Ο Αμερικανικός Βούβαλος είναι ένα από τα παλαιότερα σύμβολα τής Αμερικής. Έχει δανείσει το όνομα του σε έναν από τους πιο γνωστούς ήρωες της, τον Buffalo Bill, αλλά και σε μια από τις μεγαλύτερες πόλεις της, το... Buffalo. Η μορφή του έχει στολίσει τις σημαίες Αμερικανικών Πολιτειών, Πανεπιστημίων και νομισμάτων. Ένα από αυτά, η ασημένια πεντάρα του 1913, είναι το mcguffin αλλά και το αντικείμενο τού πόθου στο ομώνυμο θεατρικό τού David Mamet που παρουσιάζεται στο Θέατρο Πορεία, σε μετάφραση και σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου.
Αυτήν την ασημένια πεντάρα ο Ντον, ιδιοκτήτης παλιατζίδικου και απατεωνίσκος, πουλάει σε έναν συλλέκτη νομισμάτων προς 90 δολάρια. Όμως είναι σίγουρος ότι η "πραγματική" αξία τού νομίσματος του είναι η πενταπλάσια και αυτό τον τρελαίνει. Ο συλλέκτης τον κορόιδεψε, ουσιαστικά τον έκλεψε και πρέπει να τον εκδικηθεί. Αρχίζει να τον παρακολουθεί με σκοπό να τον ληστέψει την κατάλληλη στιγμή που εκείνος θα λείπει από το σπίτι. Την παρακολούθηση (του συλλέκτη) και την εκτέλεση τής ληστείας έχει αναλάβει ο Μπόμπι, πιστό και αφοσιωμένο "παιδί για όλες τις δουλειές" στο μαγαζί τού Ντον. Το καλοκάγαθο πρεζάκι, όμως, δεν είναι φτιαγμένο γι'αυτές τις δουλειές. Αυτό τονίζει ο Δάσκαλος, τρίτος πόλος τής σχηματιζόμενης "συμμορίας", στον Ντον προσπαθώντας να πάρει κι αυτός ένα κομμάτι από την προσδοκώμενη λεία. "Καλή η αφοσίωση, δε λέω, αλλά οι δουλειές είναι δουλειές" επιμένει και από εκείνη τη στιγμή ξεκινάει ένα παιχνίδι σχεδίων, προστριβών και υπαναχωρήσεων.
Η ληστεία θα αποτύχει ή μάλλον δεν θα γίνει ποτέ και αυτό το γνωρίζουμε από τα πρώτα κιόλας λεπτά. Το καταλαβαίνουμε από την έλλειψη επικοινωνίας και εμπιστοσύνης των ηρώων, την αδυναμία τους να εκφράσουν και τις πιο απλές σκέψεις και τα ανόητα σχέδια που εκπονούν καθόλη τη διάρκεια τού έργου. Το τέλος θα τους βρει όλους, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στο ίδιο ή και σε χειρότερο σημείο από αυτό που ξεκίνησαν.
Ήδη από τον τίτλο τού, γραμμένου το 1975, έργου του Mamet, αλλά και από την πληροφορία τού πολλαπλασιασμού τής τιμής μιας ταπεινής πεντάρας, καταλαβαίνουμε τον καταγγελόμενο στόχο τού συγγραφέα. Το χρήμα, η ελεύθερη διακίνηση του, ο νόμος τής προσφοράς και τής ζήτησης, το επιχειρείν, η ελεύθερη αγορά, με λίγα λόγια, είναι η πηγή τού κακού. Όπως, προγενέστερα, στο "Κίβδηλο Νόμισμα" τού Leo Tolstoy ένα παραχαραγμένο νόμισμα προκαλεί την εισχώρηση τού "κακού" στην κοινωνία, έτσι και εδώ ένα νόμισμα με "κίβδηλη" αξία προκαλεί την αναταραχή στον μικρόκοσμο των τριών κακοποιών. Όμως, σε αντίθεση με την "αγνή" κοινωνία τού 19ου αιώνα, η κοινωνία του 1975 (αλλά και η σημερινή) είναι ήδη διαβρωμένη από την καπιταλιστική ηθική, η οποία υποβαθμίζει την αξία των μέσων και προτάσσει την αξία του σκοπού, ο οποίος δεν είναι άλλος από την επιτυχία και την ιδιοκτησία, τους δύο βασικούς πυλώνες τού Αμερικανικού Ονείρου. Η εμμονή τού Ντον στην επανάκτηση τού Αμερικανικού Βούβαλου ΤΟΥ, είναι στην ουσία ή εμμονή του στην κατάκτηση αυτού του ονείρου. Του ονείρου για μια ζωή με πλούτη, ωραία σπίτια, κομψά κοστούμια και "γκομενίτσες με ωραία κωλαράκια", σαν αυτή που ζει ο συλλέκτης που του "έκλεψε" το νόμισμα.
Στη συνέχεια τού έργου ο Mamet δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες. Σε ένα από τα πολλά λογύδρια του ο Δάσκαλος παραφράζοντας την Διακήρυξη τής Αμερικανικής Ανεξαρτησίας βροντοφωνάζει "Ελεύθερη Οικονομία είναι η ελευθερία του ατόμου να προβεί σε όποια γαμημένη επιχείρηση θεωρεί ο ίδιος κατάλληλη..." και καταλήγει, "... η χώρα μας δημιουργήθηκε πάνω σε αυτήν, το ξέρεις Ντον. Άλλωστε, χωρίς αυτήν τι είμαστε; Ψωλομούρηδες κανίβαλοι στη ζούγκλα είμαστε...". Μέσα σε μερικές προτάσεις ο κυνικός Δάσκαλος τοποθετεί την Ελεύθερη Οικονομία ανάμεσα στα αναφαίρετα δικαιώματα του ανθρώπου δίπλα στο δικαίωμα στη Ζωή και την Ελευθερία. Το κυνήγι του Αμερικανικού Ονείρου δικαιολογεί την όποια εγκληματική πράξη αποσκοπεί στο κέρδος, ή μάλλον μετατρέπει την όποια εγκληματική πράξη αποσκοπεί στο κέρδος σε "επιχείρηση". Από το σημείο αυτό κι έπειτα, η ληστεία αναφέρεται μοναχά ως "επιχείρηση" (σοφή η μεταφραστική επιλογή αυτής της λέξης, αντί για την πιο απλή "δουλειά", από τον Τάρλοου), κάθε σχεδιασμός γίνεται με γνώμωνα το καλό τής "επιχείρησης" και την βελτιστοποίηση των κερδών τής "επιχείρησης". Οι δύο απατεώνες (ο Μπόμπι έχει σχεδόν εξ αρχής αποσυρθεί) αισθάνονται ότι έχουν κάθε ηθικό δικαίωμα στη διάπραξη τής ληστείας. Ακόμα και η αστυνομία (θεσμοθετημένο όργανο για τη διαφύλαξη τής νομιμότητας) εμφανίζεται στο έργο απλώς να "στρίβει στη γωνία".
Πώς καταλήγει τότε έτσι άδοξα αυτή η επιχείρηση; Ο συγγραφέας επιλέγει την εκ των έσω αποσύνθεση τής ομάδας. Σε μόνιμη αντιδιαστολή με την έννοια τής επιχειρηματικότητας βρίσκεται η έννοια τής φιλίας και της αφοσίωσης. Στην εναρκτήρια σκηνή ο Ντον κατσαδιάζει τον Μπόμπι επειδή έχασε τον στόχο του και προτίμησε να γυρίσει στο παλιατζίδικο. Η αφοσίωση στην επιχείρηση είναι σημαντικότερη από την αφοσίωση στον άνθρωπο. Ο Μπόμπι, αμέτοχος τού Ονείρου, αλλά και αδιάφορος προς αυτό, το μόνο που ζητά είναι η επιβεβαίωση από την πατρική φιγούρα τού Ντον. Ο εξοστρακισμός του από τη συμμορία δεν τον ενοχλεί επειδή θα χάσει τα χρήματα, αλλά επειδή θα χάσει την θέση τού "εκ δεξιών" του Ντον. Μια υπόγεια μάχη μαίνεται ανάμεσα σε αυτόν και τον Δάσκαλο γι'αυτή τη θέση και, όταν τα πράγματα φτάνουν σε οριακό (για την επιχείρηση) σημείο, η έλλειψη εμπιστοσύνης στην ικανότητα τού Μπόμπι να αφοσιωθεί στους σκοπούς τής επιχείρησης, παρά την απόλυτη αφοσίωση του στον Ντον, θα αποβεί μοιραία για όλους. Το τέλος τού έργου βρίσκει τους τρεις πρωταγωνιστές, την "επιχείρηση" και το παλιατζίδικο τού Ντον διαλυμένα, όμως σε μια "ρομαντική" έκλαμψη τού συγγραφέα αχνοφαίνεται η ελπίδα για τη διατήρηση τής φιλίας και της αφοσίωσης μεταξύ των ανθρώπων.
