Τρίτη, 29 Ιουνίου 2010

Uncle Sam

Ένα βιβλίο που δεν αξίζει να διαβαστεί δεύτερη φορά, δεν αξίζει να διαβαστεί ούτε την πρώτη... Το έχει πει κάποιος πριν από μένα? Δεν πειράζει. Το λέω κι εγώ...

Οπότε, πριν μεγαλοπιαστώ με αυτά που δεν θα με πάρει ο χρόνος να διαβάσω και δευτερη φορα, ξανάπιασα κάποια παλιά αγαπημένα, σκονισμένα στα πίσω ράφια της βιβλιοθήκης. Διάβασα δεύτερη φορά τους Νεκρούς και ενταφιάστηκα δίπλα σε έναν έρωτα ακριβοπληρωμένο μια βροχερή νύχτα. Δυο φορές ακόμα το Πέδρο Πάραμο και αφουγκράστηκα τους ψίθυρους και τις κραυγές των παρακείμενων τάφων.

Και τώρα ξαναδιαβάζω το Ο Μαλόν Πεθαίνει. Ο Μπέκετ είναι ο νονός μου. Όχι. Aυτός είναι ο Καμύ. Όταν τον πρωτοσυνάντησα, άλλαξα θρησκεία και όνομα...

Ο Μπέκετ είναι ένας μακρινός θείος. Σαν αυτούς τους θείους, που βρίσκεις σε κάποιες οικογένειες και κανείς δεν μιλά γι'αυτούς. Kι όταν το κάνουν, το κάνουν ψιθυριστά. Σαν μια αρρώστια που αν δεν ακουστεί δυνατά θα φύγει, και ο ταλαίπωρος κρεβατωμένος θα σηκωθεί ως ο παράλυτος της Βηθεσδά. Κι εσυ ρωτάς ποιος είναι αυτός ο θείος και πλάθουν ιστορίες μεγαλείου στις Αμέρικες και δεν μαθαίνεις ότι πήγε για τσιγάρα κι έφυγε ή ότι πήγε για τσιγάρα κι "έφυγε".

Κι όταν ο κόσμος τού του δίνει εξιτήριο κάθεσαι και κοιτάς αποχαυνωμένος αυτό το εξωτικό πλάσμα που ξέβρασε μια θάλασσα που ποτέ δεν γνώρισες κι ακούς μαγεμένος ιστορίες για χώρες που ποτέ δεν υπήρξαν και ξαφνικά ξέρεις ότι είσαι ο μόνος που τον αγαπάς κι ο μόνος που εκείνος αγαπάει, γιατί ποτέ δεν τον κατάλαβες κι αυτός ποτε δεν κατάλαβε εσένα. Κι αυτό σας φτάνει. Κι όταν πεθάνει, γιατί θα πεθάνει, όπως όλοι πριν και όλοι μετά, ξέρεις πως δεν θα κλάψεις

κι αρχίζεις να μιλάς σαν αυτόν και να κοιτάς σαν αυτόν και οι συγγενείς με βλέμμα επιτιμητικό κουνούν το κεφάλι σαν περιστέρια στο Σύνταγμα κι η μάνα σου κλαψουρίζει "σαν τα μούτρα του τον κατάντησε" και ο πατέρας σου καταριέται την ώρα και τη στιγμή, γιατί δεν έγινες γιατρός ή δικηγόρος ή στρατιωτικός, τέλος πάντων ρε αδελφέ, να έχεις ένα σίγουρο μισθό, να κάνεις οικογένεια. Κι αυτό το ένα, τα δύο, άντε το μισό ταλέντο που είχες δεν το καλλιέργησες, δεν το σπούδασες να το κάνεις δίπλωμα στον τοίχο και μετά να το πουλήσεις δυο δραχμές την οκά. Μόνο το έκανες όνειρο.

Ή εφιάλτη.

Δεν έχει σημασία.

Και περιφέρεσαι αδίκως, αναζητώντας και γράφοντας, γράφοντας και αναζητώντας και όταν βρίσκεις αυτό που αναζητάς, σε αποφεύγει, σε υποτιμά, γελάει παιχνιδιάρικα και κρύβεται ξανά. Κι εσένα δεν σε νοιάζει γιατί ο θείος σου, ο αγαπημενος σου θείος, σου άφησε ότι πιο πολύτιμο είχε. Τον πιο φτωχό θησαυρό που θάφτηκε ποτέ σε νησί...

--------------------------------------------------------------------------------
Με διακόπτω για να δηλώσω πως αισθάνομαι σε εξαιρετική φόρμα. Παραλήρημα ίσως.

