Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκόρπιες σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκόρπιες σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2012

Οπωσδήποτε Από Εδώ...

Σε ένα από τα χαριτωμένα διηγήματα του, ο Θείος Μαρκήσιος (τι ποιος Θείος;;;) περιγράφει την ιστορία μιας νεαρής βαρώνης, η οποία ετοιμάζεται να παντρευτεί κάποιον γηραιό αριστοκράτη (αναφέρεται ως ο "κύριος πρόεδρος"), γνωστό για τις ακολασίες του και τις "ανώμαλες" σεξουαλικές του προτιμήσεις. Μια μέρα πριν το γάμο, η μητέρα της, γνωρίζοντας τα γούστα τού μέλλοντα γαμπρού της, τη συμβουλεύει, για την πρώτη νύχτα τού γάμου, να αρνηθεί το πρώτο πράγμα που θα της προτείνει, λέγοντας του ορθά κοφτά: Όχι κύριε, απ'οπουδήποτε αλλού θα σας ευχαριστούσε, αλλά από εδώ σίγουρα όχι.

Η νύχτα τού γάμου φτάνει, το ζευγάρι ξαπλώνει στο κρεβάτι και, παραδόξως, ο κύριος πρόεδρος, λόγω κάποιου ανεξήγητου δισταγμού, αποφασίζει να εισέλθει στον έγγαμο βίο δια της "νομίμου οδού". Η νεαρή βαρώνη, καλά δασκαλεμένη από τη μητέρα της, αποφασίζει να αρνηθεί κατηγορηματικά. "Όχι κύριε, δεν θα γίνει όπως εσείς θέλετε. Απ'οποιοδήποτε άλλο μέρος σας αρέσει, αλλά οπωσδήποτε όχι από εδώ..."

Δεν ξέρω αν κάποιος μπορεί να πει αυτήν την ιστορία διδακτική, αλλά κάπως έτσι βλέπω τον τελευταίο καιρό την πολιτική διαμαρτυρία στην Ελλάδα. Δεν εννοώ ότι οι αντιδράσεις τού κόσμου είναι αποτέλεσμα κάποιου δασκαλέματος μιας φιλόστοργης "μητέρας", αλλά έχω την εντύπωση ότι η αντίδραση μας σε κάθε πολιτικό μέτρο εντοπίζεται κυρίως στο "αντί" και λιγότερο στη "δράση". Σαν τη νεαρή βαρώνη κι εμείς, σε κάθε πρόταση που ακούγεται λέμε: Όχι κύριοι, οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό.

Συζητούσαμε σε κάποια παρέα τα γεγονότα των τελευταίων ημερών και δεν μπορούσα παρά να αναρωτηθώ, αν η πρόταση τής κυβέρνησης ήταν η άμεση χρεοκοπία τηή χώρας, θα υπήρχαν διαφορετικές αντιδράσεις από τον κόσμο; Θα μαζεύονταν, ας πούμε, στο Σύνταγμα όλοι οι αντιμνημονιακοί και θα πανηγύριζαν γι'αυτήν την επιλογή ή μήπως θα βαφτίζονταν αυτόματα "αντιχρεοκόποι" και θα είχαμε ακριβώς τα ίδια αποτελέσματα; Υποψιάζομαι, για να μην πω είμαι βέβαιος, ότι θα συνέβαινε το δεύτερο. Καμμία στιγμή, στις τόσο δύσκολες εποχές που ζούμε, δεν είδα κάποια λογική πρόταση να τίθεται στο τραπέζι. Από την αντίσταση στο μνημόνιο και την απαίτηση για δημοψήφισμα περάσαμε στην αντίσταση στο δημοψήφισμα και την απαίτηση για παραμονή στην Ευρωζώνη, για να καταλήξουμε, εκ νέου, στην αντίσταση στο (δεύτερο) μνημόνιο και την απαίτηση για χρεοκοπία. Οτιδήποτε, δηλαδή, εκτός από αυτό...

Ακριβώς εδώ βρίσκεται, κατ'εμέ, η ουσία, αλλά και η αιτία, της κρίσης. Είμαστε ένας βολεμένος λαός και, σαν την βασιλοπούλα με το μπιζέλι κάτω από το στρώμα, στριφογυρίζουμε από δω κι από κει μέχρι να βρούμε τη θέση που μας βολεύει καλύτερα. Δυστυχώς, τέτοια θέση δεν υπάρχει κι αντί να ψάξουμε για το "μπιζέλι" σηκωνόμαστε οργισμένοι και κατηγορούμε αυτόν που έστρωσε το κρεβάτι. Ξεχνάμε, βέβαια, ότι μόνοι μας το στρώσαμε, αλλά αυτό δεν έχει και τόση σημασία πια. Η κρίση είναι εδώ, πιο έντονη από ποτέ, και δεν πρόκειται να φύγει για τα επόμενα χρόνια ούτε με μνημονιακά μέτρα, ούτε με χρεοκοπία, ούτε, ακόμα, και με παρέμβαση τού ακάματου "Θεού τής Ελλάδας". Και, δυστυχώς, ακόμα κι αν γίνει ένα θαύμα και σωθούμε, όσο το "μπιζέλι" είναι κάτω από το στρώμα η επόμενη κρίση θα έρθει συντομότερα απ'όσο πιστεύουμε και θα είναι ολοκληρωτικά καταστροφική.

Νομίζω ότι ήρθε η ώρα που πρέπει να πετάξουμε το "αντί" και να επικεντρωθούμε στη "δράση". Να βρούμε αυτό το μπιζέλι και να το πετάξουμε από το παράθυρο. Είμαστε, πλέον, πιο ώριμοι και πιο σοφοί για να περπατήσουμε έναν δρόμο που δεν θα είναι στρωμένος με ροδοπέταλα, αλλά θα μας οδηγήσει σε μια ασφαλέστερη και καλύτερη κοινωνία; Θα δείξει. Αυτό που προέχει αυτή τη στιγμή είναι να πάψουμε να λέμε "οπωσδήποτε όχι από εδώ", αλλά να βρούμε αυτόν τον δρόμο και να πούμε, επιτέλους, "Κύριοι, οπωσδήποτε από εδώ!"

Γιατί, διαφορετικά, σαν τη νεαρή βαρώνη, τον σοδομισμό δεν τον γλυτώνουμε με τίποτα...

Κυριακή 13 Ιουνίου 2010

Γαμώ την καταδίκη μου...

Με έχουν τσακίσει, πάλι, οι αλλεργίες. Τις μονές μέρες πρήζεται το αυτί μου (λες και δεν ήταν μεγάλο από μόνο του) και τις ζυγές το μάτι μου. Κάποιες χτυπάω τζακ ποτ και πρήζονται και αυτί και μάτι.

Λέω να πάω σε κανένα γιατρό, αλλά οι προηγούμενες τρεις απόπειρες πήγαν στράφι. Δεν έχεις τίποτα μου είπαν. Ευχαριστώ, αλλά αυτό το τίποτα με μεταμορφώνει σε Κουασιμόδο και δεν ξέρω και καμμιά Εσμεράλδα να βολευτώ ο άνθρωπος. Οπότε πλακώνομαι στα αντιισταμινικά και περιφέρομαι σαν σφαγμένος κόκκορας από τοίχο σε τοίχο.

Εγώ στη χθεσινή απονομή βραβείων από την Couλα

Όλοι επιμένουν ότι είναι ψυχοσωματικό. Πιάσαμε πάτο δηλαδή. Πέντε μήνες τώρα ζω με τους γονείς μου, άνεργος, τρώω από τα έτοιμα (τα οποία παρεμπιπτόντως τελειώνουν οσονούπω), μου ανέβηκε η χοληστερίνη (72 κιλά απολειφάδι) και έχω κολλήσει και τον αγάμητο. Η μόνη γυναίκα που μ'εχει προσέξει τελευταία είναι η μητέρα μιας γνωστής που με εκθείαζε σε κοινούς μας φίλους. Εντάξει, τη λυπήθηκα τη γυναίκα, ο στραβισμός δεν είναι ασθένεια παίξε γέλασε, αλλά δεν μπορούσε να την κληρονομήσει και η κόρη της μπας και δούμε κι εμείς θεού πρόσωπο? Έστω και μια γωνία ρε παιδί μου.

