Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2007

Life's A Piece Of Shit, When You Look At It

Life's a laugh and death's a joke, it's true, you'll see it's just a show...

Επειδή καμιά φορά ξεχνιέμαι, υπάρχει κάτι που να μου το θυμίζει



Η ζωή ακόμα κι όταν γίνεται κηδεία, έχει πολύ μεγάλη πλάκα κι ακόμα και πάνω στο σταυρό του μαρτυρίου μια ανάσα χρειάζεται για να μπορείς να σφυρίξεις...


Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2007

Πανωδεξιός ή κατωαριστερός?

Προσφάτως μέσω του κυρίου Κουσουράτου
έλαβα γνώση μιας, ας την πούμε, πιο επίπεδης αντίληψης του πολιτικού φάσματος, που αντικαθιστά την γνωστή ευθεία γραμμή (πολλή γεωμετρία έπεσε) που ορίζεται από την αριστερά και τη δεξιά.

Προσπερνώ τις κουσούρικες αντιρρήσεις θεωρώντας ότι το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα συντεταγμένων που προτείνεται με ικανοποιεί (άλλωστε λοιπές παράμετροι που απουσιάζουν από το σύστημα, όπως οικολογία, θρησκεία κλπ, μπορούν να μπουν σε μια πό τις δυο συντεταγμένες με τον ένα ή τον άλλο τρόπο) και παραθέτω τα δυο επίπεδα συστήματα που βρήκα στο blog του Σπύρου Ντόβα, πολιτευόμενου με την Φιλελεύθερη Συμμαχία.

Το πρώτο είναι ένας πονηρός ρόμβος, σχετικά αναξιόπιστος, που εμφανίζει τους φιλελεύθερους πάνω, τους κρατιστές κάτω, τους αριστερούς... αριστερά και τους δεξιούς... δεξιά, αφήνοντας ένα ωραίο τετραγωνάκι στο κέντρο για τους (ναι, το μαντέψατε) κεντρώους.



Η κόκκινη κουκίδα στην εικόνα είναι η αφεντομουτσουνάρα μου. Αν θέλετε να γίνετε κι εσείς κόκκινη κουκίδα κάντε το κουίζ των δέκα ερωτήσεων

Το δεύτερο είναι ένα πιο αναλυτικό και αρκετά πιο σοβαρό σύστημα, που δεν έχει ρομβοποιηθεί για να εμφανίζει τους φιλελεύθερους πάνω από τους άλλους, και στον οριζόντιο (οικονομικό) άξονα έχει τον κλασικό αριστερά-δεξιά διαχωρισμό, με τον κομμουνισμό ως αριστερά και τον νεο-φιλελευθερισμό ως δεξιά, ενώ στον κάθετο (κοινωνικό) άξονα έχει τον διαχωρισμό απολυταρχικός-ελευθερόφρων, με τον φασισμό πάνω και τον αναρχισμό κάτω.



Όπως βλέπουμε το τετράγωνο στην πάνω αριστερά γωνία τοποθετούμε τις σοσιαλιστικές δικτατορίες π.χ. Πολ Ποτ ή Στάλιν, στην πάνω δεξιά δικτατορίες της ελεύθερης οικονομίας π.χ. Πινοσέτ, στην κάτω δεξιά τους αναρχο-φιλελεύθερους και στην κάτω αριστερή τους αναρχο-κομμουνιστές. Οι δύο τελευταίοι δεν έχουν κάνει ακόμα κυβερνήσεις.

Για να μην γεμίζώ το κείμενο με εικόνες, σχηματικά μπορούμε να τοποθετήσουμε στο πάνω δεξιά κομμάτι όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, πάνω πάνω και στη μέση τους Ναζί και κάτω αριστερά αναρχοκομμούνια σαν τον Γκάντι, τον Μαντέλα και τον... S_Pablo



Πάλι κόκκινη κουκίδα? Ας είναι, στο site PoliticalCompass μπορείτε να κάνετε κι εσείς το τεστ, να δείτε που βρίσκονται πολιτικοί, προσωπικότητες και κόμματα (δεν πιστεύω να αναρωτιέστε που βρίσκονται οι δικοί μας ηγέτες. Πάνω δεξιά, πάντα), καθώς και να βρείτε την πολιτική βιβλιογραφία που σας ταιριάζει (γενικώς αρκετά σωστή, μέχρι και Κροπότκιν προτείνει στους κατωαριστερούς)