Μαλόν

Σάββατο, 26 Ιουνίου 2010

Αμερικάνικη νύχτα

Κάθομαι να γράψω. Για την ακρίβεια, ανασηκώνομαι, βάζω το λάπτοπ στα πόδια μου (αυτός άλλωστε δεν είναι ο σκοπός του?) και ξεκινάω. Λέω τώρα, ξεκινάω...

Κενό πάλι.

Βάζω μουσική, να χαλαρώσω. Cupid, draw back your bow and let your arrow go...



Τι φωνή, θεέ μου. Την ακούω και νιώθω ερωτευμένος. Χωρίς αντικείμενο έρωτας γίνεται? Όχι, μάλλον. Ανακαλώ κάποιες παλιές αγάπες. Κάτι μικρό. Την Χριστίνα, ας πούμε. Ταιριάζει και με το τραγούδι, δεν έγινε τίποτα μεταξύ μας... Τότε γιατί τη θυμάμαι ακόμα? Δώδεκα χρόνια μετά. Ας είναι... Άλλωστε να γράψω κάθισα. Για ενα χορό κι ενα γοβάκι. Κι ένα γάμο μετά...

Κατ.

Ο Sam συνεχίζει. At first I thought it was infatuation, but, oh, it lasted so long...



Ο χορός...

Μουσική, ρυθμός, δυο σώματα. Αυτά φτάνουν. Α, και κάπου να πατάνε, λίγος χώρος να στροβιλιστούν. Να ακουμπήσει, τυχαία, το χέρι στη μέση της κι αυτή να γείρει, πάλι τυχαία, το κεφάλι στον ώμο του. Να ανταμώσουν τα βλέμματα, ν'ακουμπήσουν τα χείλη, ανεπαίσθητα, σαν από λάθος. Να πλατύνουν τα στόματα, να βρεθούν, κάπου εκεί, στη μέση του σύμπαντος. Να ακουστεί ένας ψίθυρος και να σβήσει η μουσική...

Φοντί ανσενέ.

Ο Sam δίνει το καλύτερο word scatting που ηχογραφήθηκε ποτέ. I know, I know, I know, I love, love, love love, love you and you alone where meant for me. Please, give your loving, loving, loving, loving, loving, loving, loving, loving heart to me...



Το γοβάκι...

Μια υπόσχεση κολλημένη στην πίσσα του κεφαλόσκαλου. Ένα χαμόγελο, δειλό, βιαστικό σαν ένοχο χάδι. Βλέμματα, κρυφά, που διασταυρώνονται σαν από φόβο. Αρώματα βανίλιας και πράσινου τσαγιού. Ένα φευγαλέο άγγιγμα. Στόματα από κανέλλα και μαύρο ρούμι. Ψίθυροι υγροί. Σαν βουητό δυο λέξεις σε μία. Επιτέλους, ενότητα!!! Πύρρειος νίκη...

Φοντί ο νουάρ.

Ο Sam καταλήγει. We'll have our quarrels and you'll upset me, but what can I do...



Ένας γάμος...

Πως το έλεγαν οι παλιοί αριστεροί? Νόμιμη πορνεία. Κυνικοί μπάσταρδοι! Συμβιβασμός. Ναι, αυτό είναι πιο καλό. Λίγο τραχύ, αλλά πιο καλό. Δυο σώματα με εγωισμούς, έτοιμους να υποχωρήσουν υπό το βάρος... Μιας συνήθειας? Κάποιας ανάγκης? Μιας αγάπης που μπορεί να ξεστομίσει χωρίς φόβο, αλλά με περίσσιο πάθος "για πάντα"?

Για πάντα.

Να μια καλή ευχή.

Και μια κατάρα...

Χάπυ εντ.

-----------------------------------------------------------------------  
Αμερικάνικη Νύχτα: Οι τεχνικές που χρησιμοποιούνται στον κινηματογράφο για να δημιουργθεί μια νυχτερινή σκηνή κατά τη διάρκεια της ημέρας. Από εκεί και η ομώνυμη ταινία του Τρυφώ, που ουδεμία σχέση έχει με τη συγκεκριμένη ανάρτηση (πέραν του κοινού τίτλου).

Τετάρτη, 23 Ιουνίου 2010

Του ποδαριού

Όταν περπατάω, σκέφτομαι. Είμαι σίγουρος ότι υπάρχει ένα μικρό δυναμό στα πόδια που φορτίζει τον εγκέφαλο και δεν μ'αφήνει να κάνω αλλιώς. Τον τελευταίο καιρό περπατάω πολύ. Ξανασυνατιέμαι με την πόλη που, κάποτε, άφησα και σκέφτομαι.

