκάλα, αλλά τα κορίτσια σιχαίνονται και δεν θέλουν και η Μαρίνα βγήκε από τη ντουλάπα και τα έφτιαξε με αυτόν τον χαζό, τον Βαγγέλη, που έβαζε τα γαριδάκια στη μύτη, αλλά εμένα δεν με πειράζει γιατί είμαι και παλιοεγωίσταρος, που λέει και η μαμά μου και η Γεωργία μ'αγαπάει και είναι και πιο όμορφη και καλύτερη και η μαμά της φτιάχνει την καλύτερη σπανακόπιτα (μετά τη μαμά μου φυσικά).

Ήρθε η ώρα να φύγουμε, θα μας πάρει ο μπαμπάς του Μάριου, του διπλανού μου, που είναι ήδη κάτω και χτυπάει το κουδούνι, παίρνω τη Γεωργία από το χέρι, ακολουθώ τον Μάριο στο ασανσέρ και το τραγούδι μας αποχαιρετάει




Και μετά ήρθε το καλοκαίρι και τον Σεπτέμβρη ήμασταν, ξανά, όλοι εκεί. Όλοι εκτός από τη Γεωργία, που αρρώστησε και δεν ξαναήρθε ποτέ στο σχολείο. Και τώρα, καμμιά φορά που την βλέπω στον δρόμο ντρέπομαι να της μιλήσω γιατί ήμουν παιδί και δεν άντεχα την παραμόρφωση της. Και θέλω να της πω ότι, τώρα, καταλαβαίνω, τώρα, δεν με πειράζει, αλλά χαμηλώνω το βλέμμα και επιταχύνω το βήμα. Όχι για να την αποφύγω, αλλά για να αποφύγω εμένα...

Σάββατο, 10 Ιουλίου 2010

Αμστελόδαμο

Σ’ένα μπαρ κοντά στο Centraal. Μόνος. Ένα ποτήρι μαύρο ρούμι ίδρωνε κάτω από το απλανές βλέμμα μου, καθώς μια αδιάφορη μουσική με αγνοούσε επιδεικτικά. Έκατσε δίπλα μου. Με κοίταξε. Ήταν δεν ήταν δεκαεννιά χρονών, ήταν δεν ήταν όμορφη. Τα ξεθωριασμένα πράσινα μάτια της χαμογελούσαν πιο πολύ κι από το στόμα της και το στρογγυλεμένο πρόσωπο της, φεγγάρι κάτω από το κίτρινο φως, ήταν κατάστικτο από μικρές καφέ πιτσιλιές, θαρρείς βαλμένες εκεί για να υπογραμμίσουν μια εικόνα αθωότητας που έχει χαθεί.

Κερνάω ένα ποτό. Τζιν τόνικ. Αγγλίδα σκέφτομαι. Ναι, από το Νιούκαστλ. Παράξενο, δεν ακούγεται σαν Geordie. Οι γονείς της ήταν από το Λονδίνο. Ήταν? Η μητέρα της πέθανε όταν ήταν δεκατρία, μισούσε τον πατέρα της, ακόμα τον μισεί. Στα δεκαέξι έφυγε με ένα σακίδιο στην πλάτη για μια καλύτερη ζωή, στα δεκαεννιά ήταν στο Άμστερνταμ. Γιατί να πηδιέται για τα άθλια φιλοδωρήματα μια σερβιτόρας, όταν μπορεί να το κάνει για πολλά περισσότερα. Χαμογελάει ξανά. Μέσα από τα δόντια της, καθώς μιλάει, ένα μικρό φώς μοιάζει να ξεπροβάλλει.

Άλλο ένα ρούμι. Κι ένα τζιν. Πάντα με τόνικ. Είναι καλά. Δουλεύει τα πρωινά σε μια βιτρίνα στην Kreupelsteeg και μερικά βράδια σε ένα μπαρ κοντά στο Vodka Museum, όπου σερβίρει γυμνόστηθη. Σήμερα έχει ρεπό. Θέλει να χορέψει. Πολύ μιλήσαμε.

Το μπαρ είναι χωρισμένο στα τρία. Το πρώτο κομμάτι, σαν εστιατόριο, με τραπέζια για τέσσερις και φτηνά κόκκινα τραπεζομάντιλα. Ζευγάρια, νεαρά και ηλικιωμένα κάθονται, πίνουν συζητώντας τα ποτά τους, κυρίως Oranjeboom. Στο δεύτερο κομμάτι καθόμαστε εμείς. Μια ωοειδής ξύλινη μπάρα στο κέντρο, γεμάτη προσκυνητές που σηκώνουν το κεφάλι μόνο για τη μυστικιστική επίκληση τους στο Άγιο Οινόπνευμα και την αναζήτηση του εξομολογητή με το άσπρο πουκάμισο και το μαύρο παπιγιόν. Το τρίτο κομμάτι είναι κλειστό. Μια τζαμαρία σε αφήνει να δεις, αλλά όχι ν’ακούσεις. Τρία ζευγάρια λικνίζονται στους ρυθμούς μιας μουσικής που μόνο να τη μαντέψεις μπορείς. Η εικόνα είναι αστεία.