Όφου (να θυμηθώ λίγο και την Κρήτη) γκρίνια, θα μου πεις. Και καλά θα κάνεις. Καλά περνάω, δεδομένων των καταστάσεων, και παράπονο δεν θα πρεπε να έχω, όμως κάθε ασθένεια νοσταλγεί την υγεία κι αυτή η προσμονή έχει αρχίσει να μου δίνει στα νεύρα. Και όσο νευριάζω, φουντώνω. Και όσο φουντώνω... Φαύλος κύκλος.

Τελείωσε κι ο Παπακαλιάτης κι έχασα την παρηγοριά μου. Αυτός στείρος, άνεργος, υιοθετημένος και τάπας (σαν κι εμένα) και έχει λοφτ με θέα την Ακρόπολη και ζουζουνογκομενίτσα, κάτι θα γίνει και με μένα. Να διαβάσω κανένα Άρλεκιν μπας και ξεχαστώ? Βαριέμαι.

Είπα να κάνω μια λίστα με τα πράγματα που με κάνουν να περνάω καλά ή μου άρεσαν τώρα τελευταία, να κάνουμε λίγο κέφι. Θα την κάνω, αλλά όχι σήμερα. Σήμερα γκρινιάζω...


Δευτέρα 31 Μαΐου 2010

Η κουρά των αυγών

Ίσως να είναι, απλώς, ένα ταλέντο. Ίσως να είναι κάποιο μακραίωνο μυστικό που περνάει, στους εκλεκτούς, από γενιά σε γενιά. Ίσως να είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιας μελέτης. Ίσως, τέλος, να είναι ένας ακόμα μύθος (πράγμα που δεν το πιστεύω).

Το σίγουρο είναι ότι κάποιοι εξ ημών, όχι μόνο καταφέρνουν να πιάσουν το αυγό (σιγά το δύσκολο, θα μου πεις), αλλά το κουρεύουν κιόλας.

Είναι πολλοί? Δεν ξέρω. Έχουν τον θαυμασμό μου πάντως.
Αν έχουν και την αγάπη μου? Όχι και τόσο. Όμοιος ομοίω αεί πελάζει, άλλωστε.

Προτιμώ τους ανθρώπους που αφήνουν στ'αυγά τους φαβορίτες...


Απορούν, αναζητούν, ερευνούν και, συχνότατα, αποτυγχάνουν. Και ξαναπροσπαθούν, φωνάζουν, ζητούν βοήθεια, βρίσκουν την εύκολη λύση, μα συνεχίζουν μέχρι να βρουν την κατάλληλη. Κι ύστερα...

Κι ύστερα, απορούν, αναζητούν, ερευνούν και, συχνότατα, αποτυγχάνουν. Και ξαναπροσπαθούν, φωνάζουν, ζητούν βοήθεια, βρίσκουν την εύκολη λύση, μα συνεχίζουν μέχρι να βρουν την κατάλληλη.

Και ποτέ, μα ποτέ, δεν αφήνουν το αυγό να πέσει....

Πέμπτη 27 Μαΐου 2010

Έκπληξη!!!

Βρέθηκε υπουργός που τα πήρε από τη Siemens. Έμειναν όλοι με το στόμα ανοιχτό και, τώρα που καλοκαιριάζει, οι μύγες κάνουν πάρτυ.

Και μαζί με τις μύγες, πάρτυ κάνουν και οι μικροπολιτικοί, οι μικρόνοες και οι παντός τύπου μικρο-κάτι. Χώρα μικρή δεν είμαστε άλλωστε?

Ο λαός εξεγείρεται, μάλλον επειδή δεν πήρε μέρος στο μοιράδι, και μόνος κερδισμένος είναι ο φασισμός. Μίζερος φασισμός, αριστερός φασισμός, δεξιός φασισμός, καθημερινός φασισμός, στη χώρα της Δημοκρατίας.

Διαβάζω σχόλια στο site των Νέων. "Χούντα μας χρειάζεται" ο ένας, "λιθοβολισμό" ο άλλος, "να λιντσάρουμε τους 300" ο δίπλα, "να του δημεύσουμε την περιουσία" ο παραδίπλα, "ιλιθιοι (επιικος) όσοι ψήφισαν ΝΔ και ΠΑΣΟΚ" ο μέγιστος (η ορθογραφία είναι του μέγιστου). Μου θυμίζουν γελοιογραφία του Altan.


Φωνάζουμε: "Να πάνε σπίτι τους". Μέγιστο πρόβλημα. Ο Μαντέλης έχει 25, σε ποιο να πρωτοπάει? Ο Μη-Έχων-Πέτσα-λνικος σε ποιο χωριό να πάει τώρα που το συνενώσαν και δεν ξέρει τον δρόμο? Μην πω για τον γιο του ταχυδρόμου. Δράμα ανεστίων ή μήπως αστείων?

Και στο κάτω κάτω της γραφής ο κατ'οίκον περιορισμός αποτελεί τιμωρία? Ας ρωτήσουμε το ανθρωπάκι της Michelin που μας κυβερνούσε 5 χρόνια.

Ωχ, δεν μας μιλάει. Θα αποφασίσει αυτός πότε. Μάλλον ψάχνει παλιές βιντεοταινίες με ατάκες του θειου του (ή του Ψάλτη, το ίδιο κάνει), για να μας ενθουσιάσει, για άλλη μια φορά, με τη χαρισματική προσωπικότητα του.

Εν τω μεταξύ ο Σημίτης διαχωρίζει τη θέση του. Το ίδιο κι ο Σαμαράς (το πρώτο σαμάρι ενσωματωμένο στο γαϊδούρι). Ζούμε εποχές διαχωρισμών, κύριοι.

Το παλιό ΠΑΣΟΚ από το νέο ΠΑΣΟΚ, το νέο ΠΑΣΟΚ από το παλιό ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ από τα αστικά κόμματα, το ΚΚΕ από τον ΣΥΡΙΖΑ και τα αστικά κόμματα, οι ριζοσπάστες Συριζαίοι από τους ανανεωτές Συριζαίους, η Μπακογιάννη από τον Σαμαρά, ουφ!!!

Μόνο ο Έλλην Στηβ Ρηβς δεν διαχωρίζει τη θέση του. Σπανίως, μόνο, τη διαχωρίζει από τον εαυτό του κι όταν το κάνει τον πιάνει ίλιγγος.

Και μέσα σ'όλα αυτά οι άνθρωποι των Τεχνών και των Γραμμάτων παρεμβαίνουν. Χα! Οι άνθρωποι των Τεχνών και των Γραμμάτων σιωπούν. Ή δεν υπάρχουν, το ίδιο είναι.

Μόνο ο Λαζόπουλος μιλάει. Αλλά κι αυτός διαχώρισε τη θέση του και από τις Τέχνες και από τα Γράμματα. Διάολε, αυτός διαχώρισε τη θέση του από κάθε διανοητική λειτουργία που δεν αφορά στο μέτρημα (χρημάτων, θεαματικοτήτων, κλπ). Ή μήπως τη διαχώρισαν αυτές?

- Και τι μας έμεινε?
- Ο Αυλωνίτης...

Τετάρτη 26 Μαΐου 2010

Υπάρχει Θεός?

- Όχι.
- Είσαι σίγουρός?
- Όχι.
- Κι αν υπάρχει?
- Μάλλον είναι κουφός...



Spacemen 3 - Lord Can You Hear Me? (from Playing With Fire LP)

Lord, help me out
I’d take my life, but I'm in doubt
Just where my soul will lie
Deep in the Earth or way up in the sky

Lord can you hear me when I call?
Lord can you hear me when I call?
Lord can you hear me when I call?
Lord can you hear me, hear me at all?

Oh, oh my love has left my side
Can't get enough of life to keep me satisfied
I lost about everything
Lord, look what state I'm in

Lord can you hear me when I call?
Lord can you hear me when I call?
Lord can you hear me when I call?
Lord can you hear me, hear me at all?

Lord can you hear me when I call?
Lord can you hear me, hear me at all?