Όσο πιο αργά περπατάω, τόσο πιο χαλαρές γίνονται οι σκέψεις. Ήρεμες, κάπου κάπου γαλήνιες, σχεδόν στατικές. Σίγουρα ολοκληρωμένες, σε μια ευθεία, με αρχή, μέση και τέλος.

Καμμία έκπληξη.

Όταν, όμως, περπατάω γρήγορα, οι σκέψεις τρέχουν κι αυτές. Λέξεις, ατάκτως ερριμένες, ανακατεύονται με εικόνες, χρώματα, κίβδηλες αναμνήσεις και γίνονται ποτάμι. Ένα ποτάμι ζωογόνο, ορμητικό, θορυβώδες. Αισθάνομαι ότι γεννήθηκα μέσα σ'αυτή τη βουή. Γίνομαι κτήμα της. Μπαίνω στο νερό. Bγάζω όλον τον αέρα. Bυθίζομαι στον πυθμένα, όπως κάναμε μικροί, εκεί που το μπλε συναντά το μαύρο και οι μορφές τρεμοπαίζουν. Στέκομαι εκεί με τα μάτια ανοιχτά κι όταν πια δε μπορώ άλλο, αφήνω το σώμα μου ν'ανέβει, βίαια, στην επιφάνεια και μένω εκεί. Ώσπου να συναντήσω τη θάλασσα.

Ηλεκτρίζομαι!!!

Ίσως γι'αυτό τρέχω σπανίως...

------------------------------------------------------------------------------------
"Μια ιστορία πρέπει να έχει αρχή, μέση και τέλος... αλλά όχι απαραιτήτως σε αυτή τη σειρά"

Jean-Luc Godard

Τρίτη, 22 Ιουνίου 2010

...

Ξαφνικά, επιθυμία για έκφραση. Το θέμα γνωστό, κάθε χρόνο εκεί. Κι οι λέξεις εκεί. Αρχικά στο μυαλό, μετά στο χαρτί. Μαύρες κουκίδες σε άσπρο φόντο.

Καλοκαίρι. Ζέστη. Ήλιος. Θάλασσα. Ίσκιος. Ραστώνη. Ελευθερία. Χρόνος. Ηρεμία. Επιθυμία. Έρωτας. Ευτυχία.

Ευτυχία...

Βαριές κουβέντες. Απ'την αρχή, ξανά. Μα κάτι... Δεν... Μια απουσία.

Καλολογικά στοιχεία. Λίγο χρώμα. Αυτά, ναι...

Έξυπνος άνθρωπος. Κοφτερό μυαλό. Αδέξιο χαμόγελο. Θλιβερό αστείο. Όλα καλά τώρα.

Υπέροχος. Ανυπόφορος. Καυτός. Αγαπημένος. Δροσερός. Διαβρωτικός. Απολαυστικός. Ανυπέρβλητος. Αναπάντεχος. Μεσημεριανός. Κλεμμένος. Ξιπασμένος.

Όλα στη θέση τους. Ανακάτεμα και πάλι από την αρχή...

Ανυπέρβλητο καλοκαίρι... Όχι. Πρώτα η λέξη, μετά το καλολογικό. Καλοκαίρι ανυπέρβλητο.

Καλύτερα τώρα.

Καλοκαίρι ανυπέρβλητο. Ζέστη απολαυστική. Ήλιος αναπάντεχος. Θάλασσα ανυπόφορη. Ίσκιος καυτός. Ραστώνη κλεμμένη. Ελευθερία ξιπασμένη. Χρόνος αγαπημένος. Ηρεμία δροσερή. Επιθυμία υπέροχη. Έρωτας μεσημεριανός. Ευτυχία διαβρωτική.

Όλα καλά καμωμένα. Μα, όχι. Πάλι κάτι... Δεν... Εκεί...

Αύριο πάλι. Καλύτερα...

Τρίτη, 15 Ιουνίου 2010

Λίγο χρώμα ακόμα...






Είναι περίεργο να διαπιστώνουμε ότι η πιο διανοούμενη ζωγραφική, εκείνη που επιδιώκει να περιορίσει την πραγματικότητα στα ουσιαστικά της στοιχεία, δεν είναι, στο τελευταίο της στάδιο, παρά μια οπτική απόλαυση.
Από τον κόσμο κράτησε μόνο το χρώμα.

Albert Camus


Πριν πολλά χρόνια, νεότερος, αναλυτικότερος, αυθαδέστερος, είπα σε κάποιον φίλο, σπουδαστή της Καλών Τεχνών. Τι κάνει αυτό το πράγμα τέχνη? Τι νόημα έχει?


