Πέμπτη, 19 Αυγούστου 2010

Σκοτάδι στην Επίδαυρο

Τι κάνει μια θεατρική παράσταση επιτυχημένη; Να μια καλή ερώτηση με δύσκολες απαντήσεις. Προσοχή, δεν ρωτάω τι κάνει μια θεατρική παράσταση καλή ή εμπορικά επιτυχημένη. Όταν μιλάω για επιτυχημένη παράσταση, εννοώ μια παράσταση η οποία δείχνει σεβασμό στο κείμενο, στο κοινό, αλλά, πάνω απ’όλα καταφέρνει να μεταφέρει το “όραμα” του σκηνοθέτη αυτούσιο στον υποψιασμένο θεατή.

Χωρίς να έχω εντρυφήσει στο ζήτημα, μπορώ να φέρω στο μυαλό μου πολλές παραμέτρους οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιηθούν για να υπάρξει ένα επιτυχημένο αποτέλεσμα. Η απόδοση του κειμένου, η διδασκαλία των ηθοποιών, η χρήση του σκηνικού χώρου, η χρήση οπτικοακουστικών τεχνασμάτων για την ισχυρότερη εντύπωση του μηνύματος ή της ψυχολογικής κατάστασης των ηρώων και, φυσικά, η σκηνική τοποθέτηση των ηθοποιών.

Η παράσταση του Οθέλλου που ανέβηκε από την βερολινέζικη Schaubuhne, σε σκηνοθεσία Τόμας Οστερμάγιερ, στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου ήταν, σχεδόν, επιτυχημένη. Και λέω σχεδόν γιατί κάποια από τα προαναφερθέντα στοιχεία δεν ικανοποιήθηκαν πλήρως. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.

Ο Οστερμάγιερ δεν διάβασε το σαιξπηρικό δράμα ως μια τραγωδία αντιθέσεων (μαύρο-άσπρο, καλό-κακό, αρσενικό-θηλυκό κλπ). Μπορώ να πω ότι δεν το διάβασε καν ως τραγωδία, και αυτό είναι το πρώτο από τα στοιχήματα που κέρδισε. Σε ένα σκηνικό όπου κυριαρχεί το νερό (μαύρο ή σκοτεινό, διαλέγεις και παίρνεις) όλοι οι ήρωες στέκονται ίσοι, σχεδόν μονίμως πάνω στη σκηνή, με μόνο διαχωρισμό τους τους τίτλους που τους απονέμονται. Ο Οθέλλος, πιο λευκός κι από την Δυσδαιμόνα, βάφεται μαύρος στην αριστουργηματική αρχική σκηνή, ντυμένη με μια, οριακά, τελετουργική μουσική, στην οποία παρακολουθούμε, χωρίς ίχνος προκλητικότητας, το σκανδαλώδες ζεύγος να ολοκληρώνει την πρώτη νύχτα του γάμου. Όταν επανεμφανιστεί θα είναι πάλι λευκός, ντυμένος στην επίσης λευκή ναυτική στολή του.

Ο Ιάγος, ντυμένος κι αυτός στα λευκά, κινείται αποκλειστικά και μόνο στο φως. Η γνωστή σκοτεινή φιγούρα του απόλυτου κακού δεν έχει καμμιά θέση σε μια απογυμνωμένη από μανιχαϊστικά στοιχεία παράσταση. Ένας βαθειά πληγωμένος άνθρωπος είναι ο Ιάγος και τίποτα παραπάνω. Σκοτεινό αντικείμενο του πόθου του δεν είναι μόνο η θέση του υπασπιστή, η οποία στο μυαλό του δικαιωματικά του ανήκει, αλλά και μια θέση στην καρδιά του ατρόμητου μαυριτανού στρατηγού. Γι’αυτό δεν σταματάει τις δολοπλοκίες του όταν ο πρώτος στόχος έχει πια επιτευχθεί. Η ολοκλήρωση του σχεδίου του απαιτεί και την εξόντωση της αγνής και προκλητικής αγάπης του πρωταγωνιστικού ζευγαριού.

Αν υπάρχει μια “ύβρις” στο έργο, αυτή είναι ο έρωτας. Όχι ο έρωτας των ποιητών και των εφηβικών όρκων, αλλά ο βίαιος, σαρκικός έρωτας. Ο ασίγαστος πόθος και το αβάσταχτο πάθος. Από την πρώτη ερωτική συνεύρεση των δύο εραστών ως την, σαν βίαιη ερωτική σκηνή, τελευταία και φονική, τα πάντα διαχέονται από έναν, σχεδόν, ωμό ερωτισμό. Οι γυναίκες φοράνε προκλητικά ρούχα και κάθονται με τα πόδια ανοιχτά, οι άντρες είναι οριακά αμφισεξουαλικοί, κάποιοι από τους διαλόγους συμπληρώνονται από ερωτική προσομοίωση, η γιορτή για την αποβίβαση στην Κύπρο υπονοείται ότι καταλήγει σε ένα μεγάλο όργιο, η ίδια η Κύπρος, μέσω των προβαλλόμενων στο video wall εικόνων, συνδέεται με το Las Vegas και όλα αυτά υπό τους ήχους μιας “παγανιστικής” αφρο-βαλκανικής τζαζ μουσικής (εκπληκτική δουλειά από τους The Polydelic Souls, όποιος ξέρει κάτι παραπάνω ας μου πει κι εμένα).

Συμπαραστάτες του σκηνοθέτη τους, οι ηθοποιοί της παράστασης, έδωσαν ένα πραγματικό ρεσιτάλ. Ένα πραγματικά δεμένο σύνολο χαρισματικών ανθρώπων (ξεχώρισε λόγω και του ρόλου του ο Στέφαν Στερν ως Ιάγος) έπαιξαν με τους ρόλους τους, αλλά και με το κοινό. Άλλο ένα κερδισμένο στοίχημα. Η υποκριτική έδωσε τη θέση της στο παιχνίδι. Χωρίς ευκολίες και χωρίς να εκχυδαΐσουν το κείμενο απάλλαξαν την παράσταση από το βάρος των γνωστών τραγικών ερμηνειών και απέδωσαν τέλεια την ελαφρότητα του παιχνιδιού ανάμεσα στους ήρωες αλλά και, ίσως κυρίως και, ανάμεσα σε αυτούς και το κοινό.

Κάπου εδώ, όμως, έρχεται ο αρχικός προβληματισμός. Εξαιρετική η παράσταση, σίγουρα, και, ίσως, μια από τις καλύτερες που έχω δει στη ζωή μου, όμως έπρεπε να παιχτεί στην Επίδαυρο; Δεν αναφέρομαι στην ιερότητα του χώρου, μακριά από μένα τέτοιες αηδίες, αλλά στην οικονομία του χώρου. Ο γερμανός σκηνοθέτης, είτε από επιλογή είτε επειδή είναι έξω από την κουλτούρα του, αγνόησε τις παραμέτρους που ορίζει το ανοιχτό θέατρο και έστησε μια παράσταση κλειστού χώρου. Είναι γνωστό ότι ο Τσέχωφ έγραφε τα έργα του έχοντας στο μυαλό του τη σκηνή του Θεάτρου Τέχνης της Μόσχας. Ο Οστερμάγιερ δεν “μετέφρασε” το έργο του Σαίξπηρ έχοντας στο μυαλό του τη σκηνή του θεάτρου της Επιδαύρου. Το εικαστικό αποτέλεσμα ήταν άψογο, αλλά αν εξαιρέσεις το τελευταίο μισάωρο που εκτυλίχτηκε στο ημίφως, η σκηνή ήταν αμέτοχη της παράστασης.

Εν κατακλείδι, υπέροχη παράσταση, όμως ευελπιστώ ότι θα μπορέσω να ταξιδέψω στο Βερολίνο αυτόν τον Νοέμβρη, ούτως ώστε να την δω όπως πρέπει.

Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

Ελεύθερη Ένωση

Η γυναίκα μου με μαλλιά φωτιάς από ξύλα
Με τις σκέψεις θερινών αστραπών
Με μέση κλεψύδρας
Η γυναίκα μου με τη μέση ενυδρίδας ανάμεσα στα δόντια της τίγρης
Η γυναίκα μου με στόμα κονκάρδας και συστάδες αστεριών του μικρότερου μεγέθους
Με δόντια από χνάρια λευκού ποντικού σε λευκή γη
Με γλώσσα τριμμένων κεχριμπαριών και κρυστάλλων
Η γυναίκα μου με γλώσσα μαχαιρωμένου αντίδωρου
Με γλώσσα κούκλας που ανοίγει και κλείνει τα μάτια της
Με γλώσσα πέτρας απίστευτης
Η γυναίκα μου με βλεφαρίδες μπαστουνάκια παιδικής γραφής
Με φρύδια από χείλος φωλιάς χελιδονιού
Η γυναίκα μου με κροτάφους σχιστόλιθου στέγης θερμοκηπίου
Και πάχνης στα παράθυρα
Η γυναίκα μου με ώμους σαμπάνιας
Και κρήνης με κεφάλια δελφινιών κάτω από πάγο
Η γυναίκα μου με καρπούς χεριών από σπίρτα
Η γυναίκα μου με τα δάχτυλα της τύχης και του άσου κούπα
Με δάχτυλα από κομμένο σανό
Η γυναίκα μου με μασχάλες κουναβιού και καρπού οξιάς
Της νύχτας του Αη-Γιάννη
Από αγριομυρτιά και φωλιά αγγελόψαρων
Με μπράτσα από αφρό της θάλασσας και υδατοφράγματα
Και μείγμα σταριού στο μύλο
Η γυναίκα μου με γάμπες πυροτεχνήματα
Με κινήσεις ωρολογιακές και απόγνωσης
Η γυναίκα μου με πόδια από καρδιά κουφοξυλιάς
Η γυναίκα μου με πόδια αρκτικόλεξα
Με πόδια αρμαθιές κλειδιών, με πόδια από πότες εξωτικά πουλιά
Η γυναίκα μου με λαιμό από μαργαριταρένιο κριθάρι
Η γυναίκα μου με λαιμό κοιλάδας χρυσού
Συνάντησης στο λίκνο του ίδιου του χείμαρρου
Με στήθη από νύχτα
Η γυναίκα μου με στήθη θαλασσινές φωλιές τυφλοπόντικα
Η γυναίκα μου με στήθη χοάνες ρουμπινιών
Με στήθη φάσματος ρόδων στη δροσιά
Η γυναίκα μου με κοιλιά που ξεδιπλώνει τη βεντάλια του χρόνου
Με την κοιλιά γιγάντιου γαμψού νυχιού
Η γυναίκα μου με πλάτη από πουλιά σε κάθετη απόδραση
Με πλάτη υδραργύρου
Με πλάτη από φως
Με αυχένα από στρογγυλεμένη πέτρα και υγρή κιμωλία
Και πτώση ποτηριού που μόλις ήπιαμε
Η γυναίκα μου με γοφούς πλοιαρίου
Με γοφούς πολυελαίου και φτερών βέλους
Και μίσχων φτερών από λευκά παγώνια
Μιας αναίσθητης ισορροπίας
Η γυναίκα μου με γλουτούς από ψαμμίτη και αμίαντο
Η γυναίκα μου με γλουτούς ράχης κύκνου
Η γυναίκα μου με γλουτούς από άνοιξη
Με αιδοίο γλαδιόλας
Η γυναίκα μου με αιδοίο φλέβας χρυσού και ορνιθόρυγχου
Η γυναίκα μου με αιδοίο από φύκια και παλιά καραμέλα
Η γυναίκα μου με αιδοίο καθρέφτη
Η γυναίκα μου με μάτια πλήρη δακρύων
Με μάτια ιώδους πανοπλίας και μαγνητικής βελόνης
Η γυναίκα μου με μάτια σαβάνας
Η γυναίκα μου με μάτια από νερό που πίνεις στη φυλακή
Η γυναίκα μου με μάτια από ξύλο πάντοτε κάτω από τσεκούρι
Με μάτια στη στάθμη του νερού στο ύψος του αέρα της γης και της φωτιάς

--------------------------------------------------------------------------------------
Ο Andre Breton δεν είναι από τους αγαπημένους μου, όμως, πριν από χρόνια, διαβάζοντας το Αισθητικό Τρίπτυχο του Γεωργίου Μουρέλου, διάβασα ένα μικρό απόσπασμα αυτού του ποιήματος και συγκλονίστηκα. Εδώ παρουσιάζεται ολόκληρο σε ελληνική μετάφραση. Για τους γαλλομαθείς το αυθεντικό ποίημα μπορεί να διαβαστεί εδώ.

Σάββατο, 17 Ιουλίου 2010

Θα έρθει η μέρα?

Τον οδηγούν, δεμένο, στον άγιο τόπο του μαρτυρίου και τον σταυρώνουν πάνω στον βράχο. Το πρόσωπο συσπάται σε κάθε χτύπημα του σφυριού. Νιώθει τον πόνο, νιώθει την αγωνία, αλλά δεν νιώθει φόβο. Είναι ο αίρων το μέλλον του ανθρώπου, ο πρώτος Μεσσίας, θεός και άνθρωπος μαζί, όχι επειδή τον έθρεψε ανθρώπινη μήτρα, αλλά από αγάπη γι’αυτούς τους εφήμερους, αποκομμένους από το μοιράδι της εξουσίας μιας νέας τάξης πραγμάτων που ήρθε μέσα από φωτιά κι ατσάλι.

Διπλοτσεκάρουν τα δεσμά του κι αποχωρούν. Μένει μόνος μαζί με τους δώδεκα αποστόλους του, μα, αυτός ο τάλας, δεν λυγίζει. Πιο σκληρός από τον βράχο του, πιο δυνατός από τα δεσμά του, στέκει εκεί στην κορυφή του κόσμου γνωρίζοντας την αμαρτία που τον φυλάκισε, προλέγοντας την αμαρτία που θα τον βασανίσει, αναμένοντας τη λύτρωση, που θ’αργήσει αλλά θα’ρθεί, δεκατρείς γενιές μετά.