Τρίτη 4 Μαΐου 2010

Akropolis Reconstruction και οι σύγχρονες Ακροπόλεις του Ελληνισμού

Όταν το 1904 ο Πολωνός συγγραφέας Stanislaw Wyspianski (Στάνισλαβ Βισπιάνσκι), έγραφε το θεατρικό του έργο Acropolis, οραματιζόταν την αναγέννηση της, κατά την άποψη του, πολωνικής Ακρόπολης, τον λόφο του Βάβελ στην Κρακοβία.

Έξι δεκαετίες αργότερα, ο μεγάλος Πολωνός σκηνοθέτης και θεωρητικός του θεάτρου Jerzy Grotowski (Γιέρζι Γκροτόφσκι) είδε στο έργο του Βισπιάνσκι μια νέα Ακρόπολη, το Άουσβιτς και θέλησε μέσα από την παράσταση του να καταδείξει την πεποίθηση του ότι αυτό "το κοιμητήριο των λαών" είναι η Ακρόπολη του 20ου αιώνα.

Ο εικοστός αιώνας, ο αιώνας των μεγάλων καταστροφών, έφυγε και τώρα, στις αρχές του επόμενου, ο Μιχαήλ Μαρμαρινός και το Theseum Ensemble ανεβάζουν την ίδια παράσταση, με τι σκοπό άραγε? Υπάρχει σήμερα η ανάγκη ανακατασκευής της Ακρόπολης? Κυρίως εδώ, στην πόλη και την χώρα που η αυθεντική, το αιώνιο σύμβολο στέκει καθημερινά στο κέντρο της και δεσπόζει πάνω από τα κεφάλια μας.

Η σκέψη και μόνο φαντάζει βλάσφημη στο μυαλό του Έλληνα. Δώσαμε τα φώτα του πολιτισμού, "κατέχουμε" το σύμβολο του και συζητάμε εν έτει 2010 ποια είναι η νέα Ακρόπολη?

Η παράσταση που παίζεται στο θέατρο "Θησείον" δεν δίνει απαντήσεις. Θέτει τις ερωτήσεις. Με τρόπο, βέβαια, που κατευθύνει τη σκέψη και προεκτείνει την προβληματική του Γκροτόφσκι.

Η (αυθεντική) Ακρόπολη

Ακρόπολη ονομαζόταν σε κάθε αρχαία πόλη, ένα ψηλό και δυσπρόσιτο σημείο, το οποίο οριζόταν ως κέντρο της. Στις μέρες μας όταν μιλάμε για την Ακρόπολη, εννοούμε την Ακρόπολη των Αθηνών, η οποία έφτασε στην τελειότερη μορφή της (και περίπου στη μορφή που την ξέρουμε σήμερα) κατά τη διάρκεια του 5ου αιώνα π.Χ.

Η Ακρόπολη είναι το σύμβολο του Δυτικού Πολιτισμού. Αποτελεί ότι πιο καλαίσθητο έχει να παρουσιάσει η τέχνη της αρχιτεκτονικής, αλλά και αντιπροσωπεύει τη δόξα της αρχαίας Αθήνας, της κοιτίδας του πολιτισμού. Για κάποιους άλλους είναι το απόλυτο δείγμα της ανθρώπινης ματαιοδοξίας, ένα έργο μικρό σε κλίμακα που κατάφερε να αντέξει (όχι αλώβητο) 2.500 χρόνια. Δυόμιση χιλιετίες ματαιοδοξίας και καταστροφής.

Και σήμερα? Στέκει ακόμα εκεί, ένας όμορφος βράχος με μερικά σκανδαλιστικά ερειπωμένα κτίσματα πάνω του που μας θυμίζουν τι ήμασταν. Γιατί, αν κάτι μας αποδεικνύει σήμερα η Ακρόπολη αυτό είναι ότι, κάποτε ήμασταν αυτοί που παρήγαγαν πολιτισμό. Τώρα πια δεν είμαστε. Και δεν μιλάω μόνο για τους Έλληνες, αλλά για όλους τους κληρονόμους του αρχαιοελληνικού πολιτισμού.

"Ποια θα μπορούσε να είναι για σας η Ακρόπολη του σύγχρονου ελληνικού έθνους?"

Η ερώτηση απευθύνεται (και κατευθύνεται) από τους ηθοποιούς στους θεατές. Ένας χάρτης με σημειωμένες πάνω του τη Σμύρνη, τη Μακρόνησο, τον Γράμμο και τη Μύκονο, απλώνεται στην σκηνή του θεάτρου. Κάποιοι συμφωνούν, κάποιοι δυσανασχετούν, άλλοι αντιπροτείνουν.

Για τον Γκροτόφσκι, όπως προείπαμε, Ακρόπολη είναι το Άουσβιτς, κορυφαίο σημείο της παρακμής του Δυτικού Πολιτισμού. Για τον Μαρμαρινό είναι τα πολιτικά και πολιτιστικά ερείπια της νεοελληνικής ιστορίας. Εκεί που χάθηκαν (ή χάνονται ακόμα) οι μεγάλες ευκαιρίες του έθνους. Εκεί που στήθηκαν "μνημεία" λήθης. Της λήθης ενός ολόκληρου λαού που χαριεντίζεται με ένα ένδοξο παρελθόν και τρομοκρατείται από ένα αβέβαιο μέλλον, αδυνατώντας να πράξει, έστω και λίγο, στο παρόν.

Όμως, όλα αυτά, πλην της αειθαλούς και πάντοτε σικ (sick) Μυκόνου, μούσας της ακαλαισθησίας και της μοδάτης ανοησίας, ανήκουν στο παρελθόν. Ποια είναι η Ακρόπολη των χρόνων που διανύουμε?

Διάβαζα πρόσφατα ένα άρθρο του Economist για το αν οφείλουν οι Ευρωπαίοι (και όχι μόνο) να σώσουν την Ελλάδα λόγω της βαριάς κληρονομιάς της. Βρισκόμαστε στο 1821 ξανά. Τότε οι φιλέλληνες ρομαντικοί πάλευαν για την εδαφική, πολιτιστική και οικονομική απελευθέρωση των παιδιών του Πλάτωνα και του Περικλή, τώρα παλεύουν μόνο για την οικονομική.

Είναι η οικονομία το πεδίο δράσης των λαών πλέον? Η απάντηση μοιάζει, περισσότερο από ποτέ, καταφατική. Τα τελευταία, λοιπόν, χρόνια ποια είναι η δράση μας?

Από τη μεταπολίτευση και μετά η χώρα βρίσκεται σε μια συνεχή ανακατασκευή. Επανήλθε η δημοκρατία, ήρθε για πρώτη φορά το κοινωνικό κράτος, μπήκαμε στην ευρωζώνη, οργανώσαμε Ολυμπιακούς Αγώνες και είχαμε ρυθμούς ανάπτυξης δυτικής χώρας και ξαφνικά...

Ξαφνικά, ήρθε η κατάρρευση. Ο βράχος της "ακρόπολης" αποδείχθηκε γυάλινος, αδύναμος να συγκρατήσει το βάρος της νέας εποχής της αμετροέπειας και των ψευδαισθήσεων μεγαλείου που, κακά τα ψέμματα, πάντοτε χαρακτήριζε αυτόν τον δύστυχο "περιούσιο λαό". Και μέσα από τη σκόνη και τα θρυμματισμένα γυαλιά αναδείχθηκε η νέα μας Ακρόπολη. Το έργο όλων των Ελλήνων, πλούσιων και φτωχών, ελεύθερων και σκλάβων.

Το Δημόσιο Χρέος της χώρας μας είναι η μόνη σταθερά στη ζωή μας τα τελευταία 30 χρόνια. Είναι το μόνο πραγματικό Έργο που παράξαμε όλοι μαζί, λιθαράκι λιθαράκι δημιουργήσαμε μια δυσθεώρητη οικονομική "μαύρη τρύπα" που συνεχώς μεγαλώνει και συνεχώς μας παρασύρει μέσα της και ο καθένας από εμάς, αλλός με την ανοχή του και άλλος με τη συννενοχή του χρόνια τώρα την τροφοδοτεί ολοένα και περισσότερο, να μεγαλώσει κι άλλο.

Το Δημόσιο Χρέος είναι η σύγχονη Ακρόπολη του Ελληνισμού...