Μα, είναι όμορφο, απάντησε λίγο απορημένος.


Όπως ο κόσμος...




Και τα ταξίδια μας...




Και οι ανησυχίες μας...




Και οι έρωτες μας...




Και μερικές φορές, πέρα από σχήματα και χρώματα, κάποια πράγματα, απλώς μιλούν στην ψυχή μας...

--------------------------------------------------------------------------------
Κατά σειρά οι πίνακες που παρουσιάζονται: Pablo Picasso - Blue Nude, Juan Miro - Blue II,
Wassily Kandinsky - Several Circles, Paul Klee - Tunisian Garden, Giacomo Balla - Pessimism & Optimism, Jackson Pollock - Eyes In The Heat, Van Gogh -Wheat Field With Crows

Κυριακή, 13 Ιουνίου 2010

Γαμώ την καταδίκη μου...

Με έχουν τσακίσει, πάλι, οι αλλεργίες. Τις μονές μέρες πρήζεται το αυτί μου (λες και δεν ήταν μεγάλο από μόνο του) και τις ζυγές το μάτι μου. Κάποιες χτυπάω τζακ ποτ και πρήζονται και αυτί και μάτι.

Λέω να πάω σε κανένα γιατρό, αλλά οι προηγούμενες τρεις απόπειρες πήγαν στράφι. Δεν έχεις τίποτα μου είπαν. Ευχαριστώ, αλλά αυτό το τίποτα με μεταμορφώνει σε Κουασιμόδο και δεν ξέρω και καμμιά Εσμεράλδα να βολευτώ ο άνθρωπος. Οπότε πλακώνομαι στα αντιισταμινικά και περιφέρομαι σαν σφαγμένος κόκκορας από τοίχο σε τοίχο.

Εγώ στη χθεσινή απονομή βραβείων από την Couλα

Όλοι επιμένουν ότι είναι ψυχοσωματικό. Πιάσαμε πάτο δηλαδή. Πέντε μήνες τώρα ζω με τους γονείς μου, άνεργος, τρώω από τα έτοιμα (τα οποία παρεμπιπτόντως τελειώνουν οσονούπω), μου ανέβηκε η χοληστερίνη (72 κιλά απολειφάδι) και έχω κολλήσει και τον αγάμητο. Η μόνη γυναίκα που μ'εχει προσέξει τελευταία είναι η μητέρα μιας γνωστής που με εκθείαζε σε κοινούς μας φίλους. Εντάξει, τη λυπήθηκα τη γυναίκα, ο στραβισμός δεν είναι ασθένεια παίξε γέλασε, αλλά δεν μπορούσε να την κληρονομήσει και η κόρη της μπας και δούμε κι εμείς θεού πρόσωπο? Έστω και μια γωνία ρε παιδί μου.

Όφου (να θυμηθώ λίγο και την Κρήτη) γκρίνια, θα μου πεις. Και καλά θα κάνεις. Καλά περνάω, δεδομένων των καταστάσεων, και παράπονο δεν θα πρεπε να έχω, όμως κάθε ασθένεια νοσταλγεί την υγεία κι αυτή η προσμονή έχει αρχίσει να μου δίνει στα νεύρα. Και όσο νευριάζω, φουντώνω. Και όσο φουντώνω... Φαύλος κύκλος.

Τελείωσε κι ο Παπακαλιάτης κι έχασα την παρηγοριά μου. Αυτός στείρος, άνεργος, υιοθετημένος και τάπας (σαν κι εμένα) και έχει λοφτ με θέα την Ακρόπολη και ζουζουνογκομενίτσα, κάτι θα γίνει και με μένα. Να διαβάσω κανένα Άρλεκιν μπας και ξεχαστώ? Βαριέμαι.

Είπα να κάνω μια λίστα με τα πράγματα που με κάνουν να περνάω καλά ή μου άρεσαν τώρα τελευταία, να κάνουμε λίγο κέφι. Θα την κάνω, αλλά όχι σήμερα. Σήμερα γκρινιάζω...


Δευτέρα, 7 Ιουνίου 2010

Δεν Υπάρχουν Άγγελοι...

Γραμμένο το 1990, το Angels in America: A Gay Fantasia on National Themes του Tony Kushner, αποτελεί ένα από τα πλέον πολυβραβευμένα θεατρικά έργα του αιώνα που μας πέρασε και σίγουρα το πλέον πολυβαβρευμένο της τελευταίας εικοσαετίας. Αποτελείται από δύο μέρη, το Millenium Approaches και το Perestroika, το οποίο γράφτηκε ενώ το πρώτο μέρος ήδη παιζόταν. Στην Ελλάδα πρωτοπαρουσιάστηκε, το πρώτο μέρος, το 1993 από το "Θέατρο Έρευνας" του Δημήτρη Ποταμίτη.