Τέλος, κάτι ακόμα ενδιαφέρον που βρήκα στο blog του κυρίου Ντόβα είναι ένα ερωτηματολόγιο για τις Ολλανδικές εκλογές που βοηθάει τους ψηφοφόρους να κατανοήσουν ποιο κόμμα τους αντιπροσωπεύει περισσότερο. Να μια χρήσιμη ιδέα για τις επόμενες εκλογές (αν και θα είναι δύσκολο να έχουμε ξεκάθαρες απαντήσεις για όλα τα θέματα).

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2007

Bye Bye Life (and All That Jazz)

(Ορισμός: And all that Jazz είναι ένας αμερικάνικος ιδιωματισμός που σημαίνει: και όλα τα συναφή)

Εν μέσω εκλογών και για την ακρίβεια το πρωί των εκλογών, στο ζάπινγκ ανάμεσα στα πρωινά πάνελ, το Μακεδονία TV έκανε την έκπληξη προβάλλοντας την ταινία All That Jazz του Bob Fosse (ελλ. τίτλος "Η Παράσταση Αρχίζει") και δόξα τω θεώ μου θύμισε αυτό το πραγματικά μεγάλο αριστούργημα.

Η ταινία αφορά στην ιστορία ενός σκηνοθέτη-χορογράφου, του Joe Gideon (Roy Scheider), ο οποίος ετοιμάζει την επόμενη παράσταση του στο Broadway, ενώ παράλληλα τελειώνει την κινηματογραφική του ταινία.

Εν μέσω υπερκόπωσης, ναρκωτικών, αλκοόλ και ατελείωτου sex παθαίνει έμφραγμα και παρά τις απέλπιδες προσπάθειες της πρώην γυναίκας του (Leland Palmer), της κόρης του (Erzsebet Foldi) και της φίλης του (Ann Reinking) να τον φέρουν στον "ίσιο" δρόμο, τελικά πεθαίνει.

Η ταινία ουσιαστικά πραγματεύεται το αδιέξοδο του ίδιου του Fosse, στην προσπάθεια του να ολοκληρώσει την ταινία του Lenny (με θέμα τη ζωή του κωμικού Lenny Bruce) και παράλληλα να ανεβάσει στο θέατρο την παράσταση του Chicago και τα αυτοβιογραφικά στοιχεία δεν τελειώνουν εκεί, αφού η Reinking υπήρξε όντως ερωμένη του, ενώ ο Cliff Gorman, που παίζει τον ήρωα της ταινίας που σκηνοθετεί ο Gideon ήταν ο πρωταγωνιστής του θεατρικού Lenny (στην ταινία τον υποδύθηκε ο Dastin Hoffman).

Το All That Jazz, συχνά συγκρίνεται με το 8 1/2 και όχι άδικα αφού είναι σαφείς οι επιρροές από την ταινία του Fellini, αν και κατά την ταπεινή μου άποψη ο μεγάλος Fosse ξεπερνά τον μεγάλο ιταλό σκηνοθέτη.

Ένα κύριο χαρακτηριστικό της ιδιοφυίας του Fosse σε αυτήν την ταινία είναι ο τρόπος που ενσωματώνει τα χορευτικά. Συνήθως τα μιούζικαλ κουράζουν και εκνευρίζουν με τα αναίτια ξεσπάσματα των χαρακτήρων σε χορούς και τραγούδια, που αντικαθιστούν τους διαλόγους.

Ο Fosse το ξεπερνά αυτό αφού τα χορευτικά είναι είτε μέρος της παράστασης που ανεβάζει, όπως το εκπληκτικό Take Off With Us (προσέξτε την αλλαγή από τη μέση και μετά με το Air-Otica και τα μούτρα των παραγωγών)


είτε παιχνίδια που παίζουν οι ήρωες μεταξύ τους, όπως αυτή η σκηνή όπου η φίλη και η κόρη του Gideon κάνουν μια αυτοσχέδια παράσταση (Everything Old Is New Again - Peter Allen)