Δευτέρα 5 Απριλίου 2010

Μικρός Οδυσσεύς

Νοσταλγία: ο ψυχικός πόνος που προκαλεί η γλυκιά προσμονή της επιστροφής στην πατρίδα.


Ποίηση: Κώστας Καρυωτάκης, Μουσική: Στέφανος Κορκολής - First Touch, Video: ALEXIAPREV


Νοσταλγός ποιας πατρίδας, βρέθηκα ξανά να γράφω ανάμεσα στις γραμμές τούτου του ηλεκτρονικού τετραδίου, εγώ ο άπατρις;

Απορία ψάλτου βηξ.

Ας είναι, λέω, για την ώρα, να μείνω εδώ μήπως και ο βηξ γίνει λόγος και ο λόγος η αφορμή, η αιτία και το μέσο που θα με μεταφέρει πίσω στην πατρίδα που κάποτε χάθηκε...

Τετάρτη 19 Μαρτίου 2008

Πίσω από τις λέξεις...

Κρύβεται πάντα ένας Αλέξης.

Αυτόν τον Αλέξη τον ξέρω. Όχι προσωπικά, διασταυρώθηκαν οι δρόμοι μας, αλλά ποτέ δεν συναντηθήκαμε. Γεννηθήκαμε την ίδια χρονιά και 17 χρόνια αργότερα κατεβήκαμε κι οι δυο σε μια πορεία. Αυτός ενεργό μέλος των καταλήψεων στην κορυφή, εμείς φτιάχναμε σατιρικά συνθηματάκια στην ουρά. Δεν ξέρω που ήταν όταν άρχισαν οι ανοησίες (ξέρεις τώρα, ρίξτε εσείς κανένα καπνογόνο, να κάψουμε εμείς το Κ. Μαρούση) και ειλικρινά δεν με νοιάζει. Το πιθανότερο είναι ότι και να είχαμε συναντηθεί δεν θα αλλάζαμε δεύτερη ματιά.



Άλλα 17 χρόνια πέρασαν κι ακόμα να συναντηθούμε με τον Αλέξη. Αυτός έγινε πρόεδρος κόμματος, αρέσει στις γυναίκες και το 17% των Ελλήνων τον θεωρούν καταλληλότερο για πρωθυπουργό. Εγώ είμαι ακόμα στην ουρά, αρέσω και δεν αρέσω και μόνο η μαμά μου θα με ψήφιζε για πρωθυπουργό.



Το κακό είναι ότι δεν τον ζηλεύω. Δεν τον ζηλεύω γιατί ακόμα μιλάει όπως τότε, μόνο που ακούγεται πολύ πιο γερασμένος. Γιατί τσιτάρει Σαββόπουλο εν μέσω λαϊκών κινητοποιήσεων (μάλλον γιατί δεν έχει κάτι να πει ο ίδιος), πηγαίνει στο προεδρικό μέγαρο με μηχανή για να δείξει ότι είναι μοντέρνος, αλλά τελικώς μόνο μοδάτος δείχνει. Στην τελική δεν τον ζηλεύω γιατί μοιάζει να είναι ένα ακόμα ωραίο πρόσωπο και όσο (και όπως) και να απέτυχα στη ζωή μου, τέτοια απογοήτευση δεν την έζησα ακόμα.

Ελπίζω Αλέξη (μου επιτρέπεις να σε λέω Αλέξη) ότι δεν θα χρειαστούν άλλα 17 χρόνια για να συναντηθούμε επιτέλους.

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2008

Τι είν' ο Χριστόδουλος και τι το ζουμί του?

Τώρα που εκοιμήθη και ετάφη (δημοσιογραφικές πληροφορίες για ανάσταση δεν έχουμε ακόμα) και πλέον δεν είναι μαζί μας επί της γης ετούτης, τι ήταν άραγε ο Χριστόδουλος και γιατί είναι σε κάποιους τόσο χρήσιμο το ζουμί του?

Τι ήταν ο Χριστόδουλος?

Η αντιπάθεια μου προς το πρόσωπο του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος (πλην ορισμένων τεμαχίων γης που δεν έφτανε η χειρ του) ήταν μεγάλη σχεδόν από την πρώτη μέρα που ανέλαβε. Οι λοξές ματιές προς την κάμερα, το υποκριτικό χαμόγελο της συγκατάβασης και το ψευτοταπεινό τρέμουλο της φωνής που συνεπήραν τα πλήθη, εμένα προσωπικά με ξένισαν και, για να είμαι ειλικρινής, μεγάλωσαν την αποστροφή που ήδη είχα για την εκκλησία. Η συνέχεια, δυστυχώς, ήταν ακόμη χειρότερη. Όσο η δημοτικότητα ανέβαινε, τόσο η χειραγώγηση του πλήθους γινόταν σημαντικότερη για τον ίδιο, με αποκορύφωμα την ύψωση επαναστατικών λαβάρων (εναντίον ποιου άραγε) εν μέσω λαϊκών συλλαλητηρίων για τις ταυτότητες.

Κατά καιρούς, ο Χριστόδουλος έβαλε κατά του Διαφωτισμού, της λογικής, της Ευρώπης κλπ, όμως αυτές οι βολές ήταν κατά το μάλλον αναμενόμενες και, μπορούμε να πούμε, καθόλου ξένες προς όλα όσα πρέσβευε ο μακαριστός και διδάσκει η θρησκεία. Αυτό που για μένα είναι ασυγχώρητο είναι οι εξ ανακλάσεως βολές προς την ίδια την χριστιανική πίστη που η ατιθάσευτη φιλοδοξία του έστελνε κατά ριπάς με κάθε κοσμική εκδήλωση του.

[...]ευκόλως δια της τρυμαλιάς της βελόνης κάμηλος εισελεύσεται ή πλούσιος
εις την βασιλείαν του θεού[...]


Όμως το αρχιεπισκοπικό μέγαρο είναι απαραίτητο για την καλή λειτουργία της εκκλησίας, οι ιερείς χρειάζονται πριμ παραγωγικότητας (μετά το εργατιά-αγροτιά έχουμε και το εργατιά-παπαδαριό) και ο ίδιος απαιτεί και το πράττει να ζει πλουσιοπάροχα κάνοντας "ιερές" κρουαζιέρες με επιχορηγήσεις του υπουργείου απολιτίστων.

[...]Απόδοτε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ[...]

Όμως η απαίτηση για, σχεδόν, συγκυβέρνηση τουλάχιστον επί των θεμάτων που θεωρούσε ότι τον αφορούσαν (θρησκευτικά και εθνικά) ήταν έντονη και καθημερινή. Ο περί "δεξιάς του Κυρίου" λόγος του θα παραμείνει ως μια από τις πλέον επαίσχυντες παρεμβάσεις της Εκκλησίας στα πολιτικά ζητήματα του τόπου, το θέμα των ταυτοτήτων ξεπερνά ακόμα και την κοινή λογική, ενώ οι συνεχείς, συνήθως εμπρηστικές, παρεμβάσεις του σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, ευτυχώς δεν ζημίωσαν τον τόπο (προφανώς επειδή οι ξένοι ηγέτες δεν τους έδιναν ιδιαίτερη σημασία)

[...]Ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον[...]Ου λήψει το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω[...]

Όμως προέταξε το δικό του είδωλο, το διαμόρφωσε και το περιέφερε από άμβωνος και τηλεοράσεως και σε κάθε μα κάθε ευκαιρία χρησιμοποιούσε το όνομα του Κυρίου (όπως προείπαμε και την δεξιά του) για να επιβάλει το δίκιο του επί όλων υμών των απίστων.


[...]Και ζωήν του μέλλοντος αιώνος[...]

Όμως αμέσως μετά την διαπίστωση της ασθένειας του, ξεκίνησε ένας αγώνας άνευ προηγουμένου για την ίαση της. Δεκτή η αγωνία του ανθρώπου, πως όμως διδάσκεις ότι η ζωή επί της γης είναι πεπερασμένη και αυτό που έχει σημασία είναι η μετά θάνατον ζωή "εν τόπω χλοερό, εν τόπω αναψύξεως, ένθα απέδρα οδύνη, λύπη και στεναγμός" και ταυτοχρόνως σκορπάς εκατομμύρια από τα χρήματα των φορολογούμενων πιστών και μη, μόνο και μόνο για να παρατείνεις μερικούς ακόμα μήνες την ταπεινή ζωή σου?