Με παίρνει από το χέρι. Χορεύουμε. Δεν ξέρω το τραγούδι, ξέρω, όμως το ρυθμό. Πλησιάζει το σώμα της. Ακουμπάει πάνω μου κι ένα φιλί ξεφεύγει από τα χείλη της και προσγειώνεται στα δικά μου. Το στόμα της ακολουθεί μια περίεργη τροχιά και φτάνει στο αυτί μου. Μένει σε ένα δυαράκι εδώ πιο πάνω με άλλες δυο κοπέλες. Είναι μόνη της απόψε. Οι άλλες δουλεύουν. Μπορούμε να περάσουμε τη νύχτα μαζί. Κοιτάω το πρόσωπο της, πιο φωτεινό κι από την ντεμοντέ ντισκομπάλα που κρέμεται πάνω από τα κεφάλια μας. Χαμηλώνει το βλέμμα. Είναι υπέροχη.

Ψελλίζω μια δικαιολογία και την τραβάω έξω από την πίστα. Είμαστε ιδρωμένοι. Ένα ρούμι ακόμα και φεύγουμε. Και ένα τζιν ακόμα. Γελάει. Δεν χρειάζεται να τη μεθύσω. Το ξέρω. Πληρώνω τα ποτά και φεύγουμε. Περπατάμε βιαστικά. Δεν είναι μακριά, εδώ πιο κάτω. Στην επόμενη γωνία στρίβουμε. Στην πόρτα τη φιλάω, ψιθυρίζω μια βιαστική καληνύχτα και φεύγω. Με κοιτάει περίεργα καθώς χάνομαι στο επόμενο στενό σφυρίζοντας. Ανεβαίνει πάνω. Απόψε θα κοιμηθεί μόνη…

Την επόμενη μέρα, τα πόδια μου με σέρνουν προς την Sint Jansstraat. Έχει ένα μικρό coffee shop εκεί που σερβίρει τον καφέ με 2 γκίλντερς μόνο. Χρειάζομαι έναν καφέ επειγόντως. Μια μέρα κουραστική είναι στη μέση της κι εγώ δεν έχω καταφέρει ακόμα να ανοίξω τα μάτια μου. Κοιτάζω δεξιά μου. Ένα μικρό στενό με μια μικρή ταμπέλα. Kreupelsteeg. Τα βήματα μου με οδηγούν ανεπαίσθητα. Προσπερνώ τις βιτρίνες, σχεδόν, αδιάφορα. Την βλέπω. Με κοιτάζει. Είναι δεν είναι δεκαεννιά. Δεν χαμογελάει. Δεν είναι όμορφη. Μπαίνω μέσα. 100 γκίλντερς? 100 γκίλντερς. Βγάζω δυο χαρτονομίσματα και τ’ακουμπάω στο μικρό μπλε κομοδίνο. Περπατάω σιγά προς το κρεβάτι. Οι κουρτίνες κλείνουν και το σκοτάδι απλώνεται στο μικρό δωμάτιο. Γυρίζω προς το μέρος της και το δωμάτιο ξαφνικά γεμίζει με φως.

Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2010

Το Όνομα μου είναι Τριάντα Έξι

Δεν μ’εξουσιάζουν. Είναι εκεί, όμως. Μέσα σ’αυτά τα μικρά, ξεπλυμένα καφετί φινιστρίνια, που δίνουν θέα στο πέλαγος. Αλλάζουν το χρώμα και τη σύσταση του, τη γεύση του. Χωρίζουν τη θάλασσα και μου δείχνουν τον πυθμένα. Αγαλλιάζω μα εκείνοι αποχωρούν χορεύοντας. Κατολισθαίνουν στ’αμπάρια, καταλαμβάνουν την κουπαστή, αλλά όχι τη γέφυρα. Δεν μ’εξουσιάζουν…

Δεν με ορίζουν. Μα καθορίζουν την όψη. Μαυρίζουν το άσπρο, ασπρίζουν το μαύρο, γέρνουν τους ώμους, χαμηλώνουν τα βλέφαρα. Μέρα με τη μέρα, αυξάνονται και πληθύνονται. Προστίθενται δεν πολλαπλασιάζονται. Κι εγώ αντιστέκομαι. Τους πολεμώ έναν έναν κι όλους μαζί. Tους εξοντώνω, μα ποτέ μέχρις εσχάτων. Επανέρχονται κάθε πρωί. Μέσα σ’αυτά τα μικρά φινιστρίνια. Πυροδοτούν τη μέρα μου, χαράζουν την τροχιά μου. Αυτοί και όχι η αδράνεια του σύμπαντος, μα δεν με ορίζουν…

Δεν μεμψιμοιρώ. Εγώ είμαι ο Καπετάνιος. Το πλήρωμα μου με ακολουθεί. Πάντα πιστό. Πάντα σε εγρήγορση. Πάντα δικό μου. Πάντα νικητές.