Ο Προμηθέας γνωρίζει. Αυτό είναι το μεγάλο αμάρτημα του. Η διάδοση της γνώσης της φωτιάς τον φέρνει σιδηροδέσμιο στην κορυφή του Καυκάσου. Η απόκρυψη μιας άλλης, πιο μυστικιστικής και ζωτικής για τον άρχων του κόσμου, θα τον ρίξει στα Τάρταρα όπου θα βασανίζεται για την ευσπλαχνία του με την συστηματική αφαίρεση ενός εκ των σπλάχνων του. Σε μέλλοντα χρόνο, γνωρίζει και γνωρίζουμε, πως αυτό το ίδιο αμάρτημα θα τον ελευθερώσει και μαζί μ’αυτόν όλους εμάς τους ταπεινούς, εν τη κοινή γνώσει, αδελφούς του.

Για τον Αισχύλο, ο Προμηθέας είναι το όχημα μιας έντονης πολιτικής αντίδρασης σε κάθε τι τυρρανικό, ακόμα κι αν αυτό είναι το θεϊκό δικαίωμα στην εξουσία. Ένα παράδοξο για έναν δημοκράτη, αλλά βαθιά θρησκευόμενο ποιητή, ο οποίος στις Ευμενίδες του περιγράφει τον ίδιο τύρρανο, ως δίκαιο και πάνσοφο θεό. Δυστυχώς, δεν γνωρίζουμε αν στον Προμηθέα Λυόμενο, που ακολουθεί, μαζί με τον ήρωα, λύεται και η παρεξήγηση. Αν ο δίκαιος Ζευς αναγνωρίζει στον Προμηθέα την συμβολή του στην ανάληψη της εξουσίας και στον άνθρωπο το δικαίωμα της γνώσης.

Η παράσταση

Μια γυναίκα καθισμένη σε μια χαμηλή πέτρα, κοιτάζει έντρομη το κενό. Δυο άντρες με καφέ κοστούμια στέκονται στην κορυφή της κερκίδας. Γρήγορα κατεβαίνουν τα σκαλιά και ξαπλώνουν με το πρόσωπο στο χώμα και τα χέρια «δεμένα» πισθάγκωνα. Σιγά σιγά, δέκα ακόμα άντρες παίρνουν τη θέση τους κατάχαμα και ο ήχος αλλεπάλληλων πυροβολισμών γεμίζει τον χώρο. Η παράσταση έχει αρχίσει.

Η προσέγγιση ενός αρχαίου δράματος είναι πάντοτε ένα ζήτημα ατελείωτων συζητήσεων, πολλώ δε μάλλον, όταν την προσέγγιση αυτή την κάνει ένας σκηνοθέτης γνωστός για την επιμονή του στην σωματική ερμηνεία των ηθοποιών, κάτι που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον στιβαρό λόγο που χαρακτηρίζει, κυρίως, τις αισχυλικές τραγωδίες.

Ο Θεόδωρος Τερζόπουλος, έκανε, στην τρίτη του, μεταφορά του Προμηθέα Δεσμώτη, μια εξ’αρχής και εξ’ορισμού, αμφιλεγόμενη κίνηση. Ξεγύμνωσε τον Προμηθέα από τον οντολογικό προβληματισμό και ανέδειξε μόνο την πολιτική πλευρά του έργου, επιχειρώντας μια σύνδεση της Τιτανομαχίας και των επακολούθων της με τη σημερινή πολιτική κατάσταση.

Όπως ο ίδιος λέει σε μια συνέντευξη του, ο χορός των Ωκεανίδων είναι μια ομάδα εξαθλιωμένων μεταναστών, δεσμωτών της σημερινής εξουσίας οι οποίοι, ενώ ξεκινούν παραδομένοι στην κατήφεια του μαρτυρίου τους, με την είσοδο του Προμηθέα εναντιώνονται στην εξουσία και ορθώνουν και αυτοί το ανάστημα τους, «γίνονται και αυτοί Προμηθείς», απαντώντας καταφατικά στη, λάιτ μότιφ, ερώτηση της παράστασης: «Θα έρθει μια μέρα?».

Για να το επιτύχει αυτό, ακολουθεί μερικούς ακόμη πιο αμφιλεγόμενους δρόμους.

Επιλέγει ένα σύνολο ηθοποιών και την παρουσίαση του κειμένου σε τρεις γλώσσες, ελληνικά, τούρκικα και γερμανικά, δίνοντας μια παγκοσμιοποιημένη ανάγνωση. Και οι τρεις λαοί δοκιμασμένοι σε συνεχείς πολέμους, κατά καιρούς ηττημένοι και ταπεινωμένοι, και σίγουρα συμμέτοχοι του ζητήματος. Πάνω απ’όλα, δίνει τον Προμηθέα σε έναν, εξαιρετικό, Τούρκο ηθοποιό, αναδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο την κοινή μοίρα των, ακόμα και αντιμαχόμενων, λαών.

Ο Ήφαιστος, το Κράτος και ο Ωκεανός, αναδύονται μέσα από τον χορό, υποδεικνύοντας την άμεση σχέση του δέσμιου με τον δεσμοφύλακα του, του πάσχοντα με τον συμπάσχοντα, ενώ η Ιώ, μια κυνηγημένη μετανάστρια κατά τον σκηνοθέτη, έρχεται απ’έξω υπογραμμίζοντας το πρόβλημα της γυναίκας στην σημερινή κοινωνία και την εμπορευματοποίηση της λευκής, ή και μάυρης, σάρκας της.

Ο Ερμής, σε μια απίστευτη σκηνοθετική έμπνευση, εμφανίζεται ξαφνικά μέσα από το κοινό, ανάμεσα στο οποίο βρίσκεται σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Το τσιράκι της εξουσίας, είναι ένας από εμάς. Δεν είμαστε εμείς άμοιροι των ευθυνών μας. Ίσα ίσα, είμαστε μέτοχοι των δεινών τους. Ο Γερμανός ηθοποιός, σαν δεσμοφύλακας στρατοπέδου συγκέντρωσης, περιπαίζει, χτυπάει, βασανίζει τον ταλαιπωρημένο χορό, ο οποίος σε στάση προσοχής, υπομένει, μα δεν λυγίζει.

Τέλος, κι εδώ βρίσκεται και το πιο αμφιλεγόμενο σημείο της παράστασης, ο σκηνοθέτης εισάγει έναν ακόμα χαρακτήρα (ή μήπως είναι η, βουβή στον Αισχύλο, Βία?). Μια γηραιά κυρία καθισμένη σε μια πέτρα, η οποία είναι παρούσα στη σκηνή πριν την έναρξη της παράστασης και παραμένει και μετά το τέλος της. Από το στόμα της δεν βγαίνουν αισχύλεια λόγια, αλλά, στο Α στάσιμο, μια ανάμνηση ενός, εμφυλίου(?), πολέμου και μιας βασανιστικής απαίτησης για προδοσία και, στο Γ στάσιμο, ένα κείμενο για την καταστροφική μανία της φωτιάς, του θείου δώρου, που ο Προμηθέας έκλεψε για εμάς, κι εμείς χρησιμοποιήσαμε με όλους τους λάθος τρόπους.

Η παράσταση κλείνει αμέσως μετά το χειροκρότημα του κοινού. Ο Τούρκος Προμηθέας μας ζητάει να κάνουμε ησυχία και μας ρωτάει, στα ελληνικά: «Θα έρθει μια μέρα?». Κάποιοι απαντούν, κάποιοι άλλοι όχι. Και αυτή, ακριβώς, είναι και η κατακλείδα της παράστασης. Είμαστε όλοι παρόντες στη σημερινή, τραγική, πολιτική κατάσταση. Κάποιοι από εμάς στεκόμαστε βολεμένοι, αδιάφοροι για τον πόνο και την καταστροφή που μας περιβάλει. Κάποιοι άλλοι, ορθώνουν το ανάστημα τους, απαντούν στο ερώτημα των καιρών και είναι έτοιμοι να γίνουν και αυτοί Προμηθείς.

Εν κατακλείδι, αυτού του κειμένου, η παράσταση του Θεάτρου Άττις ήταν μια τυπική τερζοπούλεια παράσταση. Σωματικές ερμηνείες, γεωμετρική διάταξη των ηθοποιών στο χώρο, εξαιρετική χρήση ήχου και φωτισμού και, πάνω απ’όλα, μια διαφορετική, πιο προσωπική, ματιά σε ένα κείμενο ηλικίας δυόμιση χιλιάδων ετών. Το εγχείρημα στέφθηκε με επιτυχία, με μια μόνο, μικρή, ένσταση. Η τραγωδία του Αισχύλου υπήρξε η αφορμή και το μέσον για την επίτευξη ενός στόχου. Ο τίτλος της παράστασης ως «Προμηθέας Δεσμώτης του Αισχύλου» μοιάζει κάπως παράταιρος. Θεωρώ ότι μια εστιασμένη στο Θέατρο Άττις αναφορά της παράστασης θα ήταν περισσότερο τίμια απέναντι στο, ανυποψίαστο, κοινό. Γιατί το υποψιασμένο, δεν είχε καμμία αμφιβολία για το τι ακριβώς θα παρακολουθούσε.


Ιδιαίτερη αναφορά, τέλος, πρέπει να γίνει στο έργο τέχνης του Γιάννη Κουνέλλη, ενός εκ των σημαντικότερων εκπροσώπων της arte povera παγκοσμίως, που κοσμούσε τους τοίχους του Παλαιού Ελαιουργείου της Ελευσίνας. Μια κατασκευή με σχοινιά και πέτρες ύψους περίπου πέντε μέτρων και συνολικού μήκους περίπου εξήντα, η οποία δέσποζε στον σκηνικό χώρο αναδεικνύοντας τα κοινά, σε όλους μας, δεσμά, αλλά και τον κοινό, μεταξύ μας, δεσμό.

Πέμπτη, 15 Ιουλίου 2010

Ένα πάρτυ... κάποτε

Όσο η Μούσα γίνεται όλο και περισσότερο... λιγότροπη και η ζέστη δεν αφήνει ζωτικό χώρο για σκέψη, τόσο περισσότερο καταφεύγω στη μουσική για λίγη δροσιά.

Εν τω μεταξύ, σήμερα, από το πρωί μου έχει κολλήσει στο μυαλό αυτός ο πρωτοεφηβικός έρωτας




Και το ένα φέρνει τ'άλλο και θυμάμαι παιδικά πάρτυ.

Η Ελένη τα έφτιαξε με τον Γιάννη και η Μαρίνα, που τον αγαπούσε πριν την Ελένη, κλαίει στη ντουλάπα και είναι η ώρα να χορέψουμε "μπλουζ" κι εγώ θέλω να χορέψω με τη Μαρίνα, αλλά αυτή δεν βγαίνει με τίποτα κι έρχεται η Γεωργία και με παίρνει από το χέρι να χορέψουμε, αλλά εγώ δεν θέλω, όμως αυτή επιμένει και με φιλάει στο μάγουλο και χορεύουμε




αλλά εμένα μου αρέσει το καινούργιο του Πρινς




και αυτός ο χαζός ο ξάδελφος της Μπέτυ, που παίζει μουσική, και πάει στο γυμνάσιο δεν το βάζει και σε λίγο θα ανάψουν τα φώτα για την τούρτα και η Μαρίνα δεν έχει βγει ακόμα κι εγώ δεν θα χορέψω μαζί της ποτέ.

Ποτέ...

Και, "να ζήσεις Μπετούλα και χρόνια πολλά..." και μετά αρχίζει πάλι η μουσική, πιο γρήγορη αλλά εμείς προτιμάμε την τούρτα και τα πατατάκια και ο χαζός ο Βαγγέλης έχει βάλει δυο γαριδάκια στη μύτη του και τα κορίτσια χαζογελάνε γιατί ο Βαγγέλης αρέσει σε όλες, ακόμα κι όταν κάνει τέτοια σιχαμένα και η μουσική παίζει




κι εγώ έχω αρχίσει και βαριέμαι και κάποιος λέει να παίξουμε μπουκάλα, αλλά τα κορίτσια σιχαίνονται και δεν θέλουν και η Μαρίνα βγήκε από τη ντουλάπα και τα έφτιαξε με αυτόν τον χαζό, τον Βαγγέλη, που έβαζε τα γαριδάκια στη μύτη, αλλά εμένα δεν με πειράζει γιατί είμαι και παλιοεγωίσταρος, που λέει και η μαμά μου και η Γεωργία μ'αγαπάει και είναι και πιο όμορφη και καλύτερη και η μαμά της φτιάχνει την καλύτερη σπανακόπιτα (μετά τη μαμά μου φυσικά).

Ήρθε η ώρα να φύγουμε, θα μας πάρει ο μπαμπάς του Μάριου, του διπλανού μου, που είναι ήδη κάτω και χτυπάει το κουδούνι, παίρνω τη Γεωργία από το χέρι, ακολουθώ τον Μάριο στο ασανσέρ και το τραγούδι μας αποχαιρετάει




Και μετά ήρθε το καλοκαίρι και τον Σεπτέμβρη ήμασταν, ξανά, όλοι εκεί. Όλοι εκτός από τη Γεωργία, που αρρώστησε και δεν ξαναήρθε ποτέ στο σχολείο. Και τώρα, καμμιά φορά που την βλέπω στον δρόμο ντρέπομαι να της μιλήσω γιατί ήμουν παιδί και δεν άντεχα την παραμόρφωση της. Και θέλω να της πω ότι, τώρα, καταλαβαίνω, τώρα, δεν με πειράζει, αλλά χαμηλώνω το βλέμμα και επιταχύνω το βήμα. Όχι για να την αποφύγω, αλλά για να αποφύγω εμένα...

Σάββατο, 10 Ιουλίου 2010

Αμστελόδαμο

Σ’ένα μπαρ κοντά στο Centraal. Μόνος. Ένα ποτήρι μαύρο ρούμι ίδρωνε κάτω από το απλανές βλέμμα μου, καθώς μια αδιάφορη μουσική με αγνοούσε επιδεικτικά. Έκατσε δίπλα μου. Με κοίταξε. Ήταν δεν ήταν δεκαεννιά χρονών, ήταν δεν ήταν όμορφη. Τα ξεθωριασμένα πράσινα μάτια της χαμογελούσαν πιο πολύ κι από το στόμα της και το στρογγυλεμένο πρόσωπο της, φεγγάρι κάτω από το κίτρινο φως, ήταν κατάστικτο από μικρές καφέ πιτσιλιές, θαρρείς βαλμένες εκεί για να υπογραμμίσουν μια εικόνα αθωότητας που έχει χαθεί.