Η ιστορία είναι απλή. Βρισκόμαστε στη Νέα Υόρκη της ρηγκανικής Αμερικής. Ο Prior Walter μαθαίνει ότι έχει AIDS και το αποκαλύπτει στον Εβραίο σύντροφο του Louis Ironson, ο οποίος ανήμπορος να ανταπεξέλθει στο βάρος της ασθένειας τον εγκαταλείπει.

Παράλληλα, βλέπουμε την ιστορία του Joe Pitt, Μορμόνου Ρεπουμπλικάνου και κρυπτοομοφυλόφιλου (συνδυασμός που σκοτώνει) και της σχέσης του με τον μεγαλοδικηγόρο Roy Cohn (υπαρκτό πρόσωπο, επίσης κρυπτοομοφυλόφιλος και μεγάλο ρεμάλι) και την μισότρελλη και εθισμένη στα βάλιουμ σύζυγο του Harper.

Ο "φόβος" μου πηγαίνοντας να δω την παράσταση που ανέβασε ο Νίκος Μαστοράκης (ο καλός) στο Πειραιώς 260, επειδή δεν είχα, πέραν της υπόθεσης, γνώση του θεατρικού έργου, ήταν ότι θα αντιμετώπιζα ένα παρωχημένο gay έργο, που απευθύνεται σε ένα κάπως αποκλειστικό κοινό.

Περίπου επιβεβαιώθηκα. Το έργο είναι μια gay τραγωδία, αλλά gay με την παλιά έννοια της λέξης, εύθυμη και ανέμελη (απολαυστική, αν και δυσμετάφραστη, η λογοπαικτική συνομιλία του Πράιορ με τον μεσαιωνικό πρόγονο του). Κάθε ίχνος σοβαροφάνειας και συναισθηματικής εκβίασης λόγω του τραγικού γεγονότος μιας θανατηφόρας ασθένειας, θρυμματίζεται από το κοφτερό χιούμορ του Κούσνερ.

Όσο για τα περί παρωχημένου έργου, που διάβασα σε διάφορα σχόλια στο διαδίκτυο, δεν έχω να πω και πολλά. Αν εξαιρέσεις το θέμα του AIDS, που η ιατρική έχει κάνει άλματα από τότε, όποιος πιστεύει ότι τα θέματα που αγγίζονται στο έργο (σοσιαλισμός στην Αμερική, διαφθορά της πολιτικής και της δικαιοσύνης, ρατσισμός, κοινωνική υποκρισία, θρησκευτική μισαλλοδοξία κλπ) είναι ξεπερασμένα ζει σε άλλο πλανήτη, και μάλλον αποτελεί το κύριο θέμα του έργου.

Η παράσταση

Οι μόνες λέξεις που μπορώ να βρω για τον τρόπο που προσέγγισε ο Μαστοράκης το έργο (πάλι μόνο το πρώτο μέρος) είναι "μάθημα σκηνικής εκμετάλευσης". Στο άνοιγμα της αυλαίας, στο βάθος μιας τεράστιας σκηνής βλέπουμε ένα σκηνικό από ατάκτως (?) ερριμένες ηλεκτρικές συσκευές και σκουπίδια, σαν μια σουρεαλιστική φωτογραφία της μεγαλούπολης από ψηλά.

Στη διάρκεια της παράστασης και με την βοήθεια του Σάκη Μπιρμπίλη στους φωτισμούς, κατάφερε, ο σκηνοθέτης, να τεμαχίσει το σκηνικό χώρο με ακρίβεια, δίνοντας μια σαφή εικόνα των διαφορετικών ιστοριών, αλλά και του τρόπου που αυτές περιπλέκονται. Η χρήση των στατικών μικροφόνων βοήθησε σε αυτόν τον τεμαχισμό της σκηνής, στην πιο ανάλαφρη προσέγγιση του θέματος, αλλά και στην ανάδειξη των "αποστάσεων" ανάμεσα στους χαρακτήρες.

Με απόλυτο σεβασμό στο κείμενο, εδώ με τη βοήθεια της καλής μετάφρασης του Γιώργου Δεπάστα, κατάφερε να κρατήσει (τουλάχιστον εμένα) τους θεατές σε πλήρη εγρήγορση, παρά την ιδιαιτέρως μακρά διάρκεια του έργου (τρείς ώρες και κάτι ψιλά κράτησε η παράσταση). Και πάνω απ'όλα ανέδειξε την ανάμειξη του ρεαλιστικού με το ονειρικό, χωρίς εκπτώσεις στην αισθητική του έργου και, κυρίως, χωρίς υποκρισίες που θα χάιδευαν τα αυτιά του ετεροφυλόφιλου κοινού.