Η παράσταση
Ο Δημήτρης Τάρλοου επέλεξε να ανεβάσει το έργο σε μια εποχή που μοιάζει να είναι πιο επίκαιρο από ποτέ και έτσι ακριβώς το αντιμετώπισε κερδίζοντας ένα διπλό, και πολύ δύσκολο, στοίχημα. Τη μεταφορά τής δράσης από την Αμερική τού 1975 στην Ελλάδα τού 2011, χωρίς να χρειαστεί να αλλοιώσει το κείμενο (κάτι που θα ήταν απαράδεκτο).
Αρχικά, δημιούργησε ένα ανοιχτό και κατάφωτο σκηνικό δημιουργώντας μια απολύτως ρεαλιστική εικόνα τού παλιατζίδικου τού Ντον. Ως υπογράμμιση σε αυτόν τον ρεαλισμό, βλέπουμε στη σκηνή ένα κλουβί με έναν ζωντανό παπαγάλο, οι ηθοποιοί πίνουν κανονικό καφέ και τρώνε κανονικές τυρόπιτες και πίτσες, ακόμα και το τηλέφωνο είναι κανονικά συνδεδεμένο στο καλώδιο του. Στο ίδιο κλίμα και τα κοστούμια των ηθοποιών, που έχουν μεν μια ρετρό αισθητική, αλλά είναι ρούχα που θα μπορούσες να δεις άνετα στο δρόμο και σήμερα (αν και αυτός που θα τα φορούσε θα ήταν μάλλον κακοντυμένος).
Επίσης, επέλεξε να μεταφράσει το έργο διατηρώντας σε όλο της το μεγαλείο την ομοβροντία βωμολοχιών που εξακοντίζονται από το στόμα, κυρίως, του Δασκάλου, πηγαίνοντας, ίσως, ένα βήμα παραπέρα εφευρίσκοντας μια μεγαλύτερη ποικιλία πιο ευφάνταστων και πιο "Ελληνικών" λέξεων και εκφράσεων.
Σε αυτή την προσπάθεια βρήκε άξιους συμπαραστάτες του τους τρεις εξαιρετικούς ηθοποιούς του. Παίζοντας μερικές κλίμακες πάνω από το κανονικό και με έναν αξιοζήλευτο έλεγχο των εκφραστικών τους μέσων, ο Αλέξανδρος Μυλωνάς, ο Γιώργος Γάλλος και ο Παναγιώτης Καλαντζής έδωσαν με ακρίβεια το ψυχογράφημα των ρόλων τους δίνοντας παράλληλα την εικόνα μιας παρέας σε κάποιο υπόγειο τού Μεταξουργείου ή κάποιας άλλης κακόφημης γειτονιάς.
Οι επιλογές αυτές, δεν ήρθαν, όπως ήταν φυσικό, χωρίς να δημιουργήσουν κάποια μικροπροβλήματα. Το ανοιχτό σκηνικό αφαίρεσε την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα τού έργου, αφαιρώντας μαζί της και ένα κομμάτι από τη γοητεία του και οι φωνακλάδικες ερμηνείες σε συνδυασμό με τις ευφάνταστες βωμολοχίες έδωσαν έναν κωμικό τόνο, που σαφέστατα υπάρχει, αλλά όχι τόσο υπερτονισμένος. Μικρές ατέλειες που αν δεν υπήρχαν θα μιλούσαμε για μια αριστουργηματική παράσταση ενός αριστουργηματικού έργου.
Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2011
Πέμπτη 19 Αυγούστου 2010
Σκοτάδι στην Επίδαυρο
Τι κάνει μια θεατρική παράσταση επιτυχημένη; Να μια καλή ερώτηση με δύσκολες απαντήσεις. Προσοχή, δεν ρωτάω τι κάνει μια θεατρική παράσταση καλή ή εμπορικά επιτυχημένη. Όταν μιλάω για επιτυχημένη παράσταση, εννοώ μια παράσταση η οποία δείχνει σεβασμό στο κείμενο, στο κοινό, αλλά, πάνω απ’όλα καταφέρνει να μεταφέρει το “όραμα” του σκηνοθέτη αυτούσιο στον υποψιασμένο θεατή.
Χωρίς να έχω εντρυφήσει στο ζήτημα, μπορώ να φέρω στο μυαλό μου πολλές παραμέτρους οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιηθούν για να υπάρξει ένα επιτυχημένο αποτέλεσμα. Η απόδοση του κειμένου, η διδασκαλία των ηθοποιών, η χρήση του σκηνικού χώρου, η χρήση οπτικοακουστικών τεχνασμάτων για την ισχυρότερη εντύπωση του μηνύματος ή της ψυχολογικής κατάστασης των ηρώων και, φυσικά, η σκηνική τοποθέτηση των ηθοποιών.
Η παράσταση του Οθέλλου που ανέβηκε από την βερολινέζικη Schaubuhne, σε σκηνοθεσία Τόμας Οστερμάγιερ, στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου ήταν, σχεδόν, επιτυχημένη. Και λέω σχεδόν γιατί κάποια από τα προαναφερθέντα στοιχεία δεν ικανοποιήθηκαν πλήρως. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.
Ο Οστερμάγιερ δεν διάβασε το σαιξπηρικό δράμα ως μια τραγωδία αντιθέσεων (μαύρο-άσπρο, καλό-κακό, αρσενικό-θηλυκό κλπ). Μπορώ να πω ότι δεν το διάβασε καν ως τραγωδία, και αυτό είναι το πρώτο από τα στοιχήματα που κέρδισε. Σε ένα σκηνικό όπου κυριαρχεί το νερό (μαύρο ή σκοτεινό, διαλέγεις και παίρνεις) όλοι οι ήρωες στέκονται ίσοι, σχεδόν μονίμως πάνω στη σκηνή, με μόνο διαχωρισμό τους τους τίτλους που τους απονέμονται. Ο Οθέλλος, πιο λευκός κι από την Δυσδαιμόνα, βάφεται μαύρος στην αριστουργηματική αρχική σκηνή, ντυμένη με μια, οριακά, τελετουργική μουσική, στην οποία παρακολουθούμε, χωρίς ίχνος προκλητικότητας, το σκανδαλώδες ζεύγος να ολοκληρώνει την πρώτη νύχτα του γάμου. Όταν επανεμφανιστεί θα είναι πάλι λευκός, ντυμένος στην επίσης λευκή ναυτική στολή του.
Ο Ιάγος, ντυμένος κι αυτός στα λευκά, κινείται αποκλειστικά και μόνο στο φως. Η γνωστή σκοτεινή φιγούρα του απόλυτου κακού δεν έχει καμμιά θέση σε μια απογυμνωμένη από μανιχαϊστικά στοιχεία παράσταση. Ένας βαθειά πληγωμένος άνθρωπος είναι ο Ιάγος και τίποτα παραπάνω. Σκοτεινό αντικείμενο του πόθου του δεν είναι μόνο η θέση του υπασπιστή, η οποία στο μυαλό του δικαιωματικά του ανήκει, αλλά και μια θέση στην καρδιά του ατρόμητου μαυριτανού στρατηγού. Γι’αυτό δεν σταματάει τις δολοπλοκίες του όταν ο πρώτος στόχος έχει πια επιτευχθεί. Η ολοκλήρωση του σχεδίου του απαιτεί και την εξόντωση της αγνής και προκλητικής αγάπης του πρωταγωνιστικού ζευγαριού.