είτε (κι εδώ είναι το πραγματικά ιδιοφυές κομμάτι) μέσα στις παραισθήσεις που έχει ο ήρωας του λόγω των ναρκωτικών και της ασθένειας του, όπως αυτές οι σκηνές μέσα στο νοσοκομείο (You Better Change Your Ways - Ann Reinking και Some Of These Days - Erzsebet Foldi)






και φυσικά η μεγαλειώδης 10λεπτη σεκάνς του τέλους όπου ο Gideon πεθαίνει διασκευάζοντας μαζί με τον εξαιρετικό Bob Vereen το Bye Bye Love σε Bye Bye Life (εκπληκτικός ο Vereen και ως περφόρμερ, αλλά και με τη σάτιρα των celebrity εκπομπών)


Αν προσέξατε σε αυτή τη σκηνή την Jessica Lange, παίζει τον Θάνατο (απίστευτο σκηνοθετικό έυρημα, αν είναι έτσι ο θάνατος πάρε με τώρα) ο οποίος σε όλη την ταινία παίζει φλερτάρωντας με τον παραπαίοντα Gideon.

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2007

Η κοινή γνώμη και το μέλλον της χώρας

Ανέκδοτο που άκουσα σήμερα στην εκπομπή του Λάλα στο Star:

Ένα δωδεκάχρονο παιδί ρωτάει τον πατέρα του τι είναι η πολιτική. Ο πατέρας, εμφανώς ικανοποιημένος που ο γιός του αρχίζει να ενδιαφέρεται του απαντάει με ένα παράδειγμα.

"Άκου παιδί μου. Μια χώρα είναι σαν την οικογένεια μας. Η μαμά είναι η κυβέρνηση, κανονίζει τα πάντα. Εγώ είμαι το μεγάλο κεφάλαιο, φέρνω τα χρήματα. Η υπηρέτρια είναι η εργατική τάξη, κάνει όσες δουλειές χρειάζονται να γίνουν. Εσύ είσαι η κοινή γνώμη, βλέπεις και κρίνεις και τέλος το μωρό μας είναι το μέλλον.

Σκέψου τα αυτά που σου είπα και το ξανασυζητάμε αύριο."

Κατά τη διάρκεια της νύχτας ο μικρός ακούει το μωρό να κλαίει και τρέχει να δει τι συμβαίνει. Βλέπει ότι το μωρό έχει "λερωθεί" και πηγαίνει να το πει στους γονείς του, όμως όταν φτάνει στο δωμάτιο τους, βλέπει τη μαμά να κοιμάται και τον μπαμπά να λείπει. Ακούει εκείνη τη στιγμή θόρυβο από το δωμάτιο υπηρεσίας, πηγαίνει να δει και βλέπει τον μπαμπά του και την υπηρέτρια στα τέσσερα.

Πανικόβλητος σκέφτεται τι να κάνει. Να διακόψει τον πατέρα του και να τον ενοχλήσει ή να ξυπνήσει τη μητέρα του με τον κίνδυνο να μάθει την απιστία του πατέρα? Τελικώς, αποφασίζει να κάνει την πάπια και να πάει για ύπνο.

Την επόμενη μέρα πηγαίνει ο πατέρας στον γιό και τον ρωτάει αν σκέφτηκε αυτά που είχαν πει τη χτεσινή μέρα.

"Βέβαια πατέρα και κατέληξα στα εξής. Όταν η κυβέρνηση κοιμάται, το μεγάλο κεφάλαιο πηδάει την εργατική τάξη, η κοινή γνώμη σιωπά και το μέλλον της χώρας είναι βουτηγμένο στα σκατά"

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2007

Each Man Kills the Thing He Loves

Όταν ενώ βαριέσαι αφόρητα μια ταινία (εκτός αν την βρίσκεις με τη θέαση καλογυαλισμένων και καλογυμνασμένων αντρικών σωμάτων, κάτι που δεν συμβαίνει με τον υποφαινόμενο) κάθεσαι να την δεις μέχρι το σημείο που η Jeanne Morreau τραγουδάει ένα κομμάτι από ένα ποίημα




ξέρεις ότι αυτό το ποίημα μιλάει στην καρδιά σου. (Το απόσπασμα είναι από τον Καυγατζή του Φασμπίντερ)