Κερνάω ένα ποτό. Τζιν τόνικ. Αγγλίδα σκέφτομαι. Ναι, από το Νιούκαστλ. Παράξενο, δεν ακούγεται σαν Geordie. Οι γονείς της ήταν από το Λονδίνο. Ήταν? Η μητέρα της πέθανε όταν ήταν δεκατρία, μισούσε τον πατέρα της, ακόμα τον μισεί. Στα δεκαέξι έφυγε με ένα σακίδιο στην πλάτη για μια καλύτερη ζωή, στα δεκαεννιά ήταν στο Άμστερνταμ. Γιατί να πηδιέται για τα άθλια φιλοδωρήματα μια σερβιτόρας, όταν μπορεί να το κάνει για πολλά περισσότερα. Χαμογελάει ξανά. Μέσα από τα δόντια της, καθώς μιλάει, ένα μικρό φώς μοιάζει να ξεπροβάλλει.

Άλλο ένα ρούμι. Κι ένα τζιν. Πάντα με τόνικ. Είναι καλά. Δουλεύει τα πρωινά σε μια βιτρίνα στην Kreupelsteeg και μερικά βράδια σε ένα μπαρ κοντά στο Vodka Museum, όπου σερβίρει γυμνόστηθη. Σήμερα έχει ρεπό. Θέλει να χορέψει. Πολύ μιλήσαμε.

Το μπαρ είναι χωρισμένο στα τρία. Το πρώτο κομμάτι, σαν εστιατόριο, με τραπέζια για τέσσερις και φτηνά κόκκινα τραπεζομάντιλα. Ζευγάρια, νεαρά και ηλικιωμένα κάθονται, πίνουν συζητώντας τα ποτά τους, κυρίως Oranjeboom. Στο δεύτερο κομμάτι καθόμαστε εμείς. Μια ωοειδής ξύλινη μπάρα στο κέντρο, γεμάτη προσκυνητές που σηκώνουν το κεφάλι μόνο για τη μυστικιστική επίκληση τους στο Άγιο Οινόπνευμα και την αναζήτηση του εξομολογητή με το άσπρο πουκάμισο και το μαύρο παπιγιόν. Το τρίτο κομμάτι είναι κλειστό. Μια τζαμαρία σε αφήνει να δεις, αλλά όχι ν’ακούσεις. Τρία ζευγάρια λικνίζονται στους ρυθμούς μιας μουσικής που μόνο να τη μαντέψεις μπορείς. Η εικόνα είναι αστεία.

Με παίρνει από το χέρι. Χορεύουμε. Δεν ξέρω το τραγούδι, ξέρω, όμως το ρυθμό. Πλησιάζει το σώμα της. Ακουμπάει πάνω μου κι ένα φιλί ξεφεύγει από τα χείλη της και προσγειώνεται στα δικά μου. Το στόμα της ακολουθεί μια περίεργη τροχιά και φτάνει στο αυτί μου. Μένει σε ένα δυαράκι εδώ πιο πάνω με άλλες δυο κοπέλες. Είναι μόνη της απόψε. Οι άλλες δουλεύουν. Μπορούμε να περάσουμε τη νύχτα μαζί. Κοιτάω το πρόσωπο της, πιο φωτεινό κι από την ντεμοντέ ντισκομπάλα που κρέμεται πάνω από τα κεφάλια μας. Χαμηλώνει το βλέμμα. Είναι υπέροχη.

Ψελλίζω μια δικαιολογία και την τραβάω έξω από την πίστα. Είμαστε ιδρωμένοι. Ένα ρούμι ακόμα και φεύγουμε. Και ένα τζιν ακόμα. Γελάει. Δεν χρειάζεται να τη μεθύσω. Το ξέρω. Πληρώνω τα ποτά και φεύγουμε. Περπατάμε βιαστικά. Δεν είναι μακριά, εδώ πιο κάτω. Στην επόμενη γωνία στρίβουμε. Στην πόρτα τη φιλάω, ψιθυρίζω μια βιαστική καληνύχτα και φεύγω. Με κοιτάει περίεργα καθώς χάνομαι στο επόμενο στενό σφυρίζοντας. Ανεβαίνει πάνω. Απόψε θα κοιμηθεί μόνη…

Την επόμενη μέρα, τα πόδια μου με σέρνουν προς την Sint Jansstraat. Έχει ένα μικρό coffee shop εκεί που σερβίρει τον καφέ με 2 γκίλντερς μόνο. Χρειάζομαι έναν καφέ επειγόντως. Μια μέρα κουραστική είναι στη μέση της κι εγώ δεν έχω καταφέρει ακόμα να ανοίξω τα μάτια μου. Κοιτάζω δεξιά μου. Ένα μικρό στενό με μια μικρή ταμπέλα. Kreupelsteeg. Τα βήματα μου με οδηγούν ανεπαίσθητα. Προσπερνώ τις βιτρίνες, σχεδόν, αδιάφορα. Την βλέπω. Με κοιτάζει. Είναι δεν είναι δεκαεννιά. Δεν χαμογελάει. Δεν είναι όμορφη. Μπαίνω μέσα. 100 γκίλντερς? 100 γκίλντερς. Βγάζω δυο χαρτονομίσματα και τ’ακουμπάω στο μικρό μπλε κομοδίνο. Περπατάω σιγά προς το κρεβάτι. Οι κουρτίνες κλείνουν και το σκοτάδι απλώνεται στο μικρό δωμάτιο. Γυρίζω προς το μέρος της και το δωμάτιο ξαφνικά γεμίζει με φως.

Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2010

Το Όνομα μου είναι Τριάντα Έξι

Δεν μ’εξουσιάζουν. Είναι εκεί, όμως. Μέσα σ’αυτά τα μικρά, ξεπλυμένα καφετί φινιστρίνια, που δίνουν θέα στο πέλαγος. Αλλάζουν το χρώμα και τη σύσταση του, τη γεύση του. Χωρίζουν τη θάλασσα και μου δείχνουν τον πυθμένα. Αγαλλιάζω μα εκείνοι αποχωρούν χορεύοντας. Κατολισθαίνουν στ’αμπάρια, καταλαμβάνουν την κουπαστή, αλλά όχι τη γέφυρα. Δεν μ’εξουσιάζουν…

Δεν με ορίζουν. Μα καθορίζουν την όψη. Μαυρίζουν το άσπρο, ασπρίζουν το μαύρο, γέρνουν τους ώμους, χαμηλώνουν τα βλέφαρα. Μέρα με τη μέρα, αυξάνονται και πληθύνονται. Προστίθενται δεν πολλαπλασιάζονται. Κι εγώ αντιστέκομαι. Τους πολεμώ έναν έναν κι όλους μαζί. Tους εξοντώνω, μα ποτέ μέχρις εσχάτων. Επανέρχονται κάθε πρωί. Μέσα σ’αυτά τα μικρά φινιστρίνια. Πυροδοτούν τη μέρα μου, χαράζουν την τροχιά μου. Αυτοί και όχι η αδράνεια του σύμπαντος, μα δεν με ορίζουν…

Δεν μεμψιμοιρώ. Εγώ είμαι ο Καπετάνιος. Το πλήρωμα μου με ακολουθεί. Πάντα πιστό. Πάντα σε εγρήγορση. Πάντα δικό μου. Πάντα νικητές.

Εν βρασμώ ψυχής, λοιπόν, ξανασυστήνομαι.

Το όνομα μου είναι Έξι…

-----------------------------------------------------------------------------------
καὶ ἐπηρώτα αὐτόν• Τί ὄνομά σοι; καὶ ἀπεκρίθη λέγων• Λεγεὼν ὄνομά μοι, ὅτι πολλοί ἐσμεν.

Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο Κεφ. ε’ Στίχος 9

Κυριακή, 4 Ιουλίου 2010

Το αστείον του πράγματος...

Μια μικρή ιστορία θα διηγηθώ σήμερα. Ήρωες της, ο θρυλικός σεναριογράφος Dalton Trumbo και ο ακόμα πιο θρυλικός σκηνοθέτης Luis Bunuel.

Ο Τράμπο, σεναριογράφος των Kitty Foyle (1940), Spartacus (1960) και The Last Sunset (1961) μεταξύ άλλων, υπήρξε ένας βαθύτατα δημοκρατικός και γενναίος άνθρωπος, ο οποίος γράφτηκε στην αμερικανική (και παγκόσμια) ιστορία ως ένας από τους «Δέκα του Χόλυγουντ», δηλαδή ως ένα από τα δέκα θύματα των Μακαρθικών διώξεων το 1947. Αρκετά χρόνια πριν, το 1939, ο Τράμπο έγραψε μια, επίσης θρυλική, νουβέλα η οποία έτυχε θερμής υποδοχής από κοινό και κριτική και η οποία αποτελούσε για δεκαετίες ευσεβή πόθο για τους περισσότερους κινηματογραφικούς σκηνοθέτες.

Το 1970, αφού ο Τράμπο είχε αποκατασταθεί και του είχε, πλέον, επιτραπεί να εργάζεται ξανά (το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς του, όπως και το Brave One (1956) για το οποίο πήρε Oscar, έγινε υπό διάφορα ψευδώνυμα), αποφάσισε ότι το Johnny Got His Gun (για αυτήν τη νουβέλα μιλούσαμε πριν) έπρεπε να γίνει ταινία. Όπως προείπαμε, δεκάδες σκηνοθέτες είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον, όμως ο Τράμπο πίστευε, και πολύ καλά έκανε, ότι ο μόνος που θα μπορούσε να αναδείξει το έργο ήταν ο Μπουνιουέλ.

Ο Μπουνιουέλ, ίσως ο μεγαλύτερος κινηματογραφιστής που πάτησε το πόδι του στη γη, σκηνοθέτης των Los Olvidados (1950), Viridiana (1961), Belle De Jour (1967) και Cet Obscur Objet Du Desir (1977) μεταξύ άλλων, υπήρξε ένας βαθύτατα αναρχικός, άθεος και (δεν ξέρω αν και πόσο) γενναίος άνθρωπος, ο οποίος ως μεγαλοφυΐα ήταν και βαθύτατα διαλεκτικός.

Αφού, λοιπόν έγινε η πρώτη επαφή μεταξύ των δύο και, φυσικά, η αρχική συμφωνία, άρχισαν και οι πρώτες συζητήσεις για τη μορφή που θα έπαιρνε το έργο. Όμως ένας δημοκράτης και ένας αναρχικός έχουν ελάχιστα σημεία επαφής. Κάθε φορά που ο Τράμπο ανέφερε τη λέξη «δημοκρατία», ο Μπουνιουέλ ξεσπούσε σε γέλια. Ο εκνευρισμός ήταν διάχυτος. Ο Τράμπο δεν μπορούσε να κατανοήσει το λόγο που ο Μπουνιουέλ γελούσε ακατάπαυστα στο άκουσμα και μόνο της λέξης και ο Μπουνιουέλ, που γνώριζε ότι καμμιά λέξη δεν είναι μονοσήμαντη, δεν μπορούσε να σταματήσει να γελά.

Ο Τράμπο φοβήθηκε, και πολύ καλά έκανε, ότι το αντιπολεμικό αριστούργημα του θα έχανε τα ανθρωπιστικά στοιχεία του στα χέρια του βλάσφημου Ισπανού και ότι το τελικό αποτέλεσμα δεν θα τον αντιπροσώπευε ούτε στο ελάχιστο, οπότε αποφάσισε να διαλύσει τη συνεργασία και να γυρίσει μόνος του την ταινία. Αποτέλεσμα αυτής του της απόφασης ήταν η ειλικρινής, ανθρωπιστική, συγκινητική και μετριότατη, ταινία που τελικά βγήκε στους κινηματογράφους το 1971.

Η ξεροκεφαλιά του Μπουνιουέλ μας στέρησε ένα μεγάλο αριστούργημα…

Τρίτη, 29 Ιουνίου 2010

Uncle Sam

Ένα βιβλίο που δεν αξίζει να διαβαστεί δεύτερη φορά, δεν αξίζει να διαβαστεί ούτε την πρώτη... Το έχει πει κάποιος πριν από μένα? Δεν πειράζει. Το λέω κι εγώ...

Οπότε, πριν μεγαλοπιαστώ με αυτά που δεν θα με πάρει ο χρόνος να διαβάσω και δευτερη φορα, ξανάπιασα κάποια παλιά αγαπημένα, σκονισμένα στα πίσω ράφια της βιβλιοθήκης. Διάβασα δεύτερη φορά τους Νεκρούς και ενταφιάστηκα δίπλα σε έναν έρωτα ακριβοπληρωμένο μια βροχερή νύχτα. Δυο φορές ακόμα το Πέδρο Πάραμο και αφουγκράστηκα τους ψίθυρους και τις κραυγές των παρακείμενων τάφων.

Και τώρα ξαναδιαβάζω το Ο Μαλόν Πεθαίνει. Ο Μπέκετ είναι ο νονός μου. Όχι. Aυτός είναι ο Καμύ. Όταν τον πρωτοσυνάντησα, άλλαξα θρησκεία και όνομα...

Ο Μπέκετ είναι ένας μακρινός θείος. Σαν αυτούς τους θείους, που βρίσκεις σε κάποιες οικογένειες και κανείς δεν μιλά γι'αυτούς. Kι όταν το κάνουν, το κάνουν ψιθυριστά. Σαν μια αρρώστια που αν δεν ακουστεί δυνατά θα φύγει, και ο ταλαίπωρος κρεβατωμένος θα σηκωθεί ως ο παράλυτος της Βηθεσδά. Κι εσυ ρωτάς ποιος είναι αυτός ο θείος και πλάθουν ιστορίες μεγαλείου στις Αμέρικες και δεν μαθαίνεις ότι πήγε για τσιγάρα κι έφυγε ή ότι πήγε για τσιγάρα κι "έφυγε".