Αν υπάρχει μια “ύβρις” στο έργο, αυτή είναι ο έρωτας. Όχι ο έρωτας των ποιητών και των εφηβικών όρκων, αλλά ο βίαιος, σαρκικός έρωτας. Ο ασίγαστος πόθος και το αβάσταχτο πάθος. Από την πρώτη ερωτική συνεύρεση των δύο εραστών ως την, σαν βίαιη ερωτική σκηνή, τελευταία και φονική, τα πάντα διαχέονται από έναν, σχεδόν, ωμό ερωτισμό. Οι γυναίκες φοράνε προκλητικά ρούχα και κάθονται με τα πόδια ανοιχτά, οι άντρες είναι οριακά αμφισεξουαλικοί, κάποιοι από τους διαλόγους συμπληρώνονται από ερωτική προσομοίωση, η γιορτή για την αποβίβαση στην Κύπρο υπονοείται ότι καταλήγει σε ένα μεγάλο όργιο, η ίδια η Κύπρος, μέσω των προβαλλόμενων στο video wall εικόνων, συνδέεται με το Las Vegas και όλα αυτά υπό τους ήχους μιας “παγανιστικής” αφρο-βαλκανικής τζαζ μουσικής (εκπληκτική δουλειά από τους The Polydelic Souls, όποιος ξέρει κάτι παραπάνω ας μου πει κι εμένα).
Συμπαραστάτες του σκηνοθέτη τους, οι ηθοποιοί της παράστασης, έδωσαν ένα πραγματικό ρεσιτάλ. Ένα πραγματικά δεμένο σύνολο χαρισματικών ανθρώπων (ξεχώρισε λόγω και του ρόλου του ο Στέφαν Στερν ως Ιάγος) έπαιξαν με τους ρόλους τους, αλλά και με το κοινό. Άλλο ένα κερδισμένο στοίχημα. Η υποκριτική έδωσε τη θέση της στο παιχνίδι. Χωρίς ευκολίες και χωρίς να εκχυδαΐσουν το κείμενο απάλλαξαν την παράσταση από το βάρος των γνωστών τραγικών ερμηνειών και απέδωσαν τέλεια την ελαφρότητα του παιχνιδιού ανάμεσα στους ήρωες αλλά και, ίσως κυρίως και, ανάμεσα σε αυτούς και το κοινό.
Κάπου εδώ, όμως, έρχεται ο αρχικός προβληματισμός. Εξαιρετική η παράσταση, σίγουρα, και, ίσως, μια από τις καλύτερες που έχω δει στη ζωή μου, όμως έπρεπε να παιχτεί στην Επίδαυρο; Δεν αναφέρομαι στην ιερότητα του χώρου, μακριά από μένα τέτοιες αηδίες, αλλά στην οικονομία του χώρου. Ο γερμανός σκηνοθέτης, είτε από επιλογή είτε επειδή είναι έξω από την κουλτούρα του, αγνόησε τις παραμέτρους που ορίζει το ανοιχτό θέατρο και έστησε μια παράσταση κλειστού χώρου. Είναι γνωστό ότι ο Τσέχωφ έγραφε τα έργα του έχοντας στο μυαλό του τη σκηνή του Θεάτρου Τέχνης της Μόσχας. Ο Οστερμάγιερ δεν “μετέφρασε” το έργο του Σαίξπηρ έχοντας στο μυαλό του τη σκηνή του θεάτρου της Επιδαύρου. Το εικαστικό αποτέλεσμα ήταν άψογο, αλλά αν εξαιρέσεις το τελευταίο μισάωρο που εκτυλίχτηκε στο ημίφως, η σκηνή ήταν αμέτοχη της παράστασης.
Εν κατακλείδι, υπέροχη παράσταση, όμως ευελπιστώ ότι θα μπορέσω να ταξιδέψω στο Βερολίνο αυτόν τον Νοέμβρη, ούτως ώστε να την δω όπως πρέπει.
Χωρίς να έχω εντρυφήσει στο ζήτημα, μπορώ να φέρω στο μυαλό μου πολλές παραμέτρους οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιηθούν για να υπάρξει ένα επιτυχημένο αποτέλεσμα. Η απόδοση του κειμένου, η διδασκαλία των ηθοποιών, η χρήση του σκηνικού χώρου, η χρήση οπτικοακουστικών τεχνασμάτων για την ισχυρότερη εντύπωση του μηνύματος ή της ψυχολογικής κατάστασης των ηρώων και, φυσικά, η σκηνική τοποθέτηση των ηθοποιών.
Η παράσταση του Οθέλλου που ανέβηκε από την βερολινέζικη Schaubuhne, σε σκηνοθεσία Τόμας Οστερμάγιερ, στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου ήταν, σχεδόν, επιτυχημένη. Και λέω σχεδόν γιατί κάποια από τα προαναφερθέντα στοιχεία δεν ικανοποιήθηκαν πλήρως. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.
Ο Οστερμάγιερ δεν διάβασε το σαιξπηρικό δράμα ως μια τραγωδία αντιθέσεων (μαύρο-άσπρο, καλό-κακό, αρσενικό-θηλυκό κλπ). Μπορώ να πω ότι δεν το διάβασε καν ως τραγωδία, και αυτό είναι το πρώτο από τα στοιχήματα που κέρδισε. Σε ένα σκηνικό όπου κυριαρχεί το νερό (μαύρο ή σκοτεινό, διαλέγεις και παίρνεις) όλοι οι ήρωες στέκονται ίσοι, σχεδόν μονίμως πάνω στη σκηνή, με μόνο διαχωρισμό τους τους τίτλους που τους απονέμονται. Ο Οθέλλος, πιο λευκός κι από την Δυσδαιμόνα, βάφεται μαύρος στην αριστουργηματική αρχική σκηνή, ντυμένη με μια, οριακά, τελετουργική μουσική, στην οποία παρακολουθούμε, χωρίς ίχνος προκλητικότητας, το σκανδαλώδες ζεύγος να ολοκληρώνει την πρώτη νύχτα του γάμου. Όταν επανεμφανιστεί θα είναι πάλι λευκός, ντυμένος στην επίσης λευκή ναυτική στολή του.
Ο Ιάγος, ντυμένος κι αυτός στα λευκά, κινείται αποκλειστικά και μόνο στο φως. Η γνωστή σκοτεινή φιγούρα του απόλυτου κακού δεν έχει καμμιά θέση σε μια απογυμνωμένη από μανιχαϊστικά στοιχεία παράσταση. Ένας βαθειά πληγωμένος άνθρωπος είναι ο Ιάγος και τίποτα παραπάνω. Σκοτεινό αντικείμενο του πόθου του δεν είναι μόνο η θέση του υπασπιστή, η οποία στο μυαλό του δικαιωματικά του ανήκει, αλλά και μια θέση στην καρδιά του ατρόμητου μαυριτανού στρατηγού. Γι’αυτό δεν σταματάει τις δολοπλοκίες του όταν ο πρώτος στόχος έχει πια επιτευχθεί. Η ολοκλήρωση του σχεδίου του απαιτεί και την εξόντωση της αγνής και προκλητικής αγάπης του πρωταγωνιστικού ζευγαριού.
Αν υπάρχει μια “ύβρις” στο έργο, αυτή είναι ο έρωτας. Όχι ο έρωτας των ποιητών και των εφηβικών όρκων, αλλά ο βίαιος, σαρκικός έρωτας. Ο ασίγαστος πόθος και το αβάσταχτο πάθος. Από την πρώτη ερωτική συνεύρεση των δύο εραστών ως την, σαν βίαιη ερωτική σκηνή, τελευταία και φονική, τα πάντα διαχέονται από έναν, σχεδόν, ωμό ερωτισμό. Οι γυναίκες φοράνε προκλητικά ρούχα και κάθονται με τα πόδια ανοιχτά, οι άντρες είναι οριακά αμφισεξουαλικοί, κάποιοι από τους διαλόγους συμπληρώνονται από ερωτική προσομοίωση, η γιορτή για την αποβίβαση στην Κύπρο υπονοείται ότι καταλήγει σε ένα μεγάλο όργιο, η ίδια η Κύπρος, μέσω των προβαλλόμενων στο video wall εικόνων, συνδέεται με το Las Vegas και όλα αυτά υπό τους ήχους μιας “παγανιστικής” αφρο-βαλκανικής τζαζ μουσικής (εκπληκτική δουλειά από τους The Polydelic Souls, όποιος ξέρει κάτι παραπάνω ας μου πει κι εμένα).