Οι ερμηνείες

Στην διδασκαλία των ηθοποιών, η επιτυχία ήταν σχεδόν απόλυτη. Εξαιρετικός ο Νίκος Χατζόπουλος στους ρόλους του κου Ψέμμα, τής μαύρης drag queen και, κυρίως, του μεσαιωνικού προγόνου του Πράιορ, όπως πολύ καλή ήταν και η Σοφία Σεϊρλή στους ρόλους της νοσοκόμας και του αγγέλου.

Η Ζέτα Δούκα χρησιμοποίησε όλες τις ευκολίες που της έδινε ο ρόλος της μισότρελλης νοικοκυράς. Παρ'όλα αυτά ήταν μια ευχάριστη έκπληξη να την βλέπεις έξω από το ρόλο της γυναικάρας, χωρίς μακιγιάζ και ψηλοτάκουνα. Τουλάχιστον δεν ήταν το αγγούρι που βλέπουμε στην TV και μπορώ να πω ότι ήταν, σχεδόν, ερωτεύσιμη.

Ο Θανάσης Ευθυμιάδης προσέγγισε πολύ σωστά τον ρόλο του καταπιεσμένου σεξουαλικά μορμόνου, όμως τα εκφραστικά του μέσα είναι και τα όρια του. Καλή προσπάθεια πάντως.

Ο Ρόι Κον του Δημήτρη Λιγνάδη ήταν μια απόλαυση. Ο πολύ καλός ηθοποιός μοιάζει να έχει φτιαχτεί για ρόλους ανήθικους και αλητήριους. Η σκηνή της αποκάλυψης της διαφθοράς του ήταν σκηνή υψηλής υποκριτικής.

Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος είναι ηθοποιός ευρείας γκάμας. Υποψιάζομαι ότι αν του ζητήσουν να παίξει το σκύλο, θα το κάνει με μεγάλη ευκολία. Προσέγγισε τον Λούις με την ελαφρότητα και την αναίδεια που απαιτεί ο ρόλος ενός θρασύδειλου που προδίδει με μέγιστη ευκολία τον σύντροφο του στην πρώτη, έστω και μεγάλη, δυσκολία.

Το μεγάλο ατού, από υποκριτικής απόψεως, της παράστασης είναι ο Χρήστος Λούλης. Άψογη χρήση των εκφραστικών του μέσων, ανάλαφρος αλλά και μελαγχολικός, τρυφερός αλλά και κυνικός εκεί που χρειαζόταν, έδωσε δείγματα μεγάλου ηθοποιού.

Τέλος, για την κυρία Μάγια Λυμπεροπούλου, δεν θα ήθελα να εκφέρω άποψη. Όχι γιατί είναι πάνω από οποιαδήποτε κριτική, αλλά έχω κι εγώ τις αδυναμίες μου...

Εν κατακλείδι, μια παράσταση που ξεπέρασε τις προσδοκίες μου και με έκανε να αισθανθώ τυχερός που την είδα.

Κυριακή, 6 Ιουνίου 2010

Η Οδύσσεια μιας ανάγνωσης

Πέρασαν πέντε μήνες από τότε που γύρισα στην Αθήνα και μόλις σήμερα κατάφερα, ο τεμπέλαρος, να κάτσω και να τακτοποιήσω τη βιβλιοθήκη μου. Βιβλία που είχα πάρει μαζί μου όταν έφυγα για Κρήτη ξανασύναντήθηκαν με όσα είχα αφήσει εδώ, ίσως και από μια ανάγκη να μείνει στην πατρογονική μου εστία ένα μικρό κομμάτι μου, καθώς και με μερικά καινούργια.

Μου πήρε ώρα να βρω την τέλεια ταξινόμηση (ανά είδος, χρονολογία, μέγεθος?), αλλά κατάφερα βάσει ενός δικού μου, προσωπικού, αξιολογικού συστήματος, να τα τοποθετήσω σε μια σειρά που να με ικανοποιεί. Όλα σε μια σειρά. Όλα εκτός από ένα.