Κι όταν ο κόσμος τού του δίνει εξιτήριο κάθεσαι και κοιτάς αποχαυνωμένος αυτό το εξωτικό πλάσμα που ξέβρασε μια θάλασσα που ποτέ δεν γνώρισες κι ακούς μαγεμένος ιστορίες για χώρες που ποτέ δεν υπήρξαν και ξαφνικά ξέρεις ότι είσαι ο μόνος που τον αγαπάς κι ο μόνος που εκείνος αγαπάει, γιατί ποτέ δεν τον κατάλαβες κι αυτός ποτε δεν κατάλαβε εσένα. Κι αυτό σας φτάνει. Κι όταν πεθάνει, γιατί θα πεθάνει, όπως όλοι πριν και όλοι μετά, ξέρεις πως δεν θα κλάψεις

κι αρχίζεις να μιλάς σαν αυτόν και να κοιτάς σαν αυτόν και οι συγγενείς με βλέμμα επιτιμητικό κουνούν το κεφάλι σαν περιστέρια στο Σύνταγμα κι η μάνα σου κλαψουρίζει "σαν τα μούτρα του τον κατάντησε" και ο πατέρας σου καταριέται την ώρα και τη στιγμή, γιατί δεν έγινες γιατρός ή δικηγόρος ή στρατιωτικός, τέλος πάντων ρε αδελφέ, να έχεις ένα σίγουρο μισθό, να κάνεις οικογένεια. Κι αυτό το ένα, τα δύο, άντε το μισό ταλέντο που είχες δεν το καλλιέργησες, δεν το σπούδασες να το κάνεις δίπλωμα στον τοίχο και μετά να το πουλήσεις δυο δραχμές την οκά. Μόνο το έκανες όνειρο.

Ή εφιάλτη.

Δεν έχει σημασία.

Και περιφέρεσαι αδίκως, αναζητώντας και γράφοντας, γράφοντας και αναζητώντας και όταν βρίσκεις αυτό που αναζητάς, σε αποφεύγει, σε υποτιμά, γελάει παιχνιδιάρικα και κρύβεται ξανά. Κι εσένα δεν σε νοιάζει γιατί ο θείος σου, ο αγαπημενος σου θείος, σου άφησε ότι πιο πολύτιμο είχε. Τον πιο φτωχό θησαυρό που θάφτηκε ποτέ σε νησί...

--------------------------------------------------------------------------------
Με διακόπτω για να δηλώσω πως αισθάνομαι σε εξαιρετική φόρμα. Παραλήρημα ίσως.

Μαλόν

Σάββατο, 26 Ιουνίου 2010

Αμερικάνικη νύχτα

Κάθομαι να γράψω. Για την ακρίβεια, ανασηκώνομαι, βάζω το λάπτοπ στα πόδια μου (αυτός άλλωστε δεν είναι ο σκοπός του?) και ξεκινάω. Λέω τώρα, ξεκινάω...

Κενό πάλι.

Βάζω μουσική, να χαλαρώσω. Cupid, draw back your bow and let your arrow go...



Τι φωνή, θεέ μου. Την ακούω και νιώθω ερωτευμένος. Χωρίς αντικείμενο έρωτας γίνεται? Όχι, μάλλον. Ανακαλώ κάποιες παλιές αγάπες. Κάτι μικρό. Την Χριστίνα, ας πούμε. Ταιριάζει και με το τραγούδι, δεν έγινε τίποτα μεταξύ μας... Τότε γιατί τη θυμάμαι ακόμα? Δώδεκα χρόνια μετά. Ας είναι... Άλλωστε να γράψω κάθισα. Για ενα χορό κι ενα γοβάκι. Κι ένα γάμο μετά...

Κατ.

Ο Sam συνεχίζει. At first I thought it was infatuation, but, oh, it lasted so long...



Ο χορός...

Μουσική, ρυθμός, δυο σώματα. Αυτά φτάνουν. Α, και κάπου να πατάνε, λίγος χώρος να στροβιλιστούν. Να ακουμπήσει, τυχαία, το χέρι στη μέση της κι αυτή να γείρει, πάλι τυχαία, το κεφάλι στον ώμο του. Να ανταμώσουν τα βλέμματα, ν'ακουμπήσουν τα χείλη, ανεπαίσθητα, σαν από λάθος. Να πλατύνουν τα στόματα, να βρεθούν, κάπου εκεί, στη μέση του σύμπαντος. Να ακουστεί ένας ψίθυρος και να σβήσει η μουσική...

Φοντί ανσενέ.

Ο Sam δίνει το καλύτερο word scatting που ηχογραφήθηκε ποτέ. I know, I know, I know, I love, love, love love, love you and you alone where meant for me. Please, give your loving, loving, loving, loving, loving, loving, loving, loving heart to me...



Το γοβάκι...

Μια υπόσχεση κολλημένη στην πίσσα του κεφαλόσκαλου. Ένα χαμόγελο, δειλό, βιαστικό σαν ένοχο χάδι. Βλέμματα, κρυφά, που διασταυρώνονται σαν από φόβο. Αρώματα βανίλιας και πράσινου τσαγιού. Ένα φευγαλέο άγγιγμα. Στόματα από κανέλλα και μαύρο ρούμι. Ψίθυροι υγροί. Σαν βουητό δυο λέξεις σε μία. Επιτέλους, ενότητα!!! Πύρρειος νίκη...

Φοντί ο νουάρ.

Ο Sam καταλήγει. We'll have our quarrels and you'll upset me, but what can I do...



Ένας γάμος...

Πως το έλεγαν οι παλιοί αριστεροί? Νόμιμη πορνεία. Κυνικοί μπάσταρδοι! Συμβιβασμός. Ναι, αυτό είναι πιο καλό. Λίγο τραχύ, αλλά πιο καλό. Δυο σώματα με εγωισμούς, έτοιμους να υποχωρήσουν υπό το βάρος... Μιας συνήθειας? Κάποιας ανάγκης? Μιας αγάπης που μπορεί να ξεστομίσει χωρίς φόβο, αλλά με περίσσιο πάθος "για πάντα"?

Για πάντα.

Να μια καλή ευχή.

Και μια κατάρα...

Χάπυ εντ.

-----------------------------------------------------------------------  
Αμερικάνικη Νύχτα: Οι τεχνικές που χρησιμοποιούνται στον κινηματογράφο για να δημιουργθεί μια νυχτερινή σκηνή κατά τη διάρκεια της ημέρας. Από εκεί και η ομώνυμη ταινία του Τρυφώ, που ουδεμία σχέση έχει με τη συγκεκριμένη ανάρτηση (πέραν του κοινού τίτλου).

Τετάρτη, 23 Ιουνίου 2010

Του ποδαριού

Όταν περπατάω, σκέφτομαι. Είμαι σίγουρος ότι υπάρχει ένα μικρό δυναμό στα πόδια που φορτίζει τον εγκέφαλο και δεν μ'αφήνει να κάνω αλλιώς. Τον τελευταίο καιρό περπατάω πολύ. Ξανασυνατιέμαι με την πόλη που, κάποτε, άφησα και σκέφτομαι.

Όσο πιο αργά περπατάω, τόσο πιο χαλαρές γίνονται οι σκέψεις. Ήρεμες, κάπου κάπου γαλήνιες, σχεδόν στατικές. Σίγουρα ολοκληρωμένες, σε μια ευθεία, με αρχή, μέση και τέλος.

Καμμία έκπληξη.

Όταν, όμως, περπατάω γρήγορα, οι σκέψεις τρέχουν κι αυτές. Λέξεις, ατάκτως ερριμένες, ανακατεύονται με εικόνες, χρώματα, κίβδηλες αναμνήσεις και γίνονται ποτάμι. Ένα ποτάμι ζωογόνο, ορμητικό, θορυβώδες. Αισθάνομαι ότι γεννήθηκα μέσα σ'αυτή τη βουή. Γίνομαι κτήμα της. Μπαίνω στο νερό. Bγάζω όλον τον αέρα. Bυθίζομαι στον πυθμένα, όπως κάναμε μικροί, εκεί που το μπλε συναντά το μαύρο και οι μορφές τρεμοπαίζουν. Στέκομαι εκεί με τα μάτια ανοιχτά κι όταν πια δε μπορώ άλλο, αφήνω το σώμα μου ν'ανέβει, βίαια, στην επιφάνεια και μένω εκεί. Ώσπου να συναντήσω τη θάλασσα.

Ηλεκτρίζομαι!!!

Ίσως γι'αυτό τρέχω σπανίως...

------------------------------------------------------------------------------------
"Μια ιστορία πρέπει να έχει αρχή, μέση και τέλος... αλλά όχι απαραιτήτως σε αυτή τη σειρά"

Jean-Luc Godard

Τρίτη, 22 Ιουνίου 2010

...

Ξαφνικά, επιθυμία για έκφραση. Το θέμα γνωστό, κάθε χρόνο εκεί. Κι οι λέξεις εκεί. Αρχικά στο μυαλό, μετά στο χαρτί. Μαύρες κουκίδες σε άσπρο φόντο.

Καλοκαίρι. Ζέστη. Ήλιος. Θάλασσα. Ίσκιος. Ραστώνη. Ελευθερία. Χρόνος. Ηρεμία. Επιθυμία. Έρωτας. Ευτυχία.

Ευτυχία...

Βαριές κουβέντες. Απ'την αρχή, ξανά. Μα κάτι... Δεν... Μια απουσία.

Καλολογικά στοιχεία. Λίγο χρώμα. Αυτά, ναι...

Έξυπνος άνθρωπος. Κοφτερό μυαλό. Αδέξιο χαμόγελο. Θλιβερό αστείο. Όλα καλά τώρα.

Υπέροχος. Ανυπόφορος. Καυτός. Αγαπημένος. Δροσερός. Διαβρωτικός. Απολαυστικός. Ανυπέρβλητος. Αναπάντεχος. Μεσημεριανός. Κλεμμένος. Ξιπασμένος.

Όλα στη θέση τους. Ανακάτεμα και πάλι από την αρχή...

Ανυπέρβλητο καλοκαίρι... Όχι. Πρώτα η λέξη, μετά το καλολογικό. Καλοκαίρι ανυπέρβλητο.

Καλύτερα τώρα.

Καλοκαίρι ανυπέρβλητο. Ζέστη απολαυστική. Ήλιος αναπάντεχος. Θάλασσα ανυπόφορη. Ίσκιος καυτός. Ραστώνη κλεμμένη. Ελευθερία ξιπασμένη. Χρόνος αγαπημένος. Ηρεμία δροσερή. Επιθυμία υπέροχη. Έρωτας μεσημεριανός. Ευτυχία διαβρωτική.

Όλα καλά καμωμένα. Μα, όχι. Πάλι κάτι... Δεν... Εκεί...

Αύριο πάλι. Καλύτερα...

Τρίτη, 15 Ιουνίου 2010

Λίγο χρώμα ακόμα...






Είναι περίεργο να διαπιστώνουμε ότι η πιο διανοούμενη ζωγραφική, εκείνη που επιδιώκει να περιορίσει την πραγματικότητα στα ουσιαστικά της στοιχεία, δεν είναι, στο τελευταίο της στάδιο, παρά μια οπτική απόλαυση.
Από τον κόσμο κράτησε μόνο το χρώμα.

Albert Camus


Πριν πολλά χρόνια, νεότερος, αναλυτικότερος, αυθαδέστερος, είπα σε κάποιον φίλο, σπουδαστή της Καλών Τεχνών. Τι κάνει αυτό το πράγμα τέχνη? Τι νόημα έχει?


Μα, είναι όμορφο, απάντησε λίγο απορημένος.


Όπως ο κόσμος...




Και τα ταξίδια μας...




Και οι ανησυχίες μας...




Και οι έρωτες μας...




Και μερικές φορές, πέρα από σχήματα και χρώματα, κάποια πράγματα, απλώς μιλούν στην ψυχή μας...

--------------------------------------------------------------------------------
Κατά σειρά οι πίνακες που παρουσιάζονται: Pablo Picasso - Blue Nude, Juan Miro - Blue II,
Wassily Kandinsky - Several Circles, Paul Klee - Tunisian Garden, Giacomo Balla - Pessimism & Optimism, Jackson Pollock - Eyes In The Heat, Van Gogh -Wheat Field With Crows

Κυριακή, 13 Ιουνίου 2010

Γαμώ την καταδίκη μου...

Με έχουν τσακίσει, πάλι, οι αλλεργίες. Τις μονές μέρες πρήζεται το αυτί μου (λες και δεν ήταν μεγάλο από μόνο του) και τις ζυγές το μάτι μου. Κάποιες χτυπάω τζακ ποτ και πρήζονται και αυτί και μάτι.

Λέω να πάω σε κανένα γιατρό, αλλά οι προηγούμενες τρεις απόπειρες πήγαν στράφι. Δεν έχεις τίποτα μου είπαν. Ευχαριστώ, αλλά αυτό το τίποτα με μεταμορφώνει σε Κουασιμόδο και δεν ξέρω και καμμιά Εσμεράλδα να βολευτώ ο άνθρωπος. Οπότε πλακώνομαι στα αντιισταμινικά και περιφέρομαι σαν σφαγμένος κόκκορας από τοίχο σε τοίχο.

Εγώ στη χθεσινή απονομή βραβείων από την Couλα

Όλοι επιμένουν ότι είναι ψυχοσωματικό. Πιάσαμε πάτο δηλαδή. Πέντε μήνες τώρα ζω με τους γονείς μου, άνεργος, τρώω από τα έτοιμα (τα οποία παρεμπιπτόντως τελειώνουν οσονούπω), μου ανέβηκε η χοληστερίνη (72 κιλά απολειφάδι) και έχω κολλήσει και τον αγάμητο. Η μόνη γυναίκα που μ'εχει προσέξει τελευταία είναι η μητέρα μιας γνωστής που με εκθείαζε σε κοινούς μας φίλους. Εντάξει, τη λυπήθηκα τη γυναίκα, ο στραβισμός δεν είναι ασθένεια παίξε γέλασε, αλλά δεν μπορούσε να την κληρονομήσει και η κόρη της μπας και δούμε κι εμείς θεού πρόσωπο? Έστω και μια γωνία ρε παιδί μου.