Εν βρασμώ ψυχής, λοιπόν, ξανασυστήνομαι.

Το όνομα μου είναι Έξι…

-----------------------------------------------------------------------------------
καὶ ἐπηρώτα αὐτόν• Τί ὄνομά σοι; καὶ ἀπεκρίθη λέγων• Λεγεὼν ὄνομά μοι, ὅτι πολλοί ἐσμεν.

Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο Κεφ. ε’ Στίχος 9

Κυριακή, 4 Ιουλίου 2010

Το αστείον του πράγματος...

Μια μικρή ιστορία θα διηγηθώ σήμερα. Ήρωες της, ο θρυλικός σεναριογράφος Dalton Trumbo και ο ακόμα πιο θρυλικός σκηνοθέτης Luis Bunuel.

Ο Τράμπο, σεναριογράφος των Kitty Foyle (1940), Spartacus (1960) και The Last Sunset (1961) μεταξύ άλλων, υπήρξε ένας βαθύτατα δημοκρατικός και γενναίος άνθρωπος, ο οποίος γράφτηκε στην αμερικανική (και παγκόσμια) ιστορία ως ένας από τους «Δέκα του Χόλυγουντ», δηλαδή ως ένα από τα δέκα θύματα των Μακαρθικών διώξεων το 1947. Αρκετά χρόνια πριν, το 1939, ο Τράμπο έγραψε μια, επίσης θρυλική, νουβέλα η οποία έτυχε θερμής υποδοχής από κοινό και κριτική και η οποία αποτελούσε για δεκαετίες ευσεβή πόθο για τους περισσότερους κινηματογραφικούς σκηνοθέτες.

Το 1970, αφού ο Τράμπο είχε αποκατασταθεί και του είχε, πλέον, επιτραπεί να εργάζεται ξανά (το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς του, όπως και το Brave One (1956) για το οποίο πήρε Oscar, έγινε υπό διάφορα ψευδώνυμα), αποφάσισε ότι το Johnny Got His Gun (για αυτήν τη νουβέλα μιλούσαμε πριν) έπρεπε να γίνει ταινία. Όπως προείπαμε, δεκάδες σκηνοθέτες είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον, όμως ο Τράμπο πίστευε, και πολύ καλά έκανε, ότι ο μόνος που θα μπορούσε να αναδείξει το έργο ήταν ο Μπουνιουέλ.

Ο Μπουνιουέλ, ίσως ο μεγαλύτερος κινηματογραφιστής που πάτησε το πόδι του στη γη, σκηνοθέτης των Los Olvidados (1950), Viridiana (1961), Belle De Jour (1967) και Cet Obscur Objet Du Desir (1977) μεταξύ άλλων, υπήρξε ένας βαθύτατα αναρχικός, άθεος και (δεν ξέρω αν και πόσο) γενναίος άνθρωπος, ο οποίος ως μεγαλοφυΐα ήταν και βαθύτατα διαλεκτικός.

Αφού, λοιπόν έγινε η πρώτη επαφή μεταξύ των δύο και, φυσικά, η αρχική συμφωνία, άρχισαν και οι πρώτες συζητήσεις για τη μορφή που θα έπαιρνε το έργο. Όμως ένας δημοκράτης και ένας αναρχικός έχουν ελάχιστα σημεία επαφής. Κάθε φορά που ο Τράμπο ανέφερε τη λέξη «δημοκρατία», ο Μπουνιουέλ ξεσπούσε σε γέλια. Ο εκνευρισμός ήταν διάχυτος. Ο Τράμπο δεν μπορούσε να κατανοήσει το λόγο που ο Μπουνιουέλ γελούσε ακατάπαυστα στο άκουσμα και μόνο της λέξης και ο Μπουνιουέλ, που γνώριζε ότι καμμιά λέξη δεν είναι μονοσήμαντη, δεν μπορούσε να σταματήσει να γελά.

Ο Τράμπο φοβήθηκε, και πολύ καλά έκανε, ότι το αντιπολεμικό αριστούργημα του θα έχανε τα ανθρωπιστικά στοιχεία του στα χέρια του βλάσφημου Ισπανού και ότι το τελικό αποτέλεσμα δεν θα τον αντιπροσώπευε ούτε στο ελάχιστο, οπότε αποφάσισε να διαλύσει τη συνεργασία και να γυρίσει μόνος του την ταινία. Αποτέλεσμα αυτής του της απόφασης ήταν η ειλικρινής, ανθρωπιστική, συγκινητική και μετριότατη, ταινία που τελικά βγήκε στους κινηματογράφους το 1971.

Η ξεροκεφαλιά του Μπουνιουέλ μας στέρησε ένα μεγάλο αριστούργημα…