Η Μπαλάντα των Φυλακών του Ρήντιγκ ήταν το τελευταίο γραπτό έργο του Oscar Wilde, το οποίο δεν χωράει εδώ, αλλά για όποιον ενδιαφέρεται υπάρχει εδώ. Το έγραψε υπό το όνομα C.3.3 (κτίριο, όροφος, κελί) μετά από την φυλάκιση του στις φυλακές του Ρήντινγκ, αφού είχε κριθεί ένοχος για ομοφυλοφιλία (η ιστορία είναι λίγο πολύ γνωστή) και έμπνευση του υπήρξε ο συγκρατούμενος του Charles Wooldridge, ο οποίος εκτελέστηκε εκείνη την περίοδο για τον φόνο της γυναίκας του.

Το "επίσημο" θέμα του ποιήματος είναι η θανατική ποινή:

For oak and elm have pleasant leaves
That in the spring-time shoot:
But grim to see is the gallows-tree,
With its adder-bitten root,
And, green or dry, a man must die
Before it bears its fruit!


βλέποντας με κάποιον θαυμασμό τον μελλοθάνατο που αναμένει καρτερικά την τελευταία του μέρα:

He did not wring his hands nor weep,
Nor did he peek or pine,
But he drank the air as though it held
Some healthful anodyne;
With open mouth he drank the sun
As though it had been wine!


αλλά βασικό μοτίβο του είναι η συγχώρεση, η οποία κατά τον Wilde είναι περισσότερο αναγκαία, όσο μεγαλύτερο είναι το έγκλημα:

For each man kills the thing he loves,
Yet each man does not die.


Φυσικά ο δικός του, προσωπικός πόνος για τις συνθήκες φυλάκισης δεν λείπει:

I walked, with other souls in pain

και

Upon that little tent of blue
Which prisoners call the sky,
And at every wandering cloud that trailed
Its raveled fleeces by.

όμως τελικά αυτό το ποίημα είναι μια ακόμα κατηγορία κατά του Λόρδου Alfred Douglas, αλλά και όλων αυτών που σκοτώνουν ότι αγαπούν:

And all men kill the thing they love,
By all let this be heard,
Some do it with a bitter look,
Some with a flattering word,
The coward does it with a kiss,
The brave man with a sword!

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2007

Nevermore!!!

(Στον πάτο υπάρχει διαμαντάκι)

Αφού (ξανα)βρήκα την παιδική μου αθωότητα, είπα να (ξανα)βρω και την παιδική μου... ενοχή. Την ατελείωτη λατρεία για τις φανταστικές ιστορίες τρόμου.

Και ποια η καλύτερη εισαγωγή στον τρόμο για ένα παιδί, από τον πολυαγαπημένο Edgar Allan Poe και φυσικά το πιο διάσημο ποίημα του The Raven. Έπεσα λοιπόν σε αυτήν την απαγγελία από τον, σκιαχτικό από μόνο του, Christopher Walken και τη μεταφέρω κι εδώ, εξαιρετικά αφιερωμένη στη δική μου Lenore.



Once upon a midnight dreary, while I pondered weak and weary,
Over many a quaint and curious volume of forgotten lore,
While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.
'Tis some visitor,' I muttered, 'tapping at my chamber door -
Only this, and nothing more.'

Ah, distinctly I remember it was in the bleak December,
And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
Eagerly I wished the morrow; - vainly I had sought to borrow
From my books surcease of sorrow - sorrow for the lost Lenore -
For the rare and radiant maiden whom the angels named Lenore -
Nameless here for evermore.

And the silken sad uncertain rustling of each purple curtain
Thrilled me - filled me with fantastic terrors never felt before;
So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating
'Tis some visitor entreating entrance at my chamber door -
Some late visitor entreating entrance at my chamber door; -
This it is, and nothing more,'

Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer,
'Sir,' said I, 'or Madam, truly your forgiveness I implore;
But the fact is I was napping, and so gently you came rapping,
And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door,
That I scarce was sure I heard you' - here I opened wide the door; -
Darkness there, and nothing more.

Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing,
Doubting, dreaming dreams no mortal ever dared to dream before
But the silence was unbroken, and the darkness gave no token,
And the only word there spoken was the whispered word, 'Lenore!'
This I whispered, and an echo murmured back the word, 'Lenore!'
Merely this and nothing more.