Όφου (να θυμηθώ λίγο και την Κρήτη) γκρίνια, θα μου πεις. Και καλά θα κάνεις. Καλά περνάω, δεδομένων των καταστάσεων, και παράπονο δεν θα πρεπε να έχω, όμως κάθε ασθένεια νοσταλγεί την υγεία κι αυτή η προσμονή έχει αρχίσει να μου δίνει στα νεύρα. Και όσο νευριάζω, φουντώνω. Και όσο φουντώνω... Φαύλος κύκλος.

Τελείωσε κι ο Παπακαλιάτης κι έχασα την παρηγοριά μου. Αυτός στείρος, άνεργος, υιοθετημένος και τάπας (σαν κι εμένα) και έχει λοφτ με θέα την Ακρόπολη και ζουζουνογκομενίτσα, κάτι θα γίνει και με μένα. Να διαβάσω κανένα Άρλεκιν μπας και ξεχαστώ? Βαριέμαι.

Είπα να κάνω μια λίστα με τα πράγματα που με κάνουν να περνάω καλά ή μου άρεσαν τώρα τελευταία, να κάνουμε λίγο κέφι. Θα την κάνω, αλλά όχι σήμερα. Σήμερα γκρινιάζω...


Δευτέρα, 7 Ιουνίου 2010

Δεν Υπάρχουν Άγγελοι...

Γραμμένο το 1990, το Angels in America: A Gay Fantasia on National Themes του Tony Kushner, αποτελεί ένα από τα πλέον πολυβραβευμένα θεατρικά έργα του αιώνα που μας πέρασε και σίγουρα το πλέον πολυβαβρευμένο της τελευταίας εικοσαετίας. Αποτελείται από δύο μέρη, το Millenium Approaches και το Perestroika, το οποίο γράφτηκε ενώ το πρώτο μέρος ήδη παιζόταν. Στην Ελλάδα πρωτοπαρουσιάστηκε, το πρώτο μέρος, το 1993 από το "Θέατρο Έρευνας" του Δημήτρη Ποταμίτη.

Η ιστορία είναι απλή. Βρισκόμαστε στη Νέα Υόρκη της ρηγκανικής Αμερικής. Ο Prior Walter μαθαίνει ότι έχει AIDS και το αποκαλύπτει στον Εβραίο σύντροφο του Louis Ironson, ο οποίος ανήμπορος να ανταπεξέλθει στο βάρος της ασθένειας τον εγκαταλείπει.

Παράλληλα, βλέπουμε την ιστορία του Joe Pitt, Μορμόνου Ρεπουμπλικάνου και κρυπτοομοφυλόφιλου (συνδυασμός που σκοτώνει) και της σχέσης του με τον μεγαλοδικηγόρο Roy Cohn (υπαρκτό πρόσωπο, επίσης κρυπτοομοφυλόφιλος και μεγάλο ρεμάλι) και την μισότρελλη και εθισμένη στα βάλιουμ σύζυγο του Harper.

Ο "φόβος" μου πηγαίνοντας να δω την παράσταση που ανέβασε ο Νίκος Μαστοράκης (ο καλός) στο Πειραιώς 260, επειδή δεν είχα, πέραν της υπόθεσης, γνώση του θεατρικού έργου, ήταν ότι θα αντιμετώπιζα ένα παρωχημένο gay έργο, που απευθύνεται σε ένα κάπως αποκλειστικό κοινό.

Περίπου επιβεβαιώθηκα. Το έργο είναι μια gay τραγωδία, αλλά gay με την παλιά έννοια της λέξης, εύθυμη και ανέμελη (απολαυστική, αν και δυσμετάφραστη, η λογοπαικτική συνομιλία του Πράιορ με τον μεσαιωνικό πρόγονο του). Κάθε ίχνος σοβαροφάνειας και συναισθηματικής εκβίασης λόγω του τραγικού γεγονότος μιας θανατηφόρας ασθένειας, θρυμματίζεται από το κοφτερό χιούμορ του Κούσνερ.

Όσο για τα περί παρωχημένου έργου, που διάβασα σε διάφορα σχόλια στο διαδίκτυο, δεν έχω να πω και πολλά. Αν εξαιρέσεις το θέμα του AIDS, που η ιατρική έχει κάνει άλματα από τότε, όποιος πιστεύει ότι τα θέματα που αγγίζονται στο έργο (σοσιαλισμός στην Αμερική, διαφθορά της πολιτικής και της δικαιοσύνης, ρατσισμός, κοινωνική υποκρισία, θρησκευτική μισαλλοδοξία κλπ) είναι ξεπερασμένα ζει σε άλλο πλανήτη, και μάλλον αποτελεί το κύριο θέμα του έργου.

Η παράσταση

Οι μόνες λέξεις που μπορώ να βρω για τον τρόπο που προσέγγισε ο Μαστοράκης το έργο (πάλι μόνο το πρώτο μέρος) είναι "μάθημα σκηνικής εκμετάλευσης". Στο άνοιγμα της αυλαίας, στο βάθος μιας τεράστιας σκηνής βλέπουμε ένα σκηνικό από ατάκτως (?) ερριμένες ηλεκτρικές συσκευές και σκουπίδια, σαν μια σουρεαλιστική φωτογραφία της μεγαλούπολης από ψηλά.

Στη διάρκεια της παράστασης και με την βοήθεια του Σάκη Μπιρμπίλη στους φωτισμούς, κατάφερε, ο σκηνοθέτης, να τεμαχίσει το σκηνικό χώρο με ακρίβεια, δίνοντας μια σαφή εικόνα των διαφορετικών ιστοριών, αλλά και του τρόπου που αυτές περιπλέκονται. Η χρήση των στατικών μικροφόνων βοήθησε σε αυτόν τον τεμαχισμό της σκηνής, στην πιο ανάλαφρη προσέγγιση του θέματος, αλλά και στην ανάδειξη των "αποστάσεων" ανάμεσα στους χαρακτήρες.

Με απόλυτο σεβασμό στο κείμενο, εδώ με τη βοήθεια της καλής μετάφρασης του Γιώργου Δεπάστα, κατάφερε να κρατήσει (τουλάχιστον εμένα) τους θεατές σε πλήρη εγρήγορση, παρά την ιδιαιτέρως μακρά διάρκεια του έργου (τρείς ώρες και κάτι ψιλά κράτησε η παράσταση). Και πάνω απ'όλα ανέδειξε την ανάμειξη του ρεαλιστικού με το ονειρικό, χωρίς εκπτώσεις στην αισθητική του έργου και, κυρίως, χωρίς υποκρισίες που θα χάιδευαν τα αυτιά του ετεροφυλόφιλου κοινού.

Οι ερμηνείες

Στην διδασκαλία των ηθοποιών, η επιτυχία ήταν σχεδόν απόλυτη. Εξαιρετικός ο Νίκος Χατζόπουλος στους ρόλους του κου Ψέμμα, τής μαύρης drag queen και, κυρίως, του μεσαιωνικού προγόνου του Πράιορ, όπως πολύ καλή ήταν και η Σοφία Σεϊρλή στους ρόλους της νοσοκόμας και του αγγέλου.

Η Ζέτα Δούκα χρησιμοποίησε όλες τις ευκολίες που της έδινε ο ρόλος της μισότρελλης νοικοκυράς. Παρ'όλα αυτά ήταν μια ευχάριστη έκπληξη να την βλέπεις έξω από το ρόλο της γυναικάρας, χωρίς μακιγιάζ και ψηλοτάκουνα. Τουλάχιστον δεν ήταν το αγγούρι που βλέπουμε στην TV και μπορώ να πω ότι ήταν, σχεδόν, ερωτεύσιμη.

Ο Θανάσης Ευθυμιάδης προσέγγισε πολύ σωστά τον ρόλο του καταπιεσμένου σεξουαλικά μορμόνου, όμως τα εκφραστικά του μέσα είναι και τα όρια του. Καλή προσπάθεια πάντως.

Ο Ρόι Κον του Δημήτρη Λιγνάδη ήταν μια απόλαυση. Ο πολύ καλός ηθοποιός μοιάζει να έχει φτιαχτεί για ρόλους ανήθικους και αλητήριους. Η σκηνή της αποκάλυψης της διαφθοράς του ήταν σκηνή υψηλής υποκριτικής.

Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος είναι ηθοποιός ευρείας γκάμας. Υποψιάζομαι ότι αν του ζητήσουν να παίξει το σκύλο, θα το κάνει με μεγάλη ευκολία. Προσέγγισε τον Λούις με την ελαφρότητα και την αναίδεια που απαιτεί ο ρόλος ενός θρασύδειλου που προδίδει με μέγιστη ευκολία τον σύντροφο του στην πρώτη, έστω και μεγάλη, δυσκολία.

Το μεγάλο ατού, από υποκριτικής απόψεως, της παράστασης είναι ο Χρήστος Λούλης. Άψογη χρήση των εκφραστικών του μέσων, ανάλαφρος αλλά και μελαγχολικός, τρυφερός αλλά και κυνικός εκεί που χρειαζόταν, έδωσε δείγματα μεγάλου ηθοποιού.

Τέλος, για την κυρία Μάγια Λυμπεροπούλου, δεν θα ήθελα να εκφέρω άποψη. Όχι γιατί είναι πάνω από οποιαδήποτε κριτική, αλλά έχω κι εγώ τις αδυναμίες μου...

Εν κατακλείδι, μια παράσταση που ξεπέρασε τις προσδοκίες μου και με έκανε να αισθανθώ τυχερός που την είδα.

Κυριακή, 6 Ιουνίου 2010

Η Οδύσσεια μιας ανάγνωσης

Πέρασαν πέντε μήνες από τότε που γύρισα στην Αθήνα και μόλις σήμερα κατάφερα, ο τεμπέλαρος, να κάτσω και να τακτοποιήσω τη βιβλιοθήκη μου. Βιβλία που είχα πάρει μαζί μου όταν έφυγα για Κρήτη ξανασύναντήθηκαν με όσα είχα αφήσει εδώ, ίσως και από μια ανάγκη να μείνει στην πατρογονική μου εστία ένα μικρό κομμάτι μου, καθώς και με μερικά καινούργια.

Μου πήρε ώρα να βρω την τέλεια ταξινόμηση (ανά είδος, χρονολογία, μέγεθος?), αλλά κατάφερα βάσει ενός δικού μου, προσωπικού, αξιολογικού συστήματος, να τα τοποθετήσω σε μια σειρά που να με ικανοποιεί. Όλα σε μια σειρά. Όλα εκτός από ένα.

Υπάρχει ένα βιβλίο που κάθεται αναπαυτικά εδώ και 16 χρόνια στο γραφείο μου (σε όποιο σπίτι κι αν έζησα) και το οποίο δεν κατάφερα ποτέ να διαβάσω. Κάθεται εκεί και κάθε φορά που πλησιάζω τα μάτια του συγγραφέα καρφώνονται πάνω μου, σαν να με περιπαίζουν. Είναι η δική μου άσπρη φάλαινα. Ένα απωθημένο τεσσάρων, μέχρι τώρα, αποτυχημένων προσπαθειών με τον σελιδοδείκτη καρφωμένο στη σελίδα 99, κεφάλαιο 5.

Αγόρασα τον Οδυσσέα του Τζέημς Τζόις το 1994, έναντι 8500 δραχμών, αφού είχα διαβάσει τους Νεκρούς και τους Δουβλινέζους και είχα πραγματικά γοητευτεί. Είχα, κατά καιρούς, ακούσει και διαβάσει τα σχόλια που έχουν ειπωθεί για το μεγαλείο αυτού του βιβλίου, οπότε ήμουν σίγουρος ότι αυτό θα ήταν το επόμενο βιβλίο που θα διάβαζα.

Μου αρέσει, όταν διαβάζω κάποιο μυθιστόρημα, αφού έχω ολοκληρώσει τις πρώτες παραγράφους του βιβλίου να γυρίζω στις τελευταίες σελίδες και να διαβάζω και τις τελευταίες. Κάπως έτσι ανακάλυψα ότι η τελευταία παράγραφος πιάνει 27 σελίδες και ότι οι τελευταίες 50 σελίδες (ένα ολόκληρο κεφάλαιο) δεν έχουν σημεία στίξης. Κάπως έτσι τελείωσε η πρώτη απόπειρα ανάγνωσης.

Τις επόμενες φορές αποφάσισα να προχωρήσω πιο ορθολογικά. Διαβάζοντας το δεκαεξασέλιδο σημείωμα του μεταφραστή πρώτα, άφησα το κείμενο να με οδηγήσει μόνο του. Πρόκειται για το πιο πυκνό κείμενο που έχω συναντήσει ποτέ στη ζωή μου. Δεν είναι μόνο η πυκνότητα των νοημάτων, αλλά και αυτή των λέξεων. Κάθε πρόταση μοιάζει με τείχος που ορθώνεται και πρέπει να υπερπηδήσεις, μόνο και μόνο για να βρεις το επόμενο ψηλότερο τείχος. Μια πραγματική Οδύσσεια.

Αυτό που με ενοχλεί περισσότερο και με θυμώνει, είναι ότι από τις πρώτες λέξεις καταλαβαίνεις ότι βρίσκεσαι, όντως, μπροστά σε ένα μνημείο του πνεύματος. Οι ενενήντα κάτι σελίδες που έχω διαβάσει με έχουν αφήσει άναυδο, αλλά οι επτακόσιες που ακολουθούν μου φαίνονται γολγοθάς. Σκέφτομαι ότι αφού ο Τζόις κατάφερε να το γράψει, εγώ θα καταφέρω να το διαβάσω.

Μάλιστα πριν δυο χρόνια, στην τελευταία μου απόπειρα, ήμουν τόσο σίγουρος ότι θα το ολοκληρώσω που, ενώ βρισκόμουν στη σελίδα ογδοντα κάτι, διατεινόμουν σε μια συζήτηση στο μπλογκ του Νίκου Δήμου, ότι σε μερικές μέρες θα το τελειώσω και θα ξεκινήσω (ναι σίγουρα!!!) τον Άνθρωπο Χωρίς Ιδιότητες του Ρόμπερτ Μούζιλ (άλλο βουνό αυτό). Είχα μπει και στη λογική της συμβουλής του κου Δήμου, "χαλαρά, ένα βιβλίο είναι", και προχωρούσα ολοταχώς, μέχρι...