Συμπαραστάτες του σκηνοθέτη τους, οι ηθοποιοί της παράστασης, έδωσαν ένα πραγματικό ρεσιτάλ. Ένα πραγματικά δεμένο σύνολο χαρισματικών ανθρώπων (ξεχώρισε λόγω και του ρόλου του ο Στέφαν Στερν ως Ιάγος) έπαιξαν με τους ρόλους τους, αλλά και με το κοινό. Άλλο ένα κερδισμένο στοίχημα. Η υποκριτική έδωσε τη θέση της στο παιχνίδι. Χωρίς ευκολίες και χωρίς να εκχυδαΐσουν το κείμενο απάλλαξαν την παράσταση από το βάρος των γνωστών τραγικών ερμηνειών και απέδωσαν τέλεια την ελαφρότητα του παιχνιδιού ανάμεσα στους ήρωες αλλά και, ίσως κυρίως και, ανάμεσα σε αυτούς και το κοινό.
Κάπου εδώ, όμως, έρχεται ο αρχικός προβληματισμός. Εξαιρετική η παράσταση, σίγουρα, και, ίσως, μια από τις καλύτερες που έχω δει στη ζωή μου, όμως έπρεπε να παιχτεί στην Επίδαυρο; Δεν αναφέρομαι στην ιερότητα του χώρου, μακριά από μένα τέτοιες αηδίες, αλλά στην οικονομία του χώρου. Ο γερμανός σκηνοθέτης, είτε από επιλογή είτε επειδή είναι έξω από την κουλτούρα του, αγνόησε τις παραμέτρους που ορίζει το ανοιχτό θέατρο και έστησε μια παράσταση κλειστού χώρου. Είναι γνωστό ότι ο Τσέχωφ έγραφε τα έργα του έχοντας στο μυαλό του τη σκηνή του Θεάτρου Τέχνης της Μόσχας. Ο Οστερμάγιερ δεν “μετέφρασε” το έργο του Σαίξπηρ έχοντας στο μυαλό του τη σκηνή του θεάτρου της Επιδαύρου. Το εικαστικό αποτέλεσμα ήταν άψογο, αλλά αν εξαιρέσεις το τελευταίο μισάωρο που εκτυλίχτηκε στο ημίφως, η σκηνή ήταν αμέτοχη της παράστασης.
Εν κατακλείδι, υπέροχη παράσταση, όμως ευελπιστώ ότι θα μπορέσω να ταξιδέψω στο Βερολίνο αυτόν τον Νοέμβρη, ούτως ώστε να την δω όπως πρέπει.
Πέμπτη 29 Ιουλίου 2010
Ελεύθερη Ένωση
Η γυναίκα μου με μαλλιά φωτιάς από ξύλα
Με τις σκέψεις θερινών αστραπών
Με μέση κλεψύδρας
Η γυναίκα μου με τη μέση ενυδρίδας ανάμεσα στα δόντια της τίγρης
Η γυναίκα μου με στόμα κονκάρδας και συστάδες αστεριών του μικρότερου μεγέθους
Με δόντια από χνάρια λευκού ποντικού σε λευκή γη
Με γλώσσα τριμμένων κεχριμπαριών και κρυστάλλων
Η γυναίκα μου με γλώσσα μαχαιρωμένου αντίδωρου
Με γλώσσα κούκλας που ανοίγει και κλείνει τα μάτια της
Με γλώσσα πέτρας απίστευτης
Η γυναίκα μου με βλεφαρίδες μπαστουνάκια παιδικής γραφής
Με φρύδια από χείλος φωλιάς χελιδονιού
Η γυναίκα μου με κροτάφους σχιστόλιθου στέγης θερμοκηπίου
Και πάχνης στα παράθυρα
Η γυναίκα μου με ώμους σαμπάνιας
Και κρήνης με κεφάλια δελφινιών κάτω από πάγο
Η γυναίκα μου με καρπούς χεριών από σπίρτα
Η γυναίκα μου με τα δάχτυλα της τύχης και του άσου κούπα
Με δάχτυλα από κομμένο σανό
Η γυναίκα μου με μασχάλες κουναβιού και καρπού οξιάς
Της νύχτας του Αη-Γιάννη
Από αγριομυρτιά και φωλιά αγγελόψαρων
Με μπράτσα από αφρό της θάλασσας και υδατοφράγματα
Και μείγμα σταριού στο μύλο
Η γυναίκα μου με γάμπες πυροτεχνήματα
Με κινήσεις ωρολογιακές και απόγνωσης
Η γυναίκα μου με πόδια από καρδιά κουφοξυλιάς
Η γυναίκα μου με πόδια αρκτικόλεξα
Με πόδια αρμαθιές κλειδιών, με πόδια από πότες εξωτικά πουλιά
Η γυναίκα μου με λαιμό από μαργαριταρένιο κριθάρι
Η γυναίκα μου με λαιμό κοιλάδας χρυσού
Συνάντησης στο λίκνο του ίδιου του χείμαρρου
Με στήθη από νύχτα
Η γυναίκα μου με στήθη θαλασσινές φωλιές τυφλοπόντικα
Η γυναίκα μου με στήθη χοάνες ρουμπινιών
Με στήθη φάσματος ρόδων στη δροσιά
Η γυναίκα μου με κοιλιά που ξεδιπλώνει τη βεντάλια του χρόνου
Με την κοιλιά γιγάντιου γαμψού νυχιού
Η γυναίκα μου με πλάτη από πουλιά σε κάθετη απόδραση
Με πλάτη υδραργύρου
Με πλάτη από φως
Με αυχένα από στρογγυλεμένη πέτρα και υγρή κιμωλία
Και πτώση ποτηριού που μόλις ήπιαμε
Η γυναίκα μου με γοφούς πλοιαρίου
Με γοφούς πολυελαίου και φτερών βέλους
Και μίσχων φτερών από λευκά παγώνια
Μιας αναίσθητης ισορροπίας
Η γυναίκα μου με γλουτούς από ψαμμίτη και αμίαντο
Η γυναίκα μου με γλουτούς ράχης κύκνου
Η γυναίκα μου με γλουτούς από άνοιξη
Με αιδοίο γλαδιόλας
Η γυναίκα μου με αιδοίο φλέβας χρυσού και ορνιθόρυγχου
Η γυναίκα μου με αιδοίο από φύκια και παλιά καραμέλα
Η γυναίκα μου με αιδοίο καθρέφτη
Η γυναίκα μου με μάτια πλήρη δακρύων
Με μάτια ιώδους πανοπλίας και μαγνητικής βελόνης
Η γυναίκα μου με μάτια σαβάνας
Η γυναίκα μου με μάτια από νερό που πίνεις στη φυλακή
Η γυναίκα μου με μάτια από ξύλο πάντοτε κάτω από τσεκούρι
Με μάτια στη στάθμη του νερού στο ύψος του αέρα της γης και της φωτιάς
--------------------------------------------------------------------------------------
Ο Andre Breton δεν είναι από τους αγαπημένους μου, όμως, πριν από χρόνια, διαβάζοντας το Αισθητικό Τρίπτυχο του Γεωργίου Μουρέλου, διάβασα ένα μικρό απόσπασμα αυτού του ποιήματος και συγκλονίστηκα. Εδώ παρουσιάζεται ολόκληρο σε ελληνική μετάφραση. Για τους γαλλομαθείς το αυθεντικό ποίημα μπορεί να διαβαστεί εδώ.