Στο τέλος υπερίσχυσε η ανάγκη της υστεροφημίας. "Ταπεινός αντίκρυσε τον θάνατο" μας πληροφορούν, όμως γιατί είναι τόσο αναγκαία η υστεροφημία, εφόσον είναι εξασφαλισμένη μια θέση στον παράδεισο?

Και τι θα γίνει τώρα με το ζουμί του?

Όταν επιλέγεις να ζεις μέσα στην ματαιότητα της αυτοπροβολής, πρέπει να περιμένεις ότι αυτοί που σου προσέφεραν το βήμα θα σε στίψουν μέχρι να σε στραγγίξουν. Ξαφνικά ο τεθνεώς δεν δεδικαίωται απλώς, αλλά εξυμνήται και σχεδον καθαγιάζεται. Τα αφιερώματα, η δήθεν οδύνη και η εκ του μαϊντανού μπουρδολογία έδωσαν και πήραν (δείτε και το εξαιρετικό ποστ της βαζελόγατας), φτάνοντας σε σημείο να δούμε από την κρατική τηλεόραση μέχρι και ντοκυμαντερ με τίτλο "Η ζωή του Χριστόδουλου".

Οι κραυγές για τον "σπουδαιότερο Έλληνα που υπήρξε ποτέ" σκέπασαν ξαφνικά τους στίχους του Σεφέρη, του Ρίτσου και του Σολωμού, έσβησαν τους πίνακες του Θεόφιλου και του Τσαρούχη, έπνιξαν τις πολιτικές καινοτομίες του Καποδίστρια και του Βενιζέλου (του Ελευθέριου, όχι του άλλου με τα ρεύματα), κατέστειλαν τις επαναστάσεις του Κολοκοτρώνη του Ρήγα και του Κανάρη και σε λίγο θα απαλείψουν και την τελευταία ικμάδα αξιοπρέπειας που είχε μείνει στο πρόσωπο του.

Το πλέον λυπηρό είναι ότι οι ίδιοι οι παραληρούντες πιστοί και οι σκοπίμως παραληρούντες δημοσιογράφοι προσβάλουν, άθελα τους λέω εγώ, την μνήμη όλων των προηγούμενων Αρχιεπισκόπων και Πατριαρχών, τον ίδιο τον σημερινό Πατριάρχη, ακόμα ακόμα και τον Άγιο Νεκτάριο (τον τελευταίο άγιο της ορθόδοξης εκκλησίας και μοναδικό απ'όσο γνωρίζω νεοέλληνα άγιο) μέσα στην υπερβολή τους.

Προφανώς κάποιοι κερδίζουν από αυτό. Προφανώς κάποιοι θέλουν να βράσουν πολλά κόκκαλα μέσα σ' αυτό το ζουμί. Το ίδιο πλήθος που χρησιμοποίησε ο Χριστόδουλος όσο ήταν Αρχιεπίσκοπος έγινε πλέον ο ιδανικός πελάτης για τους απανταχού αριβίστες δημοσιογράφους της κακιάς ώρας.

Θέλω να πιστεύω (δεν ξέρω αν μπορώ, αλλά θέλω) ότι ο Χριστόδουλος ήξερε ότι όλα αυτά ήταν, είναι και θα είναι υπερβολές. Θέλω να πιστεύω (είπαμε...) ότι αν ήταν εδώ θα τους έβαζε στη θέση τους. Δυστυχώς, πιστεύω ότι αυτός τους έβαλε σε αυτήν τη θέση που βρίσκονται τώρα, αυτός τους έδωσε το τσεκούρι για να πελεκύσουν τη βελανιδιά που έπεσε και τώρα πια είναι πολύ αργά για να το πάρει πίσω.

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2008

Τι γράφεις μετά από απουσία 2 μηνών?

Εμ, ψελλίζεις μια δικαιολογία (πολλή δουλειά βρε παιδάκι μου), ενώ στην πραγματικότητα αρνείσαι να παραδεχτείς ότι είχες στερέψει επικοινωνιακά και ήθελες να ασχοληθείς με την άθλια ζωή σου, μπας και γυρίσει λίγο η τύχη.

Εύχεσαι χρόνια πολλά και καλή χρονιά σε όλους.

Το παίζεις λίγο ινδιάνος και κάνεις μια ανασκόπηση της χρονιάς που πέρασε, αλλά τι στο διάολο μας έμαθε το 2007?

Μας έμαθε ότι ο μεγαλύτερος υπέρμαχος της αθανασίας της ψυχής και της μετά θάνατον ζωής μπορεί να ξοδέψει εκατομμύρια από τα χρήματα του ποιμνίου του μόνο και μόνο για να παρατείνει για μερικούς μήνες την επί της γης ζωή του.

Ότι είναι σεμνό και ταπεινό να κάνεις υπουργό έναν ήδη εμπλεκόμενο σε σκάνδαλο εξουσίας πρώην υπουργό, μόνο και μόνο για να τον "παραιτήσεις" ξανά αφου ξανακάνει τα ίδια.

Ότι μερικά εκατομμύρια στρέμματα καμμένου δάσους και 6 νεκροί κοστίζουν 3.000 ευρώ το κεφάλι και 4% στις εκλογές.

Ότι υπάρχει κίνημα των bloggers (χαχαχαχα!!!!!)

Ότι η ταχεία προώθηση των μεταρυθμίσεων που θα σώσουν τη χώρα δεν περιλαμβάνει το πρώτο τετράμηνο μιας διακυβέρνησης.

Ότι ένας πολιτικός έχει ρεύμα εφόσον αν του πετάξεις ένα ποτήρι καφέ βραχυκυκλώνει.΄

Ότι υπάρχει ανεξάρτητο κράτος λίγο κάτω από την κορυφή του Ψηλορείτη.

Ότι υπάρχουν Έλληνες με ονοματεπώνυμα όπως Τριανταπεντάχρονη Συμβασιούχος, Γνωστός Ηθοποιός, Διάσημος Τραγουδιστής, Κομιστής Ντιβιντή κλπ. Αυτοί οι συνάνθρωποι μας συνήθως εμπλέκονται σε παράνομες δραστηριότητες και στις περισσότερες περιπτώσεις βγαίνουν "λάδι".

Τέλος μας θύμισε ότι η αχαριστία είναι το μεγαλύτερο προσόν, αν θέλεις να πας μπροστά στη ζωή σου και μας επιβεβαίωσε ότι η αναλογία αξιόλογων ανθρώπων:βλακών και αναξιοπρεπών είναι πολύ μεγαλύτερη από την χρυσή αναλογία (1:1,618 για όσους δεν θυμούνται) και αυτό κάνει τον κόσμο μας πολύ άσχημο.

Καλή χρονιά με μια ευχή. Το 2008 να μας μάθει λιγότερα...

Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2007

Αναζητώντας το χαμένο ποστ

Τις τελευταίες μέρες έχουν συμβεί κοσμοϊστορικά γεγονότα.

Nίκησε ο Ολυμπιακός στας Ευρώπας, η Πασοκική διαμάχη μαίνεται αμείωτη, η κυβέρνηση παίρνει πίσω όσα υποσχέθηκε πριν τις εκλογές του... 2004 και η μεγάλη κυβερνητική παράταξη παρουσίασε το πρώτο της ρήγμα ονόματι Καράογλου (κάτι πρέπει να κάνουν στη ΝΔ με τους βορειοελλαδίτες που το όνομα τους αρχίζει από Κ, δεν μπορεί να είναι σύμπτωση), τα αμερικανά αναγνώρισαν τη γενοκτονία των Αρμενίων, ο Χριστόδουλος είναι στα τελευταία του και οι γιατροί ήδη κανιβαλίζουν το πτώμα του και μέσα σε όλα αυτά διάβασα και μια ενδιαφέρουσα ιστορία για το σύστημα υγείας στην Κούβα (παρεμπιπτόντως σήμερα βγαίνει στις αίθουσες και το Sicko, ενώ αναμένεται και το αντι-Sicko που τα χώνει στον Moore).