Τον τελευταίο καιρό έχω ξεκινήσει πνευματική γυμναστική. Αυτή τη φορά θα τα καταφέρω και ο Οδυσσέας θα μπει στο ράφι, ολοκληρωμένος και χωρίς σελιδοδείκτες. Μερικές ανάσες χαλάρωσης και...

Παρασκευή, 4 Ιουνίου 2010

Dead Blogging

Βρίσκω τη λογική του Six Degrees Of Separation, λίγο φοβική. Κανείς δεν είναι μόνος στον κόσμο, όλοι έχουμε κάτι που μας ενώνει, μπλα μπλα μπλα... Βαρέθηκα.

Ως παιχνίδι, όμως, έχει πλάκα. Παίζω, λοιπόν, Six Degrees Of Separation στη μπλογκόσφαιρα. Άλλες φορές φέρνω εξάρες (οι υπόλοιπες εξάρες είναι στο μπλογκρολ μου), άλλες πάλι, πιο συχνά, ντόρτια (λινκ εδώ δεν έχει).

Βρίσκω αστείο το γεγονός ότι τις περισσότερες φορές πέφτω σε χιτομπλόγκια, όπου 50+ σχολιαστές αερίζουν και αερίζονται τον κοπανιστό αέρα του/της αεράτου/ης μπλόγκερ. Κάποια, λιγοστά, από αυτά είναι ενδιαφέροντα. Βρίσκω ακόμα πιο αστείο το γεγονός ότι η μπλογκόσφαιρα τείνει προς το άπειρο. Όλοι έχουμε κάτι να πούμε?

Σκέφτομαι εμένα. Ξεκίνησα τούτο το διάολο από μια ανάγκη επικοινωνίας, σε μια εποχή που δεν ημουν μόνος, αλλά μισός. Πήρα φόρα, έγινα επαϊων, τρομάρα μου, έδωσα λύσεις στα προβλήματα της εποχής, ξανά τρομάρα μου, βρήκα αναγνώστες-συνοδοιπόρους, έγινα αναγνώστης-συνοδοιπόρος, χάθηκα, βρέθηκα, ξαναχάθηκα, ξαναβρέθηκα...

Διαβάζω παλιότερες αναρτήσεις μου και για κάποιες αισθάνομαι υπερήφανος, ακόμα και για μερικές της, τότε, επικαιρότητας. Για άλλες πάλι όχι και τόσο. Κάποιες τις σιχάθηκα και τις έσβησα. Ήμουν εγώ που τα έγραφα όλα αυτά?

Έγινα μέρος των παράταιρων καιρών?

"Το παράλογο αποκτά νόημα μόνο όταν δεν συναινούμε σ'αυτό."
"Το παράλογο αποκτά νόημα μόνο όταν δεν συναινούμε σ'αυτό."
"Το παράλογο αποκτά νόημα μόνο όταν δεν συναινούμε σ'αυτό."
"Το παράλογο αποκτά νόημα...

Ξέχασα να απορώ.

Έδωσα απαντήσεις πριν ακόμα ακούσω την ερώτηση. Μερικές φορές έπεσα μέσα. Και λοιπόν? Ξέχασα να απορώ. Αυτό θα έπρεπε να είναι αρκετό για να με βάλει σε σκέψεις. Δεν μ'εβαλε.

Ξέχασα να σκεφτώ?

Η σκέψη φθείρει. Την ψυχή. Γι'αυτό σταματήσαμε να σκεφτόμαστε? Περιγράφουμε, σχολιάζουμε, στοχοποιούμε. Γράφουμε όπως μιλάμε, αλλά δεν μιλάμε όπως γράφουμε. Συναινούμε στο παράλογο, πρωταγωνιστές (ή κομπάρσοι) ενός αποστασιοποιημένου θεάτρου. Αναζητούμε τον άλλο, γιατί δεν υπάρχουμε επειδή σκεφτόμαστε, αλλά επειδή μας βλέπουν, μας διαβάζουν, μας σχολιάζουν.

Τελικά, η κόλαση είναι οι άλλοι, εμείς ή η σιωπή?


Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010

GaDaZaDa

τόννους βοήθειας προσπάθεια τον άλλαξε
ελευθερίας τόννους σε μία προσπάθεια
στολίσκος που Γάζας προκειμένου νυκτερινή
τόννους μία τον ισραηλινό πλεύσης
στολίσκος να στη το ισραηλινό
της μεταφέρει ακτιβιστές δέκα χιλιάδες σε

σκάφη τα ακτές τις σκάφη
που Γάζα ισραηλινά σκάφη ξημερώματα
στη από τα χιλιόμετρα τις
τις σκάφη Γάζα εκατόν εικοσιτέσσερα τα
που κατευθύνονταν από πολεμικά εκατόν εικοσιτέσσερα
ακτές σκάφη ισραηλινά Γάζα ξημερώματα

ναυτικό της τον τα στον
στον τον πολεμικά να τους
ναυτικό με τον στην αφετηρία
ναυτικό της τους να ακολουθήσει
το ισραηλινό ασύρματο ακολουθήσει Ασντόντ
ισραηλινό επικοινώνησε πρωτοβουλίας τους είτε

προειδοποιήσει τέτοιο το στολίσκος δεν
τέτοιο στη να κάτι αλλά
φθάσει το Ισραήλ δεν θα
φθάσει απόγευμα Γάζα το Ισραήλ
ο αναμενόταν να Ισραήλ δεν
ότι το είχε αλλά Γάζα

Δευτέρα, 31 Μαΐου 2010

Η κουρά των αυγών

Ίσως να είναι, απλώς, ένα ταλέντο. Ίσως να είναι κάποιο μακραίωνο μυστικό που περνάει, στους εκλεκτούς, από γενιά σε γενιά. Ίσως να είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιας μελέτης. Ίσως, τέλος, να είναι ένας ακόμα μύθος (πράγμα που δεν το πιστεύω).

Το σίγουρο είναι ότι κάποιοι εξ ημών, όχι μόνο καταφέρνουν να πιάσουν το αυγό (σιγά το δύσκολο, θα μου πεις), αλλά το κουρεύουν κιόλας.

Είναι πολλοί? Δεν ξέρω. Έχουν τον θαυμασμό μου πάντως.
Αν έχουν και την αγάπη μου? Όχι και τόσο. Όμοιος ομοίω αεί πελάζει, άλλωστε.

Προτιμώ τους ανθρώπους που αφήνουν στ'αυγά τους φαβορίτες...


Απορούν, αναζητούν, ερευνούν και, συχνότατα, αποτυγχάνουν. Και ξαναπροσπαθούν, φωνάζουν, ζητούν βοήθεια, βρίσκουν την εύκολη λύση, μα συνεχίζουν μέχρι να βρουν την κατάλληλη. Κι ύστερα...

Κι ύστερα, απορούν, αναζητούν, ερευνούν και, συχνότατα, αποτυγχάνουν. Και ξαναπροσπαθούν, φωνάζουν, ζητούν βοήθεια, βρίσκουν την εύκολη λύση, μα συνεχίζουν μέχρι να βρουν την κατάλληλη.

Και ποτέ, μα ποτέ, δεν αφήνουν το αυγό να πέσει....

Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

Έκπληξη!!!

Βρέθηκε υπουργός που τα πήρε από τη Siemens. Έμειναν όλοι με το στόμα ανοιχτό και, τώρα που καλοκαιριάζει, οι μύγες κάνουν πάρτυ.

Και μαζί με τις μύγες, πάρτυ κάνουν και οι μικροπολιτικοί, οι μικρόνοες και οι παντός τύπου μικρο-κάτι. Χώρα μικρή δεν είμαστε άλλωστε?

Ο λαός εξεγείρεται, μάλλον επειδή δεν πήρε μέρος στο μοιράδι, και μόνος κερδισμένος είναι ο φασισμός. Μίζερος φασισμός, αριστερός φασισμός, δεξιός φασισμός, καθημερινός φασισμός, στη χώρα της Δημοκρατίας.

Διαβάζω σχόλια στο site των Νέων. "Χούντα μας χρειάζεται" ο ένας, "λιθοβολισμό" ο άλλος, "να λιντσάρουμε τους 300" ο δίπλα, "να του δημεύσουμε την περιουσία" ο παραδίπλα, "ιλιθιοι (επιικος) όσοι ψήφισαν ΝΔ και ΠΑΣΟΚ" ο μέγιστος (η ορθογραφία είναι του μέγιστου). Μου θυμίζουν γελοιογραφία του Altan.


Φωνάζουμε: "Να πάνε σπίτι τους". Μέγιστο πρόβλημα. Ο Μαντέλης έχει 25, σε ποιο να πρωτοπάει? Ο Μη-Έχων-Πέτσα-λνικος σε ποιο χωριό να πάει τώρα που το συνενώσαν και δεν ξέρει τον δρόμο? Μην πω για τον γιο του ταχυδρόμου. Δράμα ανεστίων ή μήπως αστείων?

Και στο κάτω κάτω της γραφής ο κατ'οίκον περιορισμός αποτελεί τιμωρία? Ας ρωτήσουμε το ανθρωπάκι της Michelin που μας κυβερνούσε 5 χρόνια.

Ωχ, δεν μας μιλάει. Θα αποφασίσει αυτός πότε. Μάλλον ψάχνει παλιές βιντεοταινίες με ατάκες του θειου του (ή του Ψάλτη, το ίδιο κάνει), για να μας ενθουσιάσει, για άλλη μια φορά, με τη χαρισματική προσωπικότητα του.

Εν τω μεταξύ ο Σημίτης διαχωρίζει τη θέση του. Το ίδιο κι ο Σαμαράς (το πρώτο σαμάρι ενσωματωμένο στο γαϊδούρι). Ζούμε εποχές διαχωρισμών, κύριοι.

Το παλιό ΠΑΣΟΚ από το νέο ΠΑΣΟΚ, το νέο ΠΑΣΟΚ από το παλιό ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ από τα αστικά κόμματα, το ΚΚΕ από τον ΣΥΡΙΖΑ και τα αστικά κόμματα, οι ριζοσπάστες Συριζαίοι από τους ανανεωτές Συριζαίους, η Μπακογιάννη από τον Σαμαρά, ουφ!!!

Μόνο ο Έλλην Στηβ Ρηβς δεν διαχωρίζει τη θέση του. Σπανίως, μόνο, τη διαχωρίζει από τον εαυτό του κι όταν το κάνει τον πιάνει ίλιγγος.

Και μέσα σ'όλα αυτά οι άνθρωποι των Τεχνών και των Γραμμάτων παρεμβαίνουν. Χα! Οι άνθρωποι των Τεχνών και των Γραμμάτων σιωπούν. Ή δεν υπάρχουν, το ίδιο είναι.

Μόνο ο Λαζόπουλος μιλάει. Αλλά κι αυτός διαχώρισε τη θέση του και από τις Τέχνες και από τα Γράμματα. Διάολε, αυτός διαχώρισε τη θέση του από κάθε διανοητική λειτουργία που δεν αφορά στο μέτρημα (χρημάτων, θεαματικοτήτων, κλπ). Ή μήπως τη διαχώρισαν αυτές?

- Και τι μας έμεινε?
- Ο Αυλωνίτης...

Τετάρτη, 26 Μαΐου 2010

Υπάρχει Θεός?

- Όχι.
- Είσαι σίγουρός?
- Όχι.
- Κι αν υπάρχει?
- Μάλλον είναι κουφός...



Spacemen 3 - Lord Can You Hear Me? (from Playing With Fire LP)

Lord, help me out
I’d take my life, but I'm in doubt
Just where my soul will lie
Deep in the Earth or way up in the sky

Lord can you hear me when I call?
Lord can you hear me when I call?
Lord can you hear me when I call?
Lord can you hear me, hear me at all?

Oh, oh my love has left my side
Can't get enough of life to keep me satisfied
I lost about everything
Lord, look what state I'm in

Lord can you hear me when I call?
Lord can you hear me when I call?
Lord can you hear me when I call?
Lord can you hear me, hear me at all?

Lord can you hear me when I call?
Lord can you hear me, hear me at all?

Τετάρτη, 19 Μαΐου 2010

Wunschkonzert

Μια ματιά στο Google μας αποκαλύπτει διάφορες ερμηνείες για αυτήν την περίεργη λέξη. Μια κατά γράμμα μετάφραση μας λέει ότι πρόκειται για ένα "κοντσέρτο επιθυμίας", αφήνοντας διάφορες ρομαντικές παρερμηνείες να μπουν στο μυαλό μας. Μετά μαθαίνουμε ότι πρόκειται για μια ραδιοφωνική εκπομπή με παραγγελίες ακροατών, η οποία ήκμασε κατά την περίοδο του Β' Π.Π. και χρησιμοποιήθηκε από τότε ναζιστικό καθεστώς κυρίως για προπαγανδιστικούς σκοπούς και, τέλος, ανακαλύπτουμε ότι υπήρξε και μια ταινία του 1940 που πραγματεύεται αυτό το θέμα, πάλι για ναζιστικούς προπαγανδιστικούς λόγους.

Παραδόξως, αν αποκλείσεις τις ελληνικές αναφορές στην παράσταση που παίζεται στο
Από Μηχανής Θέατρο, δεν θα βρείς παρά ελάχιστες αναφορές στο θεατρικό έργο που έγραψε το 1972 ο Γερμανός συγγραφέας Φραντς Ξάβιερ Κρετζ και το οποίο μας παρουσιάζει μια ώρα από τη ζωή της Φροιλάιν Ρας, μια μοναχικής, βουτηγμένης στην ρουτίνα μιας μηχανικής καθημερινότητας, σαραντάρας γυναίκας.