Υπάρχει ένα βιβλίο που κάθεται αναπαυτικά εδώ και 16 χρόνια στο γραφείο μου (σε όποιο σπίτι κι αν έζησα) και το οποίο δεν κατάφερα ποτέ να διαβάσω. Κάθεται εκεί και κάθε φορά που πλησιάζω τα μάτια του συγγραφέα καρφώνονται πάνω μου, σαν να με περιπαίζουν. Είναι η δική μου άσπρη φάλαινα. Ένα απωθημένο τεσσάρων, μέχρι τώρα, αποτυχημένων προσπαθειών με τον σελιδοδείκτη καρφωμένο στη σελίδα 99, κεφάλαιο 5.

Αγόρασα τον Οδυσσέα του Τζέημς Τζόις το 1994, έναντι 8500 δραχμών, αφού είχα διαβάσει τους Νεκρούς και τους Δουβλινέζους και είχα πραγματικά γοητευτεί. Είχα, κατά καιρούς, ακούσει και διαβάσει τα σχόλια που έχουν ειπωθεί για το μεγαλείο αυτού του βιβλίου, οπότε ήμουν σίγουρος ότι αυτό θα ήταν το επόμενο βιβλίο που θα διάβαζα.

Μου αρέσει, όταν διαβάζω κάποιο μυθιστόρημα, αφού έχω ολοκληρώσει τις πρώτες παραγράφους του βιβλίου να γυρίζω στις τελευταίες σελίδες και να διαβάζω και τις τελευταίες. Κάπως έτσι ανακάλυψα ότι η τελευταία παράγραφος πιάνει 27 σελίδες και ότι οι τελευταίες 50 σελίδες (ένα ολόκληρο κεφάλαιο) δεν έχουν σημεία στίξης. Κάπως έτσι τελείωσε η πρώτη απόπειρα ανάγνωσης.

Τις επόμενες φορές αποφάσισα να προχωρήσω πιο ορθολογικά. Διαβάζοντας το δεκαεξασέλιδο σημείωμα του μεταφραστή πρώτα, άφησα το κείμενο να με οδηγήσει μόνο του. Πρόκειται για το πιο πυκνό κείμενο που έχω συναντήσει ποτέ στη ζωή μου. Δεν είναι μόνο η πυκνότητα των νοημάτων, αλλά και αυτή των λέξεων. Κάθε πρόταση μοιάζει με τείχος που ορθώνεται και πρέπει να υπερπηδήσεις, μόνο και μόνο για να βρεις το επόμενο ψηλότερο τείχος. Μια πραγματική Οδύσσεια.

Αυτό που με ενοχλεί περισσότερο και με θυμώνει, είναι ότι από τις πρώτες λέξεις καταλαβαίνεις ότι βρίσκεσαι, όντως, μπροστά σε ένα μνημείο του πνεύματος. Οι ενενήντα κάτι σελίδες που έχω διαβάσει με έχουν αφήσει άναυδο, αλλά οι επτακόσιες που ακολουθούν μου φαίνονται γολγοθάς. Σκέφτομαι ότι αφού ο Τζόις κατάφερε να το γράψει, εγώ θα καταφέρω να το διαβάσω.

Μάλιστα πριν δυο χρόνια, στην τελευταία μου απόπειρα, ήμουν τόσο σίγουρος ότι θα το ολοκληρώσω που, ενώ βρισκόμουν στη σελίδα ογδοντα κάτι, διατεινόμουν σε μια συζήτηση στο μπλογκ του Νίκου Δήμου, ότι σε μερικές μέρες θα το τελειώσω και θα ξεκινήσω (ναι σίγουρα!!!) τον Άνθρωπο Χωρίς Ιδιότητες του Ρόμπερτ Μούζιλ (άλλο βουνό αυτό). Είχα μπει και στη λογική της συμβουλής του κου Δήμου, "χαλαρά, ένα βιβλίο είναι", και προχωρούσα ολοταχώς, μέχρι...

Τον τελευταίο καιρό έχω ξεκινήσει πνευματική γυμναστική. Αυτή τη φορά θα τα καταφέρω και ο Οδυσσέας θα μπει στο ράφι, ολοκληρωμένος και χωρίς σελιδοδείκτες. Μερικές ανάσες χαλάρωσης και...

Παρασκευή, 4 Ιουνίου 2010

Dead Blogging

Βρίσκω τη λογική του Six Degrees Of Separation, λίγο φοβική. Κανείς δεν είναι μόνος στον κόσμο, όλοι έχουμε κάτι που μας ενώνει, μπλα μπλα μπλα... Βαρέθηκα.

Ως παιχνίδι, όμως, έχει πλάκα. Παίζω, λοιπόν, Six Degrees Of Separation στη μπλογκόσφαιρα. Άλλες φορές φέρνω εξάρες (οι υπόλοιπες εξάρες είναι στο μπλογκρολ μου), άλλες πάλι, πιο συχνά, ντόρτια (λινκ εδώ δεν έχει).