Με τις σκέψεις θερινών αστραπών
Με μέση κλεψύδρας
Η γυναίκα μου με τη μέση ενυδρίδας ανάμεσα στα δόντια της τίγρης
Η γυναίκα μου με στόμα κονκάρδας και συστάδες αστεριών του μικρότερου μεγέθους
Με δόντια από χνάρια λευκού ποντικού σε λευκή γη
Με γλώσσα τριμμένων κεχριμπαριών και κρυστάλλων
Η γυναίκα μου με γλώσσα μαχαιρωμένου αντίδωρου
Με γλώσσα κούκλας που ανοίγει και κλείνει τα μάτια της
Με γλώσσα πέτρας απίστευτης
Η γυναίκα μου με βλεφαρίδες μπαστουνάκια παιδικής γραφής
Με φρύδια από χείλος φωλιάς χελιδονιού
Η γυναίκα μου με κροτάφους σχιστόλιθου στέγης θερμοκηπίου
Και πάχνης στα παράθυρα
Η γυναίκα μου με ώμους σαμπάνιας
Και κρήνης με κεφάλια δελφινιών κάτω από πάγο
Η γυναίκα μου με καρπούς χεριών από σπίρτα
Η γυναίκα μου με τα δάχτυλα της τύχης και του άσου κούπα
Με δάχτυλα από κομμένο σανό
Η γυναίκα μου με μασχάλες κουναβιού και καρπού οξιάς
Της νύχτας του Αη-Γιάννη
Από αγριομυρτιά και φωλιά αγγελόψαρων
Με μπράτσα από αφρό της θάλασσας και υδατοφράγματα
Και μείγμα σταριού στο μύλο
Η γυναίκα μου με γάμπες πυροτεχνήματα
Με κινήσεις ωρολογιακές και απόγνωσης
Η γυναίκα μου με πόδια από καρδιά κουφοξυλιάς
Η γυναίκα μου με πόδια αρκτικόλεξα
Με πόδια αρμαθιές κλειδιών, με πόδια από πότες εξωτικά πουλιά
Η γυναίκα μου με λαιμό από μαργαριταρένιο κριθάρι
Η γυναίκα μου με λαιμό κοιλάδας χρυσού
Συνάντησης στο λίκνο του ίδιου του χείμαρρου
Με στήθη από νύχτα
Η γυναίκα μου με στήθη θαλασσινές φωλιές τυφλοπόντικα
Η γυναίκα μου με στήθη χοάνες ρουμπινιών
Με στήθη φάσματος ρόδων στη δροσιά
Η γυναίκα μου με κοιλιά που ξεδιπλώνει τη βεντάλια του χρόνου
Με την κοιλιά γιγάντιου γαμψού νυχιού
Η γυναίκα μου με πλάτη από πουλιά σε κάθετη απόδραση
Με πλάτη υδραργύρου
Με πλάτη από φως
Με αυχένα από στρογγυλεμένη πέτρα και υγρή κιμωλία
Και πτώση ποτηριού που μόλις ήπιαμε
Η γυναίκα μου με γοφούς πλοιαρίου
Με γοφούς πολυελαίου και φτερών βέλους
Και μίσχων φτερών από λευκά παγώνια
Μιας αναίσθητης ισορροπίας
Η γυναίκα μου με γλουτούς από ψαμμίτη και αμίαντο
Η γυναίκα μου με γλουτούς ράχης κύκνου
Η γυναίκα μου με γλουτούς από άνοιξη
Με αιδοίο γλαδιόλας
Η γυναίκα μου με αιδοίο φλέβας χρυσού και ορνιθόρυγχου
Η γυναίκα μου με αιδοίο από φύκια και παλιά καραμέλα
Η γυναίκα μου με αιδοίο καθρέφτη
Η γυναίκα μου με μάτια πλήρη δακρύων
Με μάτια ιώδους πανοπλίας και μαγνητικής βελόνης
Η γυναίκα μου με μάτια σαβάνας
Η γυναίκα μου με μάτια από νερό που πίνεις στη φυλακή
Η γυναίκα μου με μάτια από ξύλο πάντοτε κάτω από τσεκούρι
Με μάτια στη στάθμη του νερού στο ύψος του αέρα της γης και της φωτιάς
--------------------------------------------------------------------------------------
Ο Andre Breton δεν είναι από τους αγαπημένους μου, όμως, πριν από χρόνια, διαβάζοντας το Αισθητικό Τρίπτυχο του Γεωργίου Μουρέλου, διάβασα ένα μικρό απόσπασμα αυτού του ποιήματος και συγκλονίστηκα. Εδώ παρουσιάζεται ολόκληρο σε ελληνική μετάφραση. Για τους γαλλομαθείς το αυθεντικό ποίημα μπορεί να διαβαστεί εδώ.
Σάββατο 17 Ιουλίου 2010
Θα έρθει η μέρα?
Τον οδηγούν, δεμένο, στον άγιο τόπο του μαρτυρίου και τον σταυρώνουν πάνω στον βράχο. Το πρόσωπο συσπάται σε κάθε χτύπημα του σφυριού. Νιώθει τον πόνο, νιώθει την αγωνία, αλλά δεν νιώθει φόβο. Είναι ο αίρων το μέλλον του ανθρώπου, ο πρώτος Μεσσίας, θεός και άνθρωπος μαζί, όχι επειδή τον έθρεψε ανθρώπινη μήτρα, αλλά από αγάπη γι’αυτούς τους εφήμερους, αποκομμένους από το μοιράδι της εξουσίας μιας νέας τάξης πραγμάτων που ήρθε μέσα από φωτιά κι ατσάλι.
Διπλοτσεκάρουν τα δεσμά του κι αποχωρούν. Μένει μόνος μαζί με τους δώδεκα αποστόλους του, μα, αυτός ο τάλας, δεν λυγίζει. Πιο σκληρός από τον βράχο του, πιο δυνατός από τα δεσμά του, στέκει εκεί στην κορυφή του κόσμου γνωρίζοντας την αμαρτία που τον φυλάκισε, προλέγοντας την αμαρτία που θα τον βασανίσει, αναμένοντας τη λύτρωση, που θ’αργήσει αλλά θα’ρθεί, δεκατρείς γενιές μετά.
Ο Προμηθέας γνωρίζει. Αυτό είναι το μεγάλο αμάρτημα του. Η διάδοση της γνώσης της φωτιάς τον φέρνει σιδηροδέσμιο στην κορυφή του Καυκάσου. Η απόκρυψη μιας άλλης, πιο μυστικιστικής και ζωτικής για τον άρχων του κόσμου, θα τον ρίξει στα Τάρταρα όπου θα βασανίζεται για την ευσπλαχνία του με την συστηματική αφαίρεση ενός εκ των σπλάχνων του. Σε μέλλοντα χρόνο, γνωρίζει και γνωρίζουμε, πως αυτό το ίδιο αμάρτημα θα τον ελευθερώσει και μαζί μ’αυτόν όλους εμάς τους ταπεινούς, εν τη κοινή γνώσει, αδελφούς του.
Για τον Αισχύλο, ο Προμηθέας είναι το όχημα μιας έντονης πολιτικής αντίδρασης σε κάθε τι τυρρανικό, ακόμα κι αν αυτό είναι το θεϊκό δικαίωμα στην εξουσία. Ένα παράδοξο για έναν δημοκράτη, αλλά βαθιά θρησκευόμενο ποιητή, ο οποίος στις Ευμενίδες του περιγράφει τον ίδιο τύρρανο, ως δίκαιο και πάνσοφο θεό. Δυστυχώς, δεν γνωρίζουμε αν στον Προμηθέα Λυόμενο, που ακολουθεί, μαζί με τον ήρωα, λύεται και η παρεξήγηση. Αν ο δίκαιος Ζευς αναγνωρίζει στον Προμηθέα την συμβολή του στην ανάληψη της εξουσίας και στον άνθρωπο το δικαίωμα της γνώσης.
Η παράσταση
Μια γυναίκα καθισμένη σε μια χαμηλή πέτρα, κοιτάζει έντρομη το κενό. Δυο άντρες με καφέ κοστούμια στέκονται στην κορυφή της κερκίδας. Γρήγορα κατεβαίνουν τα σκαλιά και ξαπλώνουν με το πρόσωπο στο χώμα και τα χέρια «δεμένα» πισθάγκωνα. Σιγά σιγά, δέκα ακόμα άντρες παίρνουν τη θέση τους κατάχαμα και ο ήχος αλλεπάλληλων πυροβολισμών γεμίζει τον χώρο. Η παράσταση έχει αρχίσει.