Στο θεατρικό έργο του Κρετζ δεν ακούγεται ούτε μια λέξη, εκτός από μια γλυκανάλατη "εκπομπή παραγγελιών" στο ραδιόφωνο της ηρωίδας. Οι μόνοι άλλοι ήχοι είναι αυτοί που παράγονται από τις διάφορες συσκευές της ηρωίδας (ψυγείο, καζανάκι, κουζίνα, κλπ) και, φυσικά και αναπόφευκτα, οι ήχοι των θεατών. Εβδομήντα λεπτά πραγματικού χρόνου (το ρολόι που δεν χάνει λεπτό στο τραπεζάκι του σαλονιού είναι ένα εξαιρετικό εύρημα) σε πλήρη αφασία είναι αρκετά για να μας πείσουν ότι "Η Ζωή δεν είναι μια Εκπομπή Παραγγελιών" (Das Leben ist kein Wunschkonzert, το γερμανικό σύνθημα). Μια εκπομπή παραγγελιών, που μοιάζει να είναι η μόνη διέξοδος της ηρωίδας από την βαθιά σε τέλμα, αλλά και σε πλήρη τάξη, ζωή της, μαζί με μια κουβέρτα που πλέκει και ολοκληρώνει, γεμάτη ικανοποίηση, λίγα λεπτά πριν τελειώσει και το έργο. Το τέλος του έργου έρχεται "φυσιολογικά", όπως και κάθε άλλη πράξη της ηρωίδας. Τα πάντα σε πλήρη αρμονία, "καθαρά" και τακτοποιημένα, καμμιά εκκρεμότητα δεν μένει ανοιχτή.

Το τέλος της παράστασης σε αφήνει με μια αίσθηση πληρότητας. Η Ζωή Χατζηαντωνίου, σκηνοθέτις της παράστασης, διάβασε το έργο ακριβώς όπως έπρεπε, πλην μιας ή δύο επιλογών, δεν υπάρχει ούτε μια περιττή στιγμή, ενώ η Δέσποινα Κούρτη, καταπληκτική δεσποινίς Ρας, αν και η ψιλόλιγνη μορφή της αντιβαίνει λίγο την περιγραφή του συγγραφέα (... 40-45 χρόνων, μελαχρινή, περίπου 1,55 στο ύψος, με καλοδιατηρημένο σώμα, εξαιρουμένων των ποδιών της, που είναι αρκετά χοντρά...), απέδωσε το ρόλο της δίνοντας μια πραγματικά μεγάλη ερμηνεία.

Τρίτη, 4 Μαΐου 2010

Akropolis Reconstruction και οι σύγχρονες Ακροπόλεις του Ελληνισμού

Όταν το 1904 ο Πολωνός συγγραφέας Stanislaw Wyspianski (Στάνισλαβ Βισπιάνσκι), έγραφε το θεατρικό του έργο Acropolis, οραματιζόταν την αναγέννηση της, κατά την άποψη του, πολωνικής Ακρόπολης, τον λόφο του Βάβελ στην Κρακοβία.

Έξι δεκαετίες αργότερα, ο μεγάλος Πολωνός σκηνοθέτης και θεωρητικός του θεάτρου Jerzy Grotowski (Γιέρζι Γκροτόφσκι) είδε στο έργο του Βισπιάνσκι μια νέα Ακρόπολη, το Άουσβιτς και θέλησε μέσα από την παράσταση του να καταδείξει την πεποίθηση του ότι αυτό "το κοιμητήριο των λαών" είναι η Ακρόπολη του 20ου αιώνα.

Ο εικοστός αιώνας, ο αιώνας των μεγάλων καταστροφών, έφυγε και τώρα, στις αρχές του επόμενου, ο Μιχαήλ Μαρμαρινός και το Theseum Ensemble ανεβάζουν την ίδια παράσταση, με τι σκοπό άραγε? Υπάρχει σήμερα η ανάγκη ανακατασκευής της Ακρόπολης? Κυρίως εδώ, στην πόλη και την χώρα που η αυθεντική, το αιώνιο σύμβολο στέκει καθημερινά στο κέντρο της και δεσπόζει πάνω από τα κεφάλια μας.

Η σκέψη και μόνο φαντάζει βλάσφημη στο μυαλό του Έλληνα. Δώσαμε τα φώτα του πολιτισμού, "κατέχουμε" το σύμβολο του και συζητάμε εν έτει 2010 ποια είναι η νέα Ακρόπολη?

Η παράσταση που παίζεται στο θέατρο "Θησείον" δεν δίνει απαντήσεις. Θέτει τις ερωτήσεις. Με τρόπο, βέβαια, που κατευθύνει τη σκέψη και προεκτείνει την προβληματική του Γκροτόφσκι.

Η (αυθεντική) Ακρόπολη

Ακρόπολη ονομαζόταν σε κάθε αρχαία πόλη, ένα ψηλό και δυσπρόσιτο σημείο, το οποίο οριζόταν ως κέντρο της. Στις μέρες μας όταν μιλάμε για την Ακρόπολη, εννοούμε την Ακρόπολη των Αθηνών, η οποία έφτασε στην τελειότερη μορφή της (και περίπου στη μορφή που την ξέρουμε σήμερα) κατά τη διάρκεια του 5ου αιώνα π.Χ.

Η Ακρόπολη είναι το σύμβολο του Δυτικού Πολιτισμού. Αποτελεί ότι πιο καλαίσθητο έχει να παρουσιάσει η τέχνη της αρχιτεκτονικής, αλλά και αντιπροσωπεύει τη δόξα της αρχαίας Αθήνας, της κοιτίδας του πολιτισμού. Για κάποιους άλλους είναι το απόλυτο δείγμα της ανθρώπινης ματαιοδοξίας, ένα έργο μικρό σε κλίμακα που κατάφερε να αντέξει (όχι αλώβητο) 2.500 χρόνια. Δυόμιση χιλιετίες ματαιοδοξίας και καταστροφής.

Και σήμερα? Στέκει ακόμα εκεί, ένας όμορφος βράχος με μερικά σκανδαλιστικά ερειπωμένα κτίσματα πάνω του που μας θυμίζουν τι ήμασταν. Γιατί, αν κάτι μας αποδεικνύει σήμερα η Ακρόπολη αυτό είναι ότι, κάποτε ήμασταν αυτοί που παρήγαγαν πολιτισμό. Τώρα πια δεν είμαστε. Και δεν μιλάω μόνο για τους Έλληνες, αλλά για όλους τους κληρονόμους του αρχαιοελληνικού πολιτισμού.

"Ποια θα μπορούσε να είναι για σας η Ακρόπολη του σύγχρονου ελληνικού έθνους?"

Η ερώτηση απευθύνεται (και κατευθύνεται) από τους ηθοποιούς στους θεατές. Ένας χάρτης με σημειωμένες πάνω του τη Σμύρνη, τη Μακρόνησο, τον Γράμμο και τη Μύκονο, απλώνεται στην σκηνή του θεάτρου. Κάποιοι συμφωνούν, κάποιοι δυσανασχετούν, άλλοι αντιπροτείνουν.

Για τον Γκροτόφσκι, όπως προείπαμε, Ακρόπολη είναι το Άουσβιτς, κορυφαίο σημείο της παρακμής του Δυτικού Πολιτισμού. Για τον Μαρμαρινό είναι τα πολιτικά και πολιτιστικά ερείπια της νεοελληνικής ιστορίας. Εκεί που χάθηκαν (ή χάνονται ακόμα) οι μεγάλες ευκαιρίες του έθνους. Εκεί που στήθηκαν "μνημεία" λήθης. Της λήθης ενός ολόκληρου λαού που χαριεντίζεται με ένα ένδοξο παρελθόν και τρομοκρατείται από ένα αβέβαιο μέλλον, αδυνατώντας να πράξει, έστω και λίγο, στο παρόν.

Όμως, όλα αυτά, πλην της αειθαλούς και πάντοτε σικ (sick) Μυκόνου, μούσας της ακαλαισθησίας και της μοδάτης ανοησίας, ανήκουν στο παρελθόν. Ποια είναι η Ακρόπολη των χρόνων που διανύουμε?

Διάβαζα πρόσφατα ένα άρθρο του Economist για το αν οφείλουν οι Ευρωπαίοι (και όχι μόνο) να σώσουν την Ελλάδα λόγω της βαριάς κληρονομιάς της. Βρισκόμαστε στο 1821 ξανά. Τότε οι φιλέλληνες ρομαντικοί πάλευαν για την εδαφική, πολιτιστική και οικονομική απελευθέρωση των παιδιών του Πλάτωνα και του Περικλή, τώρα παλεύουν μόνο για την οικονομική.

Είναι η οικονομία το πεδίο δράσης των λαών πλέον? Η απάντηση μοιάζει, περισσότερο από ποτέ, καταφατική. Τα τελευταία, λοιπόν, χρόνια ποια είναι η δράση μας?

Από τη μεταπολίτευση και μετά η χώρα βρίσκεται σε μια συνεχή ανακατασκευή. Επανήλθε η δημοκρατία, ήρθε για πρώτη φορά το κοινωνικό κράτος, μπήκαμε στην ευρωζώνη, οργανώσαμε Ολυμπιακούς Αγώνες και είχαμε ρυθμούς ανάπτυξης δυτικής χώρας και ξαφνικά...

Ξαφνικά, ήρθε η κατάρρευση. Ο βράχος της "ακρόπολης" αποδείχθηκε γυάλινος, αδύναμος να συγκρατήσει το βάρος της νέας εποχής της αμετροέπειας και των ψευδαισθήσεων μεγαλείου που, κακά τα ψέμματα, πάντοτε χαρακτήριζε αυτόν τον δύστυχο "περιούσιο λαό". Και μέσα από τη σκόνη και τα θρυμματισμένα γυαλιά αναδείχθηκε η νέα μας Ακρόπολη. Το έργο όλων των Ελλήνων, πλούσιων και φτωχών, ελεύθερων και σκλάβων.

Το Δημόσιο Χρέος της χώρας μας είναι η μόνη σταθερά στη ζωή μας τα τελευταία 30 χρόνια. Είναι το μόνο πραγματικό Έργο που παράξαμε όλοι μαζί, λιθαράκι λιθαράκι δημιουργήσαμε μια δυσθεώρητη οικονομική "μαύρη τρύπα" που συνεχώς μεγαλώνει και συνεχώς μας παρασύρει μέσα της και ο καθένας από εμάς, αλλός με την ανοχή του και άλλος με τη συννενοχή του χρόνια τώρα την τροφοδοτεί ολοένα και περισσότερο, να μεγαλώσει κι άλλο.

Το Δημόσιο Χρέος είναι η σύγχονη Ακρόπολη του Ελληνισμού...

Δευτέρα, 26 Απριλίου 2010

Το Κτήνος στο Φεγγάρι και η Αρμένικη Τραγωδία

Βλέπετε στην Τουρκία το 1893, πριν καν γεννηθούν ο Αράμ και η Σέτα, έγινε μια έκλειψη σελήνης. Στα χωριά και τις πόλεις, οι Τούρκοι βγήκαν μέσα στη νύχτα και με τα κανόνια και τα όπλα τους άρχισαν να πυροβολούν "το άγριο κτήνος" στον ουρανό που σκέπαζε το φεγγάρι. Κάποιοι άλλοι πάσκιζαν να διώξουνε το κτήνος με φωνές. Οι Αρμένιοι παρακολουθούσαν. Κι έπειτα, δυο χρόνια αργότερα, το 1895, ο Σουλτάνος, ανήσυχος για μερικούς ανυπάκουους Αρμένηδες, κύρηξε Ιερό Πόλεμο, ένα Τζιχάντ και αμέσως οι Τούρκοι ξαναβγήκαν μέσα στη νύχτα κι άρχισαν να πυροβολούν, αλλά όχι το "κτήνος στο φεγγάρι". Πυροβολούσαν τους γείτονες τους, τους Αρμένηδες που κλείστηκαν όπως όπως σε ντουλάπες και χώθηκαν μέσα σε χαντάκια και κρύφτηκαν σε γωνίες. Αλλαλάζοντας οι Τούρκοι, βγήκαν στους δρόμους και τους σκότωσαν. Ο Αράμ και η Σέτα έρχονται από έναν συγκεκριμένο τόπο και μια συγκεκριμένη εποχή. Τα χρόνια πέρασαν κι εγώ ακόμα προσπαθώ να καταλάβω.
Ρίτσαρντ Καλινόσκι - Το Κτήνος στο Φεγγάρι (μετ. Δημήτρης Τάρλοου)

Μια μικρή Αρμένικη Ιστορία{1}

Gar oo chugar. Μια φορά κι έναν καιρό, στ'αρμένικα... Έτσι αρχίζει το, γραμμένο το 1995, δραματικό έργο του πολωνικής καταγωγής Αμερικανού συγγραφέα Ρίτσαρντ Καλινόσκι, "Το Κτήνος στο Φεγγάρι".

Gar oo chugar, λοιπόν, υπήρχε ένας λαός στους πρόποδες του όρους Αραράτ, απόγονοι του Χαϊκ που εμείς τους μάθαμε ως Αρμένιους. Από το 600 π.Χ. που ιδρύθηκε το Βασίλειο της Αρμενίας μέχρι το 95 π.Χ., όταν ο Τιγράνης ο Μέγας έφερε την Αρμενία στη μέγιστη ακμή της, η χώρα γνώρισε δυο μεγάλες εισβολές από τους Πέρσες και τους Έλληνες, χωρίς ποτέ να υποδουλωθεί, αλλά λειτουργώντας ως αυτόνομο προτεκτοράτο των δυο αυτοκρατοριών.

Το 301 μ.Χ. ο βασιλιάς Τιριδάτης ο Τρίτος, ανακηρύσσει ως επίσημη θρησκεία των Αρμενίων τον Χριστιανισμό, 30 χρόνια πριν βαφτιστεί ο Μέγας Κωνσταντίνος, και μαζί με τον επίσκοπο Γρηγόριο έχτισε τον πρώτο καθεδρικό ναό της χριστιανοσύνης, δημιουργώντας μια τεράστια αρχιτεκτονική παράδοση που πέρασε στο Βυζάντιο και από κει στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Το 645 μ.Χ. όταν η μεγάλη Αραβική Αυτοκρατορία έφτασε στους πρόποδες του Αραράτ, το ισχυρό Βασίλειο της Αρμενίας, όπως πολλά βασίλεια πριν από αυτό, είχε ήδη διαλυθεί. Όμως οι Άραβες δεν μπόρεσαν ποτέ να υποτάξουν πλήρως τον αρμένικο λαό, παραχωρώντας τους έτσι αυτονομία μέσα στα πλαίσια της αυτοκρατορίας τους.