Βρίσκω αστείο το γεγονός ότι τις περισσότερες φορές πέφτω σε χιτομπλόγκια, όπου 50+ σχολιαστές αερίζουν και αερίζονται τον κοπανιστό αέρα του/της αεράτου/ης μπλόγκερ. Κάποια, λιγοστά, από αυτά είναι ενδιαφέροντα. Βρίσκω ακόμα πιο αστείο το γεγονός ότι η μπλογκόσφαιρα τείνει προς το άπειρο. Όλοι έχουμε κάτι να πούμε?

Σκέφτομαι εμένα. Ξεκίνησα τούτο το διάολο από μια ανάγκη επικοινωνίας, σε μια εποχή που δεν ημουν μόνος, αλλά μισός. Πήρα φόρα, έγινα επαϊων, τρομάρα μου, έδωσα λύσεις στα προβλήματα της εποχής, ξανά τρομάρα μου, βρήκα αναγνώστες-συνοδοιπόρους, έγινα αναγνώστης-συνοδοιπόρος, χάθηκα, βρέθηκα, ξαναχάθηκα, ξαναβρέθηκα...

Διαβάζω παλιότερες αναρτήσεις μου και για κάποιες αισθάνομαι υπερήφανος, ακόμα και για μερικές της, τότε, επικαιρότητας. Για άλλες πάλι όχι και τόσο. Κάποιες τις σιχάθηκα και τις έσβησα. Ήμουν εγώ που τα έγραφα όλα αυτά?

Έγινα μέρος των παράταιρων καιρών?

"Το παράλογο αποκτά νόημα μόνο όταν δεν συναινούμε σ'αυτό."
"Το παράλογο αποκτά νόημα μόνο όταν δεν συναινούμε σ'αυτό."
"Το παράλογο αποκτά νόημα μόνο όταν δεν συναινούμε σ'αυτό."
"Το παράλογο αποκτά νόημα...

Ξέχασα να απορώ.

Έδωσα απαντήσεις πριν ακόμα ακούσω την ερώτηση. Μερικές φορές έπεσα μέσα. Και λοιπόν? Ξέχασα να απορώ. Αυτό θα έπρεπε να είναι αρκετό για να με βάλει σε σκέψεις. Δεν μ'εβαλε.

Ξέχασα να σκεφτώ?

Η σκέψη φθείρει. Την ψυχή. Γι'αυτό σταματήσαμε να σκεφτόμαστε? Περιγράφουμε, σχολιάζουμε, στοχοποιούμε. Γράφουμε όπως μιλάμε, αλλά δεν μιλάμε όπως γράφουμε. Συναινούμε στο παράλογο, πρωταγωνιστές (ή κομπάρσοι) ενός αποστασιοποιημένου θεάτρου. Αναζητούμε τον άλλο, γιατί δεν υπάρχουμε επειδή σκεφτόμαστε, αλλά επειδή μας βλέπουν, μας διαβάζουν, μας σχολιάζουν.

Τελικά, η κόλαση είναι οι άλλοι, εμείς ή η σιωπή?


Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010

GaDaZaDa

τόννους βοήθειας προσπάθεια τον άλλαξε
ελευθερίας τόννους σε μία προσπάθεια
στολίσκος που Γάζας προκειμένου νυκτερινή
τόννους μία τον ισραηλινό πλεύσης
στολίσκος να στη το ισραηλινό
της μεταφέρει ακτιβιστές δέκα χιλιάδες σε

σκάφη τα ακτές τις σκάφη
που Γάζα ισραηλινά σκάφη ξημερώματα
στη από τα χιλιόμετρα τις
τις σκάφη Γάζα εκατόν εικοσιτέσσερα τα
που κατευθύνονταν από πολεμικά εκατόν εικοσιτέσσερα
ακτές σκάφη ισραηλινά Γάζα ξημερώματα

ναυτικό της τον τα στον
στον τον πολεμικά να τους
ναυτικό με τον στην αφετηρία
ναυτικό της τους να ακολουθήσει
το ισραηλινό ασύρματο ακολουθήσει Ασντόντ
ισραηλινό επικοινώνησε πρωτοβουλίας τους είτε

προειδοποιήσει τέτοιο το στολίσκος δεν
τέτοιο στη να κάτι αλλά
φθάσει το Ισραήλ δεν θα
φθάσει απόγευμα Γάζα το Ισραήλ
ο αναμενόταν να Ισραήλ δεν
ότι το είχε αλλά Γάζα