Έλα όμως που αυτό που τώρα μου συμβαίνει (μέγας Τζορντανέλι) με έχει ρίξει στο καναβάτσο και δεν μπορώ να πιάσω ούτε την λευκή πετσέτα...

Για να μην πολυλογώ, εδώ και δέκα μέρες περίπου, έπιασα "κανονική" δουλειά, όπερ εστί δουλειά πρωινή (9 to 5 τρόπον τινά). Σιγά τα ωά και δεν είμαι κι ο πρώτος. Ταυτοχρόνως, όμως, διατηρώ και τη νυχτερινή μου δουλειά, το οποίο σημαίνει ότι δουλεύω συνεχώς από τις 23:30 έως τις 16:00 της επομένης. Φαγάκι, μπανάκι (αν προκάμω ο βρωμιάρης) και ύπνος για κανά πεντάωρο, αν είμαι τυχερός.

Ομολογώ ότι η νυχτερινή δουλειά είναι χαλαρή και μου επιτρέπει πρόσβαση σε υπολογιστή και απεριόριστο χρόνο για γράψιμο, αλλά οι ρυθμοί των τελευταίων ημερών μου έχουν κάνει το μυαλό πουρέ και μπορώ να ασχοληθώ μόνο με την αβάσταχτη ελαφρότητα του ποδοσφαίρου, οπότε βγάζω το άχτι μου στο blog της gatti, αφού έχω ορκιστεί ότι για μπάλα στο δικό μου blog δεν θα γράψω ποτέ.

Σήμερα ύπνο δεν έχω (τι άθλια έκφραση 5 το απόγευμα) και είπα να ασχοληθώ λίγο με το μπλογκάκι μου, αλλά...

Λέω να κάνω υπομονή για μια βδομάδα ακόμη (τότε τελειώνει η νυχτερινή) κι αν καταφέρω κανένα βραδάκι να συγκροτήσω μια ολοκληρωμένη σκέψη, χωρίς να αρχίσω να βλέπω, πράσινες, κόκκινες και κίτρινες πεταλούδες, να ποστάρω επιτέλους (αυτό με την Κούβα και τον δολοφόνο του Γκεβάρα με έχει εξιτάρει). Άσε που οραματίζομαι ένα αύριο λίγο πιο δραστήριο και ευχάριστο για μένα και έχω βαλθεί να το οργανώσω.

Τέλος πάντων, λέω να πάω για ύπνο τώρα...

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2007

Life's A Piece Of Shit, When You Look At It

Life's a laugh and death's a joke, it's true, you'll see it's just a show...

Επειδή καμιά φορά ξεχνιέμαι, υπάρχει κάτι που να μου το θυμίζει



Η ζωή ακόμα κι όταν γίνεται κηδεία, έχει πολύ μεγάλη πλάκα κι ακόμα και πάνω στο σταυρό του μαρτυρίου μια ανάσα χρειάζεται για να μπορείς να σφυρίξεις...


Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2007

Each Man Kills the Thing He Loves

Όταν ενώ βαριέσαι αφόρητα μια ταινία (εκτός αν την βρίσκεις με τη θέαση καλογυαλισμένων και καλογυμνασμένων αντρικών σωμάτων, κάτι που δεν συμβαίνει με τον υποφαινόμενο) κάθεσαι να την δεις μέχρι το σημείο που η Jeanne Morreau τραγουδάει ένα κομμάτι από ένα ποίημα




ξέρεις ότι αυτό το ποίημα μιλάει στην καρδιά σου. (Το απόσπασμα είναι από τον Καυγατζή του Φασμπίντερ)

Η Μπαλάντα των Φυλακών του Ρήντιγκ ήταν το τελευταίο γραπτό έργο του Oscar Wilde, το οποίο δεν χωράει εδώ, αλλά για όποιον ενδιαφέρεται υπάρχει εδώ. Το έγραψε υπό το όνομα C.3.3 (κτίριο, όροφος, κελί) μετά από την φυλάκιση του στις φυλακές του Ρήντινγκ, αφού είχε κριθεί ένοχος για ομοφυλοφιλία (η ιστορία είναι λίγο πολύ γνωστή) και έμπνευση του υπήρξε ο συγκρατούμενος του Charles Wooldridge, ο οποίος εκτελέστηκε εκείνη την περίοδο για τον φόνο της γυναίκας του.

Το "επίσημο" θέμα του ποιήματος είναι η θανατική ποινή:

For oak and elm have pleasant leaves
That in the spring-time shoot:
But grim to see is the gallows-tree,
With its adder-bitten root,
And, green or dry, a man must die
Before it bears its fruit!


βλέποντας με κάποιον θαυμασμό τον μελλοθάνατο που αναμένει καρτερικά την τελευταία του μέρα:

He did not wring his hands nor weep,
Nor did he peek or pine,
But he drank the air as though it held
Some healthful anodyne;
With open mouth he drank the sun
As though it had been wine!


αλλά βασικό μοτίβο του είναι η συγχώρεση, η οποία κατά τον Wilde είναι περισσότερο αναγκαία, όσο μεγαλύτερο είναι το έγκλημα:

For each man kills the thing he loves,
Yet each man does not die.


Φυσικά ο δικός του, προσωπικός πόνος για τις συνθήκες φυλάκισης δεν λείπει:

I walked, with other souls in pain

και

Upon that little tent of blue
Which prisoners call the sky,
And at every wandering cloud that trailed
Its raveled fleeces by.

όμως τελικά αυτό το ποίημα είναι μια ακόμα κατηγορία κατά του Λόρδου Alfred Douglas, αλλά και όλων αυτών που σκοτώνουν ότι αγαπούν:

And all men kill the thing they love,
By all let this be heard,
Some do it with a bitter look,
Some with a flattering word,
The coward does it with a kiss,
The brave man with a sword!

Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2007

Nevermore!!!

(Στον πάτο υπάρχει διαμαντάκι)

Αφού (ξανα)βρήκα την παιδική μου αθωότητα, είπα να (ξανα)βρω και την παιδική μου... ενοχή. Την ατελείωτη λατρεία για τις φανταστικές ιστορίες τρόμου.

Και ποια η καλύτερη εισαγωγή στον τρόμο για ένα παιδί, από τον πολυαγαπημένο Edgar Allan Poe και φυσικά το πιο διάσημο ποίημα του The Raven. Έπεσα λοιπόν σε αυτήν την απαγγελία από τον, σκιαχτικό από μόνο του, Christopher Walken και τη μεταφέρω κι εδώ, εξαιρετικά αφιερωμένη στη δική μου Lenore.



Once upon a midnight dreary, while I pondered weak and weary,
Over many a quaint and curious volume of forgotten lore,
While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.
'Tis some visitor,' I muttered, 'tapping at my chamber door -
Only this, and nothing more.'

Ah, distinctly I remember it was in the bleak December,
And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
Eagerly I wished the morrow; - vainly I had sought to borrow
From my books surcease of sorrow - sorrow for the lost Lenore -
For the rare and radiant maiden whom the angels named Lenore -
Nameless here for evermore.

And the silken sad uncertain rustling of each purple curtain
Thrilled me - filled me with fantastic terrors never felt before;
So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating
'Tis some visitor entreating entrance at my chamber door -
Some late visitor entreating entrance at my chamber door; -
This it is, and nothing more,'

Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer,
'Sir,' said I, 'or Madam, truly your forgiveness I implore;
But the fact is I was napping, and so gently you came rapping,
And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door,
That I scarce was sure I heard you' - here I opened wide the door; -
Darkness there, and nothing more.

Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing,
Doubting, dreaming dreams no mortal ever dared to dream before
But the silence was unbroken, and the darkness gave no token,
And the only word there spoken was the whispered word, 'Lenore!'
This I whispered, and an echo murmured back the word, 'Lenore!'
Merely this and nothing more.

Back into the chamber turning, all my soul within me burning,
Soon again I heard a tapping somewhat louder than before.
'Surely,' said I, 'surely that is something at my window lattice;
Let me see then, what thereat is, and this mystery explore -
Let my heart be still a moment and this mystery explore; -
'Tis the wind and nothing more!'

Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter,
In there stepped a stately raven of the saintly days of yore.
Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed he;
But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door -
Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door -
Perched, and sat, and nothing more.

Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
By the grave and stern decorum of the countenance it wore,
'Though thy crest be shorn and shaven, thou,' I said, 'art sure no craven.
Ghastly grim and ancient raven wandering from the nightly shore -
Tell me what thy lordly name is on the Night's Plutonian shore!'
Quoth the raven, 'Nevermore.'

Much I marvelled this ungainly fowl to hear discourse so plainly,
Though its answer little meaning - little relevancy bore;
For we cannot help agreeing that no living human being
Ever yet was blessed with seeing bird above his chamber door -
Bird or beast above the sculptured bust above his chamber door,
With such name as `Nevermore.'

But the raven, sitting lonely on the placid bust, spoke only,
That one word, as if his soul in that one word he did outpour.
Nothing further then he uttered - not a feather then he fluttered -
Till I scarcely more than muttered 'Other friends have flown before -
On the morrow will he leave me, as my hopes have flown before.'
Then the bird said, 'Nevermore.'

Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken,
'Doubtless', said I, 'what it utters is its only stock and store,
Caught from some unhappy master whom unmerciful disaster
Followed fast and followed faster till his songs one burden bore -
Till the dirges of his hope that melancholy burden bore
Of "Never-nevermore."'

But the raven still beguiling all my sad soul into smiling,
Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird and bust and door;
Then, upon the velvet sinking, I betook myself to linking
Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore -
What this grim, ungainly, gaunt, and ominous bird of yore
Meant in croaking 'Nevermore.'

This I sat engaged in guessing, but no syllable expressing
To the fowl whose fiery eyes now burned into my bosom's core;
This and more I sat divining, with my head at ease reclining
On the cushion's velvet lining that the lamp-light gloated o'er,
But whose velvet violet lining with the lamp-light gloating o'er,
She shall press, ah, nevermore!

Then, methought, the air grew denser, perfumed from an unseen censer
Swung by Seraphim whose foot-falls tinkled on the tufted floor.
'Wretch,' I cried, 'thy God hath lent thee - by these angels he has sent thee
Respite - respite and nepenthe from thy memories of Lenore!
Quaff, oh quaff this kind nepenthe, and forget this lost Lenore!'
Quoth the raven, 'Nevermore.'

'Prophet!' said I, `thing of evil! - prophet still, if bird or devil! -
Whether tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore,
Desolate yet all undaunted, on this desert land enchanted -
On this home by horror haunted - tell me truly, I implore -
Is there - is there balm in Gilead? - tell me - tell me, I implore!'
Quoth the raven, 'Nevermore.'

'Prophet!' said I, 'thing of evil! - prophet still, if bird or devil!
By that Heaven that bends above us - by that God we both adore -
Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn,
It shall clasp a sainted maiden whom the angels named Lenore -
Clasp a rare and radiant maiden, whom the angels named Lenore?'
Quoth the raven, 'Nevermore.'

'Be that word our sign of parting, bird or fiend!' I shrieked upstarting -
'Get thee back into the tempest and the Night's Plutonian shore!
Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!
Leave my loneliness unbroken! - quit the bust above my door!
Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!'
Quoth the raven, 'Nevermore.'

And the raven, never flitting, still is sitting, still is sitting
On the pallid bust of Pallas just above my chamber door;
And his eyes have all the seeming of a demon's that is dreaming,
And the lamp-light o'er him streaming throws his shadow on the floor;
And my soul from out that shadow that lies floating on the floor
Shall be lifted - nevermore!

Κι επειδή μπορεί να σκιαχτήκατε, έψαξα και βρήκα ένα μικρό ταινιάκι που είχε φτιάξει ο Tim Burton το 1982, με την τεχνική του stop motion, για το μεγάλο ίνδαλμα του, τον Vincent Price, ο οποίος και συμμετέχει σε αυτό το μικρό αριστούργημα.

Κυριακή 26 Αυγούστου 2007

Μια προσωπική πύρινη εμπειρία

Κάποια στιγμή, πριν από αρκετό καιρό, χρειάστηκε να βρεθώ αντιμέτωπος με ένα απανθρακωμένο πτώμα. Δεν έχει σημασία που, πως και γιατί, αλλά θέλω να μοιραστώ αυτήν την εμπειρία, για λόγους που ελπίζω να γίνουν προφανείς.

Ένα αυτοκίνητο στις φλόγες, μια ομάδα πυροσβεστών, ΕΚΑΒίτων και διασωστών, το όλον του σκηνικού. Η μυρωδιά της καμμένης ανθρώπινης σάρκας, αποκρουστική, περισσότερο στο μυαλό παρά στη μύτη και η όψη του απαλλαγμένου από χαρακτηριστικά προσώπου, μια φρικτή μάσκα τρόμου. Όμως, έμεινα εκεί, στην περισυλλογή των υπολειμάτων, στην τοποθέτηση στη γνωστή σακούλα, στη μεταφορά στο ασθενοφόρο, χωρίς δισταγμό ούτε καν μια δεύτερη σκέψη.

Πέρασε πάνω από μισή ώρα αφού είχα φύγει για ν' αρχίσουν οι πρώτες σκέψεις. Τι ακριβώς έγινε, πως έγινε. Σήμερα αναρωτιέμαι, πως ο άνθρωπος που βάζει τα κλάμματα βλέποντας τις φωτιές στην Ζαχάρω, στάθηκε ατάραχος πάνω από ένα διαμελισμένο πτώμα και χωρίς ούτε μια μικρή σύσπαση του προσώπου έκλεισε το φερμουάρ.

Έδωσα την απάντηση μόνος μου. Όταν πράττεις δεν σκέφτεσαι, ούτε νιώθεις. Όταν έχεις συναίσθηση της ευθύνης που αναλαμβάνεις, δεν χωρούν συναισθηματισμοί και κούφια λόγια. Δεν έχεις τον χρόνο. Είσαι εκεί, πρώτα αντιμέτωπος με τον εαυτό σου και μετά με τη φρίκη του γεγονότος. Αν έχεις τα κότσια στέκεσαι, αν όχι λυγίζεις και φεύγεις.

Βλέπω κι ακούω τους πολιτικούς να νιώθουν. Οργή, οδύνη, αποτροπιασμό. Όλα εκτος από ντροπή και σκέφτομαι ότι γι' αυτό νιώθουν. Γιατί δεν πράττουν.

Κυριακή 3 Ιουνίου 2007

Γιατί Σίσυφος?

Πρώτα απ' όλα, ας θυμηθούμε ποιος ήταν αυτός ο μυθολογικός ήρωας. Το γενεαλογικό του δέντρο, η οικογενειακή του κατάσταση και τα διάφορα μικροσκανδαλάκια της ζωής του δε με αφορούν και όποιος θέλει μπορεί να ψάξει στις διάφορες εγκυκλοπαίδειες και να βρει ότι πληροφορίες θέλει.

Το σημαντικό με αυτόν τον μύθο είναι το τέλος του. Ο Σίσυφος, σε άλλες περιπτώσεις αναφέρεται ως ενάρετος βασιλιάς και σε άλλες ως πανούργος κλέφτης, ήταν ο εξυπνότερος άνθρωπος στη γη. Με διάφορους τρόπους πάντα κατάφερνε να ξεγελά τους πάντες και να κερδίζει αυτό που θέλει. Κάποια στιγμή πρόδωσε το μυστικό του Δία για το βιασμό της νύμφης Αίγινας και ο Δίας διέταξε να τον αλυσοδέσουν στον Άδη. Αυτός, όμως κατάφερε να αλυσοδέσει τον ίδιο το Θάνατο και να επιστρέψει στη γη.
Όσο καιρό ο Θάνατος ήταν αλυσοδεμένος κανείς δεν μπορούσε να πεθάνει. Ο Άρης ενοχλημένος από το γεγονός ότι οι μάχες δεν είχαν αποτέλεσμα (αφού κανείς δεν πέθαινε) τον ελευθέρωσε και ξαναέστειλε τον Σίσυφο στον Τάρταρο.