Τετρακόσια χρόνια μετά, η επέλαση των Σελτζούκων Τούρκων διέλυσε κάθε ίχνος του Βασιλείου της Αρμενίας, εκτοπίζοντας τους Αρμένιους, οι οποίοι κατέφυγαν στην οροσειρά του Ταύρου στη σημερινή νοτιοανατολική Τουρκία, όπου και δημιούργησαν, υπό τον βασιλιά Ρούμπεν τον Πρώτο, το Αρμένικο Βασίλειο της Κιλικίας. Η έλευση των πρώτων σταυροφόρων βρήκε τους Αρμένιους ισχυρούς άρχοντες να βοηθούν τους "αδελφούς χριστιανούς" της μακρινής Δύσης, δημιουργώντας άρρηκτες σχέσεις φιλίας ανάμεσα στους Αρμένιους και τους Γάλλους που επισφραγίστηκαν με μια σειρά γάμων ανάμεσα σε ευγενείς των δύο χωρών.

Διακόσια και πλέον χρόνια μετά, το Βασίλειο της Αρμενίας παρέμενε το μοναδικό χριστιανικό κράτος στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου, όταν και υπετάχθη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. "Πιστό Έθνος" ονόμαζαν οι Τούρκοι τους Αρμένιους, οι οποίοι κατάφεραν να ενσωματωθούν στους μηχανισμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είτε ως δημόσιοι υπάλληλοι, είτε ως αυτόνομοι επιστήμονες (γιατροί, συμβολαιογράφοι, αρχιτέκτονες κλπ), χωρίς όμως να αποκτήσουν ποτέ πλήρη δικαιώματα, λόγω της χριστιανικής τους θρησκείας.

Στα τέλη του 18ου αιώνα άρχισε να τίθεται από τις ευρωπαϊκές χώρες το λεγόμενο Αρμένικο Ζήτημα. Η παροχή, δηλαδή, στοιχειωδών ελευθεριών στους Αρμένιους. Τότε, τα Χριστούγεννα του 1895, το "κτήνος" κατέβηκε για πρώτη φορά από το φεγγάρι, στέλνοντας εκατοντάδες χιλιάδες Αρμένηδων στον θάνατο.

Το 1908, ο Σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ ο Β', ανατράπηκε από την Επανάσταση των Νεοτούρκων, οι οποίοι, στηριζόμενοι και από τους Αρμένιους ηγέτες δημιούργησαν το νέο Τουρκικό κράτος. Η αρμένικη κοινότητα για πρώτη φορά μετά από 400 χρόνια άρχισε να πιστεύει ότι η συνύπαρξη μεταξύ μουσουλμάνων και χριστιανών ήταν πλέον εφικτή. Όμως. στις 24 Απριλίου 1915, με αφορμή την ύπαρξη σώματος Αρμενίων εθελοντών στον Ρωσικό στρατό, 600 σημαίνοντες Αρμένιοι εκτοπίζονται από την Κωνσταντινούπολη, μια κίνηση που θεωρείται η έναρξη της Γενοκτονίας των Αρμενίων, η οποία ολοκληρώθηκε με την ψήφιση του νόμου περί "μετακίνησης των αρμενικών πληθυσμών" στις 29 Μαΐου 1915.

Κατά τη διάρκεια της "μετακίνησης" αυτής, 1.500.000 Αρμένιοι βρήκαν τον θάνατο (οι τουρκικές πηγές κατεβάζουν αυτόν τον αριθμό σε 600.00 - 800.000), ενώ αμέτρητες γυναίκες βιάσθηκαν και παιδιά πουλήθηκαν σε σκλαβοπάζαρα.{2}

Το έργο

Παιδιά "εκτοπισμένων" Αρμένηδων είναι και ο Αράμ με τη Σέτα, οι δύο ήρωες του έργου. Οι γονείς του Αράμ (εξαιρετικός ο Δημήτρης Τάρλοου ισορροπεί ανάμεσα στον "νέο" Αμερικανό και τον "παλιό" Αρμένη), καθώς και τα δυο αδέλφια του, αποκεφαλίστηκαν ενώ αυτός κρυβόταν κάτω από το παλιό παλτό του πατέρα του. Η μητέρα της Σέτα (η Ταμίλα Κουλίεβα πείθει με κάθε σπιθαμή του σώματος της ότι είναι, όντως, μια υποσιτισμένη έφηβη) σταυρώθηκε από τους Τούρκους και η μεγαλύτερη αδελφή της βιάσθηκε μπροστά στα μάτια της εννιάχρονης, τότε, κοπέλας που εμείς βλέπουμε να μπαίνει στη σκηνή 15 χρονών, νύφη φωτογραφίας και δια αλληλογραφίας, άρτι αφιχθείσα στο Γουισκόνσιν της Αμερικής, νέα πατρίδα του φωτογράφου Αράμ.

"Το κτήνος στο φεγγάρι" from elculture.gr on Vimeo.

Το έργο όλο, λειτουργεί κάτω από το βάρος της τραγωδίας που κουβαλούν μέσα τους οι δύο αυτοί άνθρωποι. Η προσκόλληση της Σέτα στην κούκλα που της χάρισε η μητέρα της και η αντίστοιχη του Αράμ στο παλιό παλτό του πατέρα του είναι η προσκόλληση τους στην παιδική ηλικία και η μη αποδοχή της νέας τους ταυτότητας. Το ζευγάρι επικοινωνεί μηχανικά, κρατώντας τους τύπους σε όλα ακόμα και στην συζυγική κλίνη, όπου ο έρωτας μετατρέπεται σε μια μηχανική πράξη αναπαραγωγής και η Σέτα το σκεύος μέσα από το οποίο θα ανα-δημιουργηθεί η παλιά αρμένικη οικογένεια. Μια οικογένεια, μονίμως παρούσα σε μια παλιά κορνιζαρισμένη φωτογραφία της οικογένειας του Αράμ, ο οποίος έχει αφαιρέσει από αυτή τα κεφάλια των εικονιζομένων με μόνο σκοπό να συμπληρώσει τα κενά με τα κεφάλια της καινούργιας που θα δημιουργήσει με τη Σέτα.

Σταδιακά, βλέπουμε το ζευγάρι να έρχεται πιο κοντά. Δεν είναι ο έρωτας που τους κρατά ενωμένους. Είναι η δέσμευση που δημιουργείται μέσα από μια πραγματική φιλία, αλλά και η "υπόσχεση" μιας ολοκληρωμένης οικογένειας. Μια υπόσχεση που μένει στα λόγια καθώς η στειρότητα της Σέτα (απότοκο και αυτή του "εκτοπισμού") εμποδίζει την εκπλήρωση της. Και οι δύο προσπαθούν να κρατήσουν την οικογένεια τους ενωμένη, αλλά ο καθένας τους με διαφορετικό τρόπο και σκοπό. Ο Αράμ πασχίζει να διατηρήσει την "αρμενικότητα" του, αρνούμενος να αποδεχτεί, ακόμα και μετά από δώδεκα χρόνια προσπαθειών, το γεγονός ότι η γυναίκα του είναι στείρα, ενώ η Σέτα, μέλος πια του νέου κόσμου στον οποίον ζει προσπερνά τα βιώματα και θέτει τις βάσεις για τη δημιουργία μιας νέας "αμερικανικής" οικογένειας μαζί με τον άντρα της.

Το έργο κλείνει με μια φωτογραφία. Ο Αράμ, η Σέτα και ο Βίνσεντ, το ορφανό Ιταλών μεταναστών που περιμαζεύει η Σέτα και λειτουργεί ως ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, στέκονται δίπλα στο τραπέζι (κυρίαρχο μέρος του σκηνικού γύρω από το οποίο εκτυλίσσεται όλη σχεδόν η δράση). Η Σέτα και ο Βίνσεντ χαμογελούν πλατιά, ενώ στο πρόσωπο του Αράμ σχηματίζεται ένα αβέβαιο, "μισό", χαμόγελο. Η παλιά κορνιζαρισμένη φωτογραφία έχει πλέον αντικατασταθεί, αλλά αυτός βρίσκεται (και πάλι) στην αρχή...

---------------------------------------------------------------------
{1} Πηγή: Jacques Der Alexanian - Ο ουρανός ήταν μαύρος πάνω απ'τον Ευφράτη. Η τραγική ιστορία των Αρμενίων, Εκδόσεις Λιβάνη.

{2} [...] Το τελευταίο και χειρότερο μέτρο κατά των Αρμενίων ήταν η ομαδική εκτόπιση όλου του πληθυσμού που ξεριζώθηκε για να σταλεί στην έρημο και να υποστεί όλων των ειδών τις φρικαλεότητες. Δεν είχαν ληφθεί μέτρα για την μεταφορά και την διατροφή τους. Τ α θύματα, μεταξύ των οποίων ήταν καλλιεργημένοι άνδρες και γυναίκες της ανώτερης κοινωνίας, χρειάστηκε να περπατούν συνέχεια εκτεθειμένοι στις επιδρομές των συμμοριών που γι'αυτόν τον σκοπό είχαν δημιουργηθεί. Τα σπίτια κυριολεκτικά ρημάχτηκαν. Οι οικογένειες χώρισαν. Οι άνδρες σκοτώθηκαν, οι γυναίκες και οι νέες κοπέλες βιάσθηκαν καθ'οδόν ή κλείστηκαν στα χαρέμια, τα παιδιά πετάχτηκαν στα ποτάμια ή πουλήθηκαν σε ξένους από τις μητέρες τους, για να μην πεθάνουν από την πείνα.

Τα γεγονότα που περιγράφονται στις αναφορές που έχουν φτάσει στην Πρεσβεία, από απολύτως αξιόπιστους μάρτυρες ξεπερνούν τις πιο κτηνώδεις και διαβολικές θηριωδίες που διαπράχθηκαν ή επινοήθηκαν ποτέ στην ιστορία του κόσμου. [...]
(Henry Morgenthau - Αμερικανός Πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη)

[...] 'Ετσι τον Ιούνιο του 1915, άρχισαν οι φρικαλεότητες που όμοιες τους δεν έχει άλλες η ιστορία. Από όλα τα χωριά και τις πόλεις της Κιλικίας, της Ανατολίας και της Μεσοποταμίας, οι Χριστιανοί Αρμένιοι υποχρεώθηκαν ν'ακολουθήσουν την πορεία του θανάτου τους. Ήταν μια μεθοδική δουλειά, ξεκαθάρισμα της μιας περιοχής μετά την άλλη άσχετα αν ήταν κοντά σε εμπόλεμη περιοχή ή εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. [...]
[...] Τα δυστυχή πλάσματα συγκεντρώθηκαν από τα διάφορα χωριά και οδηγήθηκαν ανάμεσα από τα βουνά στις στέπες της Αραβικής ερήμου όπου δεν υπήρχε καμμιά πρόβλεψη για την υποδοχή και τη συντήρηση τους, όπως δεν είχε ληφθεί καμμιά πρόνοια για τον επισιτισμό τους καθ'οδόν. Η σκέψη ήταν ότι όσοι δεν πέθαιναν ή δεν σκοτώνονταν στον δρόμο έπρεπε οπωσδήποτε να πεθάνουν από πείνα. [...]
[...] Όσους δεν ήταν πια σε θέση να προχωρήσουν τους ξέκαναν με βουρδουλιές ή τους σκότωναν. Τα καραβάνια μίκραιναν όλο και πιο πολύ καθώς η πείνα, η δίψα, η αρρώστια και ο φόνος τα αποδεκάτιζαν. Νέες γυναίκες και κοπέλες βιάζονταν ή τις πουλούσαν σε δημοπρασία.
Στις 31 Αυγούστου 1915 ο Ταλαάτ Μπέης (υπουργός Εσωτερικών της Τουρκίας) δήλωνε στον Γερμανό Πρέσβη "Το Αρμενικό Ζήτημα δεν υπάρχει πιά". Αυτό που έλεγε ήταν αλήθεια γιατί μέχρι τότε είχαν πραγματοποιηθεί όλες οι εκτοπίσεις. [...]
[...] Το όλο σχέδιο δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένα ψυχρό πολιτικό μέτρο, που είχε σαν αντικειμενικό σκοπό την εξόντωση ενός ανώτερου στοιχείου μέσα στον πληθυσμό που μπορούσε να είναι επικίνδυνο. Και σε αυτό πρέπει να προστεθεί η απληστία.[...]
(Fridjtof Nansen - Ύπατος Αρμοστής Προσφύγων Κοινωνίας των Εθνών
)

Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010

The High Priestess of Soul (21/02/1933 - 21/04/2003)

Πέρασε κιόλας μια επταετία? Θα το'χει η μέρα φαίνεται...


Nina Simone - Don't Let Me Be Misunderstood (Live, late 60's)

Να πεθάνεις στον ύπνο σου μετά από μια ταραχώδη ζωή σημαδεμένη από την διπολική διαταραχή, τον πολιτικό ακτιβισμό και, κοντά στο τέλος, τον καρκίνο του στήθους, μπορεί κανείς να το χαρακτηρίσει και ευλογία για μια γυναίκα που όντως ήταν "Νέα, χαρισματική και Μαύρη"...



Nina Simone - To Be Young, Gifted & Black (Live, 1969)

Τετάρτη, 7 Απριλίου 2010

Δευτέρα, 5 Απριλίου 2010

Μικρός Οδυσσεύς

Νοσταλγία: ο ψυχικός πόνος που προκαλεί η γλυκιά προσμονή της επιστροφής στην πατρίδα.


Ποίηση: Κώστας Καρυωτάκης, Μουσική: Στέφανος Κορκολής - First Touch, Video: ALEXIAPREV


Νοσταλγός ποιας πατρίδας, βρέθηκα ξανά να γράφω ανάμεσα στις γραμμές τούτου του ηλεκτρονικού τετραδίου, εγώ ο άπατρις;

Απορία ψάλτου βηξ.

Ας είναι, λέω, για την ώρα, να μείνω εδώ μήπως και ο βηξ γίνει λόγος και ο λόγος η αφορμή, η αιτία και το μέσο που θα με μεταφέρει πίσω στην πατρίδα που κάποτε χάθηκε...