Πέμπτη, 19 Αυγούστου 2010

Σκοτάδι στην Επίδαυρο

Τι κάνει μια θεατρική παράσταση επιτυχημένη; Να μια καλή ερώτηση με δύσκολες απαντήσεις. Προσοχή, δεν ρωτάω τι κάνει μια θεατρική παράσταση καλή ή εμπορικά επιτυχημένη. Όταν μιλάω για επιτυχημένη παράσταση, εννοώ μια παράσταση η οποία δείχνει σεβασμό στο κείμενο, στο κοινό, αλλά, πάνω απ’όλα καταφέρνει να μεταφέρει το “όραμα” του σκηνοθέτη αυτούσιο στον υποψιασμένο θεατή.

Χωρίς να έχω εντρυφήσει στο ζήτημα, μπορώ να φέρω στο μυαλό μου πολλές παραμέτρους οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιηθούν για να υπάρξει ένα επιτυχημένο αποτέλεσμα. Η απόδοση του κειμένου, η διδασκαλία των ηθοποιών, η χρήση του σκηνικού χώρου, η χρήση οπτικοακουστικών τεχνασμάτων για την ισχυρότερη εντύπωση του μηνύματος ή της ψυχολογικής κατάστασης των ηρώων και, φυσικά, η σκηνική τοποθέτηση των ηθοποιών.

Η παράσταση του Οθέλλου που ανέβηκε από την βερολινέζικη Schaubuhne, σε σκηνοθεσία Τόμας Οστερμάγιερ, στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου ήταν, σχεδόν, επιτυχημένη. Και λέω σχεδόν γιατί κάποια από τα προαναφερθέντα στοιχεία δεν ικανοποιήθηκαν πλήρως. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.

Ο Οστερμάγιερ δεν διάβασε το σαιξπηρικό δράμα ως μια τραγωδία αντιθέσεων (μαύρο-άσπρο, καλό-κακό, αρσενικό-θηλυκό κλπ). Μπορώ να πω ότι δεν το διάβασε καν ως τραγωδία, και αυτό είναι το πρώτο από τα στοιχήματα που κέρδισε. Σε ένα σκηνικό όπου κυριαρχεί το νερό (μαύρο ή σκοτεινό, διαλέγεις και παίρνεις) όλοι οι ήρωες στέκονται ίσοι, σχεδόν μονίμως πάνω στη σκηνή, με μόνο διαχωρισμό τους τους τίτλους που τους απονέμονται. Ο Οθέλλος, πιο λευκός κι από την Δυσδαιμόνα, βάφεται μαύρος στην αριστουργηματική αρχική σκηνή, ντυμένη με μια, οριακά, τελετουργική μουσική, στην οποία παρακολουθούμε, χωρίς ίχνος προκλητικότητας, το σκανδαλώδες ζεύγος να ολοκληρώνει την πρώτη νύχτα του γάμου. Όταν επανεμφανιστεί θα είναι πάλι λευκός, ντυμένος στην επίσης λευκή ναυτική στολή του.

Ο Ιάγος, ντυμένος κι αυτός στα λευκά, κινείται αποκλειστικά και μόνο στο φως. Η γνωστή σκοτεινή φιγούρα του απόλυτου κακού δεν έχει καμμιά θέση σε μια απογυμνωμένη από μανιχαϊστικά στοιχεία παράσταση. Ένας βαθειά πληγωμένος άνθρωπος είναι ο Ιάγος και τίποτα παραπάνω. Σκοτεινό αντικείμενο του πόθου του δεν είναι μόνο η θέση του υπασπιστή, η οποία στο μυαλό του δικαιωματικά του ανήκει, αλλά και μια θέση στην καρδιά του ατρόμητου μαυριτανού στρατηγού. Γι’αυτό δεν σταματάει τις δολοπλοκίες του όταν ο πρώτος στόχος έχει πια επιτευχθεί. Η ολοκλήρωση του σχεδίου του απαιτεί και την εξόντωση της αγνής και προκλητικής αγάπης του πρωταγωνιστικού ζευγαριού.