Η προσέγγιση ενός αρχαίου δράματος είναι πάντοτε ένα ζήτημα ατελείωτων συζητήσεων, πολλώ δε μάλλον, όταν την προσέγγιση αυτή την κάνει ένας σκηνοθέτης γνωστός για την επιμονή του στην σωματική ερμηνεία των ηθοποιών, κάτι που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον στιβαρό λόγο που χαρακτηρίζει, κυρίως, τις αισχυλικές τραγωδίες.
Ο Θεόδωρος Τερζόπουλος, έκανε, στην τρίτη του, μεταφορά του Προμηθέα Δεσμώτη, μια εξ’αρχής και εξ’ορισμού, αμφιλεγόμενη κίνηση. Ξεγύμνωσε τον Προμηθέα από τον οντολογικό προβληματισμό και ανέδειξε μόνο την πολιτική πλευρά του έργου, επιχειρώντας μια σύνδεση της Τιτανομαχίας και των επακολούθων της με τη σημερινή πολιτική κατάσταση.
Όπως ο ίδιος λέει σε μια συνέντευξη του, ο χορός των Ωκεανίδων είναι μια ομάδα εξαθλιωμένων μεταναστών, δεσμωτών της σημερινής εξουσίας οι οποίοι, ενώ ξεκινούν παραδομένοι στην κατήφεια του μαρτυρίου τους, με την είσοδο του Προμηθέα εναντιώνονται στην εξουσία και ορθώνουν και αυτοί το ανάστημα τους, «γίνονται και αυτοί Προμηθείς», απαντώντας καταφατικά στη, λάιτ μότιφ, ερώτηση της παράστασης: «Θα έρθει μια μέρα?».
Για να το επιτύχει αυτό, ακολουθεί μερικούς ακόμη πιο αμφιλεγόμενους δρόμους.
Επιλέγει ένα σύνολο ηθοποιών και την παρουσίαση του κειμένου σε τρεις γλώσσες, ελληνικά, τούρκικα και γερμανικά, δίνοντας μια παγκοσμιοποιημένη ανάγνωση. Και οι τρεις λαοί δοκιμασμένοι σε συνεχείς πολέμους, κατά καιρούς ηττημένοι και ταπεινωμένοι, και σίγουρα συμμέτοχοι του ζητήματος. Πάνω απ’όλα, δίνει τον Προμηθέα σε έναν, εξαιρετικό, Τούρκο ηθοποιό, αναδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο την κοινή μοίρα των, ακόμα και αντιμαχόμενων, λαών.
Ο Ήφαιστος, το Κράτος και ο Ωκεανός, αναδύονται μέσα από τον χορό, υποδεικνύοντας την άμεση σχέση του δέσμιου με τον δεσμοφύλακα του, του πάσχοντα με τον συμπάσχοντα, ενώ η Ιώ, μια κυνηγημένη μετανάστρια κατά τον σκηνοθέτη, έρχεται απ’έξω υπογραμμίζοντας το πρόβλημα της γυναίκας στην σημερινή κοινωνία και την εμπορευματοποίηση της λευκής, ή και μάυρης, σάρκας της.
Ο Ερμής, σε μια απίστευτη σκηνοθετική έμπνευση, εμφανίζεται ξαφνικά μέσα από το κοινό, ανάμεσα στο οποίο βρίσκεται σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Το τσιράκι της εξουσίας, είναι ένας από εμάς. Δεν είμαστε εμείς άμοιροι των ευθυνών μας. Ίσα ίσα, είμαστε μέτοχοι των δεινών τους. Ο Γερμανός ηθοποιός, σαν δεσμοφύλακας στρατοπέδου συγκέντρωσης, περιπαίζει, χτυπάει, βασανίζει τον ταλαιπωρημένο χορό, ο οποίος σε στάση προσοχής, υπομένει, μα δεν λυγίζει.
Τέλος, κι εδώ βρίσκεται και το πιο αμφιλεγόμενο σημείο της παράστασης, ο σκηνοθέτης εισάγει έναν ακόμα χαρακτήρα (ή μήπως είναι η, βουβή στον Αισχύλο, Βία?). Μια γηραιά κυρία καθισμένη σε μια πέτρα, η οποία είναι παρούσα στη σκηνή πριν την έναρξη της παράστασης και παραμένει και μετά το τέλος της. Από το στόμα της δεν βγαίνουν αισχύλεια λόγια, αλλά, στο Α στάσιμο, μια ανάμνηση ενός, εμφυλίου(?), πολέμου και μιας βασανιστικής απαίτησης για προδοσία και, στο Γ στάσιμο, ένα κείμενο για την καταστροφική μανία της φωτιάς, του θείου δώρου, που ο Προμηθέας έκλεψε για εμάς, κι εμείς χρησιμοποιήσαμε με όλους τους λάθος τρόπους.
Η παράσταση κλείνει αμέσως μετά το χειροκρότημα του κοινού. Ο Τούρκος Προμηθέας μας ζητάει να κάνουμε ησυχία και μας ρωτάει, στα ελληνικά: «Θα έρθει μια μέρα?». Κάποιοι απαντούν, κάποιοι άλλοι όχι. Και αυτή, ακριβώς, είναι και η κατακλείδα της παράστασης. Είμαστε όλοι παρόντες στη σημερινή, τραγική, πολιτική κατάσταση. Κάποιοι από εμάς στεκόμαστε βολεμένοι, αδιάφοροι για τον πόνο και την καταστροφή που μας περιβάλει. Κάποιοι άλλοι, ορθώνουν το ανάστημα τους, απαντούν στο ερώτημα των καιρών και είναι έτοιμοι να γίνουν και αυτοί Προμηθείς.
Εν κατακλείδι, αυτού του κειμένου, η παράσταση του Θεάτρου Άττις ήταν μια τυπική τερζοπούλεια παράσταση. Σωματικές ερμηνείες, γεωμετρική διάταξη των ηθοποιών στο χώρο, εξαιρετική χρήση ήχου και φωτισμού και, πάνω απ’όλα, μια διαφορετική, πιο προσωπική, ματιά σε ένα κείμενο ηλικίας δυόμιση χιλιάδων ετών. Το εγχείρημα στέφθηκε με επιτυχία, με μια μόνο, μικρή, ένσταση. Η τραγωδία του Αισχύλου υπήρξε η αφορμή και το μέσον για την επίτευξη ενός στόχου. Ο τίτλος της παράστασης ως «Προμηθέας Δεσμώτης του Αισχύλου» μοιάζει κάπως παράταιρος. Θεωρώ ότι μια εστιασμένη στο Θέατρο Άττις αναφορά της παράστασης θα ήταν περισσότερο τίμια απέναντι στο, ανυποψίαστο, κοινό. Γιατί το υποψιασμένο, δεν είχε καμμία αμφιβολία για το τι ακριβώς θα παρακολουθούσε.
Ιδιαίτερη αναφορά, τέλος, πρέπει να γίνει στο έργο τέχνης του Γιάννη Κουνέλλη, ενός εκ των σημαντικότερων εκπροσώπων της arte povera παγκοσμίως, που κοσμούσε τους τοίχους του Παλαιού Ελαιουργείου της Ελευσίνας. Μια κατασκευή με σχοινιά και πέτρες ύψους περίπου πέντε μέτρων και συνολικού μήκους περίπου εξήντα, η οποία δέσποζε στον σκηνικό χώρο αναδεικνύοντας τα κοινά, σε όλους μας, δεσμά, αλλά και τον κοινό, μεταξύ μας, δεσμό.