Όμως ο πανούργος Σίσυφος δεν έιχε πει ακόμα την τελευταία του λέξη. Διέταξε τη γυναίκα του, Μερώπη, να μην τον τιμήσει με τα ταφικά έθιμα της εποχής και ακολούθως έπεισε την Περσεφόνη να του επιτρέψει να επιστρέψει στη γη ούτως ώστε να τη συνετίσει. Η Περσεφόνη πείστηκε, ο Σίσυφος ανέβηκε στη γη και φυσικά δεν επέστρεψε ποτέ, ώσπου ο Ερμής τον συνέλαβε και τον οδήγησε ξανά στον Τάρταρο όπου του επιβλήθηκε το εξής φοβερό μαρτύριο: Έπρεπε να σπρώχνει έναν τεράστιο βράχο σε μια απόκρυμνη πλαγιά μέχρι την κορυφή, μόνο που μόλις έφτανε εκεί ο βράχος ξανακυλούσε στη ρίζα της πλαγιάς και ο Σίσσυφος ήταν υποχρεωμένος αενάως να κάνει αυτό το μαρτυρικό καθήκον που του είχε επιβληθεί.

Τώρα, γιατί ο Σίσυφος και όχι π.χ. ο Τάνταλος, όπου το μαρτύριο του μοιάζει και πιο βασανιστικό (θυμίζω ότι ήταν καταδικασμένος να στέκεται κάτω από ένα δέντρο με ώριμα φρούτα και πάνω από μια λίμνη με νερό, όποτε άπλωνε το χέρι του να κόψει ένα φρούτο τα κλαδιά σηκώνονταν ψηλά και όποτε έσκυβε να πιεί νερό τα νερά της λίμνης υποχωρούσαν) και "τα μαρτύρια του Ταντάλου" έγιναν και παροιμιώδης φράση.

Κατ' αρχάς γι' αυτόν ακριβώς το λόγο. Ο Τάνταλος έχει συνδεθεί με τον πόνο και τα ανομολόγητα πάθη (ακόμα και στα αγγλικά η λέξη tantalize από τον Τάνταλο προέρχεται).
Επίσης το αδίκημα και των δυο προέρχεται από την αλλαζονεία (ο Τάνταλος μαγείρεψε τον γιο του και τον πρόσφερε ως γεύμα στους θεούς) αλλά ένώ ο Τάνταλος αντλούσε την αλλαζονεία του από την επίγεια δύναμη του, ο Σίσυφος την αντλούσε από την τρομερή εξυπνάδα του, αλλά και από την ακόρεστη δίψα του για ζωή.

Τέλος, ο σημαντικότερος λόγος. Ο Μύθος του Σισύφου μέσα από την ερμηνεία του Albert Camus στο ομώνυμο πόνημα του.
Σε αυτό το δοκίμιο για το παράλογο ο Camus βλέπει τον Σίσυφο ως την προσωποποίηση του παραλογισμού της ανθρώπινης ζωής, αλλά κυρίως τον βλέπει ως τον συνειδητοποιημένο άνθρωπο. Αυτόν που έχει γνώση αυτού του παραλογισμού και παρόλα αυτά συνεχίζει, ως γνήσιος ηρωικός υπαρξιστής να εκπληρώνει μια ποινή "στην οποία ολόκληρη η ύπαρξη του εξαρτάται και ασκείται να ολοκληρώνει ένα αέναο τίποτα". Είναι ο σύγχρονος άνθρωπος που τα "βάσανα της ζωής" του έχουν πια λυγίσει τους ώμους, αλλά συνεχίζει τον καθημερινό του κάματο προς το αβέβαιο (ίσως όχι και τόσο!!!) μέλλον του. Δυστυχώς για μένα δεν μπορώ να ξεπεράσω τον εκπληκτικό τρόπο γραφής και τη λυρική περιγραφικότητα του Camus, οπότε αρκούμαι στο να αντιγράψω τον επίλογο του (τα αποσπάσματ σε κεφαλαία είναι δικές μου υπογραμμίσεις).

"Είναι κατά τη διάρκεια εκείνης της επιστροφής, όταν ο Σίσυφος σταματά για λίγο τον αγώνα του, η στιγμή που με ενδιαφέρει. Ένα πρόσωπο που κοπιάζει έτσι κοντά στις πέτρες είναι ήδη ο ίδιος πέτρα! Τον βλέπω που επιστρέφει κάτω με ένα βαρύ και μετρημένο πια βήμα, πλησιάζοντας προς το βασανιστήριο του που και ο ίδιος δεν εννοεί και δεν γνωρίζει πότε θα τελειώσει. Εκείνη η ώρα που μοιάζει με ανάπαυλα και ανάσα ενώ επιστρέφει βέβαιος πια για την επανάληψη του βασανιστηρίου του είναι η ώρα της ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ. Σε κάθε μια από εκείνες τις στιγμές, όταν αφήνει τα ύψη και επιστρέφει στην Κοιλάδα των Θεών, είναι ανώτερος από τη μοίρα του. ΕΙΝΑΙ ΙΣΧΥΡΟΤΕΡΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΒΡΑΧΟ ΤΟΥ. Εάν αυτός ο μύθος είναι τραγικός, αυτό συμβαίνει επειδή ο ήρωάς του γνωρίζει την ματαιότητα της προσπάθειας. Πόσο διαφορετική τροπή θα είχε αυτό το βασανιστήριο αν σε κάθε βήμα και σε κάθε του προσπάθεια τον συντρόφευε η ελπίδα της επιτυχίας; Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΣ πορεύεται καθημερινά με τους ίδιους στόχους και η μοίρα του δεν είναι λιγότερο παράλογη. Αλλά το τραγικό είναι ότι μόνο σε σπάνιες στιγμές αυτό το συνειδητοποιούμε. Ο Σίσυφος, προλετάριος των θεών, ανίσχυρος κι επαναστατημένος, ήξερε όλη την έκταση της άθλιας ύπαρξής του: είναι εκείνη που σκέφτεται όσο διαρκεί η κατάβασή του. Η σύνεση με την οποία δέχεται το μαρτύριό του συμπληρώνει την ίδια στιγμή τη νίκη του. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΙΡΑ ΠΟΥ ΝΑ ΜΗ ΝΙΚΙΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΣΗ...

Ο βράχος κυλά ακόμη. Αφήνω λοιπόν το Σίσυφο στους πρόποδες του βουνού. ΠΑΝΤΑ ΞΑΝΑΒΡΙΣΚΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΤΟ ΦΟΡΤΙΟ ΤΟΥ. Ο Σίσυφος όμως συμβολίζει την ανώτερη πίστη που αρνιέται τους θεούς κι ανυψώνει τους βράχους. Κι εκείνος κρίνει πως όλα είναι καλά. Αυτό το σύμπαν το αδέσποτο στο εξής δεν του φαίνεται ούτε άκαρπο, ούτε μάταιο. Ο κάθε κόκκος της πέτρας, η κάθε λάμψη αυτού του γεμάτου νύχτα βουνού πλάθει, μονάχα γι' αυτόν, τη μορφή ενός κόσμου. Ακόμα κι ο ίδιος ο αγώνας προς την κορυφή φτάνει για να γεμίσει την ανθρώπινη καρδιά. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΦΑΝΤΑΣΤΟΥΜΕ ΤΟ ΣΙΣΥΦΟ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ...''

Αυτές οι λιγοστές γραμμές σε ένα εκπληκτικό βιβλίο που, θα έλεγα, επιβάλλεται να διαβαστεί από κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο, όρισαν και ορίζουν τη ζωή μου. Δε λέω ότι είμαι ο Σίσυφος. Προς θεού, τόση αλλαζονεία, ευτυχώς ή δυστυχώς δεν έχω. Αυτό που λέω είναι ότι αν μπορώ να ταυτιστώ με έναν μύθο, αν υπάρχει έστω και μια φιλοσοφική σκέψη που μπορεί να διαπεράσει τη ζωή μου και το είναι μου είναι αυτός ο μύθος και αυτή η σκέψη.


Υ.Γ. Παρεμπιπτόντως, όποιος είχε έστω και για μια στιγμή τάσεις αυτοκτονίας πρέπει οπωσδηποτε να διαβάσει αυτό το βιβλίο. Αν μη τι άλλο σου υπενθυμίζει ότι αν όλα τελειώσουν, τότε σίγουρα δεν θα μπορείς πια να χαμογελάς!!!