Αν υπάρχει μια “ύβρις” στο έργο, αυτή είναι ο έρωτας. Όχι ο έρωτας των ποιητών και των εφηβικών όρκων, αλλά ο βίαιος, σαρκικός έρωτας. Ο ασίγαστος πόθος και το αβάσταχτο πάθος. Από την πρώτη ερωτική συνεύρεση των δύο εραστών ως την, σαν βίαιη ερωτική σκηνή, τελευταία και φονική, τα πάντα διαχέονται από έναν, σχεδόν, ωμό ερωτισμό. Οι γυναίκες φοράνε προκλητικά ρούχα και κάθονται με τα πόδια ανοιχτά, οι άντρες είναι οριακά αμφισεξουαλικοί, κάποιοι από τους διαλόγους συμπληρώνονται από ερωτική προσομοίωση, η γιορτή για την αποβίβαση στην Κύπρο υπονοείται ότι καταλήγει σε ένα μεγάλο όργιο, η ίδια η Κύπρος, μέσω των προβαλλόμενων στο video wall εικόνων, συνδέεται με το Las Vegas και όλα αυτά υπό τους ήχους μιας “παγανιστικής” αφρο-βαλκανικής τζαζ μουσικής (εκπληκτική δουλειά από τους The Polydelic Souls, όποιος ξέρει κάτι παραπάνω ας μου πει κι εμένα).

Συμπαραστάτες του σκηνοθέτη τους, οι ηθοποιοί της παράστασης, έδωσαν ένα πραγματικό ρεσιτάλ. Ένα πραγματικά δεμένο σύνολο χαρισματικών ανθρώπων (ξεχώρισε λόγω και του ρόλου του ο Στέφαν Στερν ως Ιάγος) έπαιξαν με τους ρόλους τους, αλλά και με το κοινό. Άλλο ένα κερδισμένο στοίχημα. Η υποκριτική έδωσε τη θέση της στο παιχνίδι. Χωρίς ευκολίες και χωρίς να εκχυδαΐσουν το κείμενο απάλλαξαν την παράσταση από το βάρος των γνωστών τραγικών ερμηνειών και απέδωσαν τέλεια την ελαφρότητα του παιχνιδιού ανάμεσα στους ήρωες αλλά και, ίσως κυρίως και, ανάμεσα σε αυτούς και το κοινό.

Κάπου εδώ, όμως, έρχεται ο αρχικός προβληματισμός. Εξαιρετική η παράσταση, σίγουρα, και, ίσως, μια από τις καλύτερες που έχω δει στη ζωή μου, όμως έπρεπε να παιχτεί στην Επίδαυρο; Δεν αναφέρομαι στην ιερότητα του χώρου, μακριά από μένα τέτοιες αηδίες, αλλά στην οικονομία του χώρου. Ο γερμανός σκηνοθέτης, είτε από επιλογή είτε επειδή είναι έξω από την κουλτούρα του, αγνόησε τις παραμέτρους που ορίζει το ανοιχτό θέατρο και έστησε μια παράσταση κλειστού χώρου. Είναι γνωστό ότι ο Τσέχωφ έγραφε τα έργα του έχοντας στο μυαλό του τη σκηνή του Θεάτρου Τέχνης της Μόσχας. Ο Οστερμάγιερ δεν “μετέφρασε” το έργο του Σαίξπηρ έχοντας στο μυαλό του τη σκηνή του θεάτρου της Επιδαύρου. Το εικαστικό αποτέλεσμα ήταν άψογο, αλλά αν εξαιρέσεις το τελευταίο μισάωρο που εκτυλίχτηκε στο ημίφως, η σκηνή ήταν αμέτοχη της παράστασης.

Εν κατακλείδι, υπέροχη παράσταση, όμως ευελπιστώ ότι θα μπορέσω να ταξιδέψω στο Βερολίνο αυτόν τον Νοέμβρη, ούτως ώστε να την δω όπως πρέπει.