Διπλοτσεκάρουν τα δεσμά του κι αποχωρούν. Μένει μόνος μαζί με τους δώδεκα αποστόλους του, μα, αυτός ο τάλας, δεν λυγίζει. Πιο σκληρός από τον βράχο του, πιο δυνατός από τα δεσμά του, στέκει εκεί στην κορυφή του κόσμου γνωρίζοντας την αμαρτία που τον φυλάκισε, προλέγοντας την αμαρτία που θα τον βασανίσει, αναμένοντας τη λύτρωση, που θ’αργήσει αλλά θα’ρθεί, δεκατρείς γενιές μετά.
Ο Προμηθέας γνωρίζει. Αυτό είναι το μεγάλο αμάρτημα του. Η διάδοση της γνώσης της φωτιάς τον φέρνει σιδηροδέσμιο στην κορυφή του Καυκάσου. Η απόκρυψη μιας άλλης, πιο μυστικιστικής και ζωτικής για τον άρχων του κόσμου, θα τον ρίξει στα Τάρταρα όπου θα βασανίζεται για την ευσπλαχνία του με την συστηματική αφαίρεση ενός εκ των σπλάχνων του. Σε μέλλοντα χρόνο, γνωρίζει και γνωρίζουμε, πως αυτό το ίδιο αμάρτημα θα τον ελευθερώσει και μαζί μ’αυτόν όλους εμάς τους ταπεινούς, εν τη κοινή γνώσει, αδελφούς του.
Για τον Αισχύλο, ο Προμηθέας είναι το όχημα μιας έντονης πολιτικής αντίδρασης σε κάθε τι τυρρανικό, ακόμα κι αν αυτό είναι το θεϊκό δικαίωμα στην εξουσία. Ένα παράδοξο για έναν δημοκράτη, αλλά βαθιά θρησκευόμενο ποιητή, ο οποίος στις Ευμενίδες του περιγράφει τον ίδιο τύρρανο, ως δίκαιο και πάνσοφο θεό. Δυστυχώς, δεν γνωρίζουμε αν στον Προμηθέα Λυόμενο, που ακολουθεί, μαζί με τον ήρωα, λύεται και η παρεξήγηση. Αν ο δίκαιος Ζευς αναγνωρίζει στον Προμηθέα την συμβολή του στην ανάληψη της εξουσίας και στον άνθρωπο το δικαίωμα της γνώσης.
Η παράσταση
Μια γυναίκα καθισμένη σε μια χαμηλή πέτρα, κοιτάζει έντρομη το κενό. Δυο άντρες με καφέ κοστούμια στέκονται στην κορυφή της κερκίδας. Γρήγορα κατεβαίνουν τα σκαλιά και ξαπλώνουν με το πρόσωπο στο χώμα και τα χέρια «δεμένα» πισθάγκωνα. Σιγά σιγά, δέκα ακόμα άντρες παίρνουν τη θέση τους κατάχαμα και ο ήχος αλλεπάλληλων πυροβολισμών γεμίζει τον χώρο. Η παράσταση έχει αρχίσει.
Η προσέγγιση ενός αρχαίου δράματος είναι πάντοτε ένα ζήτημα ατελείωτων συζητήσεων, πολλώ δε μάλλον, όταν την προσέγγιση αυτή την κάνει ένας σκηνοθέτης γνωστός για την επιμονή του στην σωματική ερμηνεία των ηθοποιών, κάτι που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον στιβαρό λόγο που χαρακτηρίζει, κυρίως, τις αισχυλικές τραγωδίες.
Ο Θεόδωρος Τερζόπουλος, έκανε, στην τρίτη του, μεταφορά του Προμηθέα Δεσμώτη, μια εξ’αρχής και εξ’ορισμού, αμφιλεγόμενη κίνηση. Ξεγύμνωσε τον Προμηθέα από τον οντολογικό προβληματισμό και ανέδειξε μόνο την πολιτική πλευρά του έργου, επιχειρώντας μια σύνδεση της Τιτανομαχίας και των επακολούθων της με τη σημερινή πολιτική κατάσταση.
Όπως ο ίδιος λέει σε μια συνέντευξη του, ο χορός των Ωκεανίδων είναι μια ομάδα εξαθλιωμένων μεταναστών, δεσμωτών της σημερινής εξουσίας οι οποίοι, ενώ ξεκινούν παραδομένοι στην κατήφεια του μαρτυρίου τους, με την είσοδο του Προμηθέα εναντιώνονται στην εξουσία και ορθώνουν και αυτοί το ανάστημα τους, «γίνονται και αυτοί Προμηθείς», απαντώντας καταφατικά στη, λάιτ μότιφ, ερώτηση της παράστασης: «Θα έρθει μια μέρα?».
Για να το επιτύχει αυτό, ακολουθεί μερικούς ακόμη πιο αμφιλεγόμενους δρόμους.
Επιλέγει ένα σύνολο ηθοποιών και την παρουσίαση του κειμένου σε τρεις γλώσσες, ελληνικά, τούρκικα και γερμανικά, δίνοντας μια παγκοσμιοποιημένη ανάγνωση. Και οι τρεις λαοί δοκιμασμένοι σε συνεχείς πολέμους, κατά καιρούς ηττημένοι και ταπεινωμένοι, και σίγουρα συμμέτοχοι του ζητήματος. Πάνω απ’όλα, δίνει τον Προμηθέα σε έναν, εξαιρετικό, Τούρκο ηθοποιό, αναδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο την κοινή μοίρα των, ακόμα και αντιμαχόμενων, λαών.
Ο Ήφαιστος, το Κράτος και ο Ωκεανός, αναδύονται μέσα από τον χορό, υποδεικνύοντας την άμεση σχέση του δέσμιου με τον δεσμοφύλακα του, του πάσχοντα με τον συμπάσχοντα, ενώ η Ιώ, μια κυνηγημένη μετανάστρια κατά τον σκηνοθέτη, έρχεται απ’έξω υπογραμμίζοντας το πρόβλημα της γυναίκας στην σημερινή κοινωνία και την εμπορευματοποίηση της λευκής, ή και μάυρης, σάρκας της.
Ο Ερμής, σε μια απίστευτη σκηνοθετική έμπνευση, εμφανίζεται ξαφνικά μέσα από το κοινό, ανάμεσα στο οποίο βρίσκεται σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Το τσιράκι της εξουσίας, είναι ένας από εμάς. Δεν είμαστε εμείς άμοιροι των ευθυνών μας. Ίσα ίσα, είμαστε μέτοχοι των δεινών τους. Ο Γερμανός ηθοποιός, σαν δεσμοφύλακας στρατοπέδου συγκέντρωσης, περιπαίζει, χτυπάει, βασανίζει τον ταλαιπωρημένο χορό, ο οποίος σε στάση προσοχής, υπομένει, μα δεν λυγίζει.
Τέλος, κι εδώ βρίσκεται και το πιο αμφιλεγόμενο σημείο της παράστασης, ο σκηνοθέτης εισάγει έναν ακόμα χαρακτήρα (ή μήπως είναι η, βουβή στον Αισχύλο, Βία?). Μια γηραιά κυρία καθισμένη σε μια πέτρα, η οποία είναι παρούσα στη σκηνή πριν την έναρξη της παράστασης και παραμένει και μετά το τέλος της. Από το στόμα της δεν βγαίνουν αισχύλεια λόγια, αλλά, στο Α στάσιμο, μια ανάμνηση ενός, εμφυλίου(?), πολέμου και μιας βασανιστικής απαίτησης για προδοσία και, στο Γ στάσιμο, ένα κείμενο για την καταστροφική μανία της φωτιάς, του θείου δώρου, που ο Προμηθέας έκλεψε για εμάς, κι εμείς χρησιμοποιήσαμε με όλους τους λάθος τρόπους.
Η παράσταση κλείνει αμέσως μετά το χειροκρότημα του κοινού. Ο Τούρκος Προμηθέας μας ζητάει να κάνουμε ησυχία και μας ρωτάει, στα ελληνικά: «Θα έρθει μια μέρα?». Κάποιοι απαντούν, κάποιοι άλλοι όχι. Και αυτή, ακριβώς, είναι και η κατακλείδα της παράστασης. Είμαστε όλοι παρόντες στη σημερινή, τραγική, πολιτική κατάσταση. Κάποιοι από εμάς στεκόμαστε βολεμένοι, αδιάφοροι για τον πόνο και την καταστροφή που μας περιβάλει. Κάποιοι άλλοι, ορθώνουν το ανάστημα τους, απαντούν στο ερώτημα των καιρών και είναι έτοιμοι να γίνουν και αυτοί Προμηθείς.