Back into the chamber turning, all my soul within me burning,
Soon again I heard a tapping somewhat louder than before.
'Surely,' said I, 'surely that is something at my window lattice;
Let me see then, what thereat is, and this mystery explore -
Let my heart be still a moment and this mystery explore; -
'Tis the wind and nothing more!'

Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter,
In there stepped a stately raven of the saintly days of yore.
Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed he;
But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door -
Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door -
Perched, and sat, and nothing more.

Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
By the grave and stern decorum of the countenance it wore,
'Though thy crest be shorn and shaven, thou,' I said, 'art sure no craven.
Ghastly grim and ancient raven wandering from the nightly shore -
Tell me what thy lordly name is on the Night's Plutonian shore!'
Quoth the raven, 'Nevermore.'

Much I marvelled this ungainly fowl to hear discourse so plainly,
Though its answer little meaning - little relevancy bore;
For we cannot help agreeing that no living human being
Ever yet was blessed with seeing bird above his chamber door -
Bird or beast above the sculptured bust above his chamber door,
With such name as `Nevermore.'

But the raven, sitting lonely on the placid bust, spoke only,
That one word, as if his soul in that one word he did outpour.
Nothing further then he uttered - not a feather then he fluttered -
Till I scarcely more than muttered 'Other friends have flown before -
On the morrow will he leave me, as my hopes have flown before.'
Then the bird said, 'Nevermore.'

Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken,
'Doubtless', said I, 'what it utters is its only stock and store,
Caught from some unhappy master whom unmerciful disaster
Followed fast and followed faster till his songs one burden bore -
Till the dirges of his hope that melancholy burden bore
Of "Never-nevermore."'

But the raven still beguiling all my sad soul into smiling,
Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird and bust and door;
Then, upon the velvet sinking, I betook myself to linking
Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore -
What this grim, ungainly, gaunt, and ominous bird of yore
Meant in croaking 'Nevermore.'

This I sat engaged in guessing, but no syllable expressing
To the fowl whose fiery eyes now burned into my bosom's core;
This and more I sat divining, with my head at ease reclining
On the cushion's velvet lining that the lamp-light gloated o'er,
But whose velvet violet lining with the lamp-light gloating o'er,
She shall press, ah, nevermore!

Then, methought, the air grew denser, perfumed from an unseen censer
Swung by Seraphim whose foot-falls tinkled on the tufted floor.
'Wretch,' I cried, 'thy God hath lent thee - by these angels he has sent thee
Respite - respite and nepenthe from thy memories of Lenore!
Quaff, oh quaff this kind nepenthe, and forget this lost Lenore!'
Quoth the raven, 'Nevermore.'

'Prophet!' said I, `thing of evil! - prophet still, if bird or devil! -
Whether tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore,
Desolate yet all undaunted, on this desert land enchanted -
On this home by horror haunted - tell me truly, I implore -
Is there - is there balm in Gilead? - tell me - tell me, I implore!'
Quoth the raven, 'Nevermore.'

'Prophet!' said I, 'thing of evil! - prophet still, if bird or devil!
By that Heaven that bends above us - by that God we both adore -
Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn,
It shall clasp a sainted maiden whom the angels named Lenore -
Clasp a rare and radiant maiden, whom the angels named Lenore?'
Quoth the raven, 'Nevermore.'

'Be that word our sign of parting, bird or fiend!' I shrieked upstarting -
'Get thee back into the tempest and the Night's Plutonian shore!
Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!
Leave my loneliness unbroken! - quit the bust above my door!
Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!'
Quoth the raven, 'Nevermore.'

And the raven, never flitting, still is sitting, still is sitting
On the pallid bust of Pallas just above my chamber door;
And his eyes have all the seeming of a demon's that is dreaming,
And the lamp-light o'er him streaming throws his shadow on the floor;
And my soul from out that shadow that lies floating on the floor
Shall be lifted - nevermore!

Κι επειδή μπορεί να σκιαχτήκατε, έψαξα και βρήκα ένα μικρό ταινιάκι που είχε φτιάξει ο Tim Burton το 1982, με την τεχνική του stop motion, για το μεγάλο ίνδαλμα του, τον Vincent Price, ο οποίος και συμμετέχει σε αυτό το μικρό αριστούργημα.