Εν κατακλείδι, αυτού του κειμένου, η παράσταση του Θεάτρου Άττις ήταν μια τυπική τερζοπούλεια παράσταση. Σωματικές ερμηνείες, γεωμετρική διάταξη των ηθοποιών στο χώρο, εξαιρετική χρήση ήχου και φωτισμού και, πάνω απ’όλα, μια διαφορετική, πιο προσωπική, ματιά σε ένα κείμενο ηλικίας δυόμιση χιλιάδων ετών. Το εγχείρημα στέφθηκε με επιτυχία, με μια μόνο, μικρή, ένσταση. Η τραγωδία του Αισχύλου υπήρξε η αφορμή και το μέσον για την επίτευξη ενός στόχου. Ο τίτλος της παράστασης ως «Προμηθέας Δεσμώτης του Αισχύλου» μοιάζει κάπως παράταιρος. Θεωρώ ότι μια εστιασμένη στο Θέατρο Άττις αναφορά της παράστασης θα ήταν περισσότερο τίμια απέναντι στο, ανυποψίαστο, κοινό. Γιατί το υποψιασμένο, δεν είχε καμμία αμφιβολία για το τι ακριβώς θα παρακολουθούσε.
Ιδιαίτερη αναφορά, τέλος, πρέπει να γίνει στο έργο τέχνης του Γιάννη Κουνέλλη, ενός εκ των σημαντικότερων εκπροσώπων της arte povera παγκοσμίως, που κοσμούσε τους τοίχους του Παλαιού Ελαιουργείου της Ελευσίνας. Μια κατασκευή με σχοινιά και πέτρες ύψους περίπου πέντε μέτρων και συνολικού μήκους περίπου εξήντα, η οποία δέσποζε στον σκηνικό χώρο αναδεικνύοντας τα κοινά, σε όλους μας, δεσμά, αλλά και τον κοινό, μεταξύ μας, δεσμό.
Πέμπτη 15 Ιουλίου 2010
Ένα πάρτυ... κάποτε
Όσο η Μούσα γίνεται όλο και περισσότερο... λιγότροπη και η ζέστη δεν αφήνει ζωτικό χώρο για σκέψη, τόσο περισσότερο καταφεύγω στη μουσική για λίγη δροσιά.
Εν τω μεταξύ, σήμερα, από το πρωί μου έχει κολλήσει στο μυαλό αυτός ο πρωτοεφηβικός έρωτας
Και το ένα φέρνει τ'άλλο και θυμάμαι παιδικά πάρτυ.
Η Ελένη τα έφτιαξε με τον Γιάννη και η Μαρίνα, που τον αγαπούσε πριν την Ελένη, κλαίει στη ντουλάπα και είναι η ώρα να χορέψουμε "μπλουζ" κι εγώ θέλω να χορέψω με τη Μαρίνα, αλλά αυτή δεν βγαίνει με τίποτα κι έρχεται η Γεωργία και με παίρνει από το χέρι να χορέψουμε, αλλά εγώ δεν θέλω, όμως αυτή επιμένει και με φιλάει στο μάγουλο και χορεύουμε
αλλά εμένα μου αρέσει το καινούργιο του Πρινς
και αυτός ο χαζός ο ξάδελφος της Μπέτυ, που παίζει μουσική, και πάει στο γυμνάσιο δεν το βάζει και σε λίγο θα ανάψουν τα φώτα για την τούρτα και η Μαρίνα δεν έχει βγει ακόμα κι εγώ δεν θα χορέψω μαζί της ποτέ.
Ποτέ...
Και, "να ζήσεις Μπετούλα και χρόνια πολλά..." και μετά αρχίζει πάλι η μουσική, πιο γρήγορη αλλά εμείς προτιμάμε την τούρτα και τα πατατάκια και ο χαζός ο Βαγγέλης έχει βάλει δυο γαριδάκια στη μύτη του και τα κορίτσια χαζογελάνε γιατί ο Βαγγέλης αρέσει σε όλες, ακόμα κι όταν κάνει τέτοια σιχαμένα και η μουσική παίζει
κι εγώ έχω αρχίσει και βαριέμαι και κάποιος λέει να παίξουμε μπουκάλα, αλλά τα κορίτσια σιχαίνονται και δεν θέλουν και η Μαρίνα βγήκε από τη ντουλάπα και τα έφτιαξε με αυτόν τον χαζό, τον Βαγγέλη, που έβαζε τα γαριδάκια στη μύτη, αλλά εμένα δεν με πειράζει γιατί είμαι και παλιοεγωίσταρος, που λέει και η μαμά μου και η Γεωργία μ'αγαπάει και είναι και πιο όμορφη και καλύτερη και η μαμά της φτιάχνει την καλύτερη σπανακόπιτα (μετά τη μαμά μου φυσικά).
Ήρθε η ώρα να φύγουμε, θα μας πάρει ο μπαμπάς του Μάριου, του διπλανού μου, που είναι ήδη κάτω και χτυπάει το κουδούνι, παίρνω τη Γεωργία από το χέρι, ακολουθώ τον Μάριο στο ασανσέρ και το τραγούδι μας αποχαιρετάει
Και μετά ήρθε το καλοκαίρι και τον Σεπτέμβρη ήμασταν, ξανά, όλοι εκεί. Όλοι εκτός από τη Γεωργία, που αρρώστησε και δεν ξαναήρθε ποτέ στο σχολείο. Και τώρα, καμμιά φορά που την βλέπω στον δρόμο ντρέπομαι να της μιλήσω γιατί ήμουν παιδί και δεν άντεχα την παραμόρφωση της. Και θέλω να της πω ότι, τώρα, καταλαβαίνω, τώρα, δεν με πειράζει, αλλά χαμηλώνω το βλέμμα και επιταχύνω το βήμα. Όχι για να την αποφύγω, αλλά για να αποφύγω εμένα...
Εν τω μεταξύ, σήμερα, από το πρωί μου έχει κολλήσει στο μυαλό αυτός ο πρωτοεφηβικός έρωτας
Και το ένα φέρνει τ'άλλο και θυμάμαι παιδικά πάρτυ.
Η Ελένη τα έφτιαξε με τον Γιάννη και η Μαρίνα, που τον αγαπούσε πριν την Ελένη, κλαίει στη ντουλάπα και είναι η ώρα να χορέψουμε "μπλουζ" κι εγώ θέλω να χορέψω με τη Μαρίνα, αλλά αυτή δεν βγαίνει με τίποτα κι έρχεται η Γεωργία και με παίρνει από το χέρι να χορέψουμε, αλλά εγώ δεν θέλω, όμως αυτή επιμένει και με φιλάει στο μάγουλο και χορεύουμε
αλλά εμένα μου αρέσει το καινούργιο του Πρινς
και αυτός ο χαζός ο ξάδελφος της Μπέτυ, που παίζει μουσική, και πάει στο γυμνάσιο δεν το βάζει και σε λίγο θα ανάψουν τα φώτα για την τούρτα και η Μαρίνα δεν έχει βγει ακόμα κι εγώ δεν θα χορέψω μαζί της ποτέ.
Ποτέ...
Και, "να ζήσεις Μπετούλα και χρόνια πολλά..." και μετά αρχίζει πάλι η μουσική, πιο γρήγορη αλλά εμείς προτιμάμε την τούρτα και τα πατατάκια και ο χαζός ο Βαγγέλης έχει βάλει δυο γαριδάκια στη μύτη του και τα κορίτσια χαζογελάνε γιατί ο Βαγγέλης αρέσει σε όλες, ακόμα κι όταν κάνει τέτοια σιχαμένα και η μουσική παίζει
κι εγώ έχω αρχίσει και βαριέμαι και κάποιος λέει να παίξουμε μπουκάλα, αλλά τα κορίτσια σιχαίνονται και δεν θέλουν και η Μαρίνα βγήκε από τη ντουλάπα και τα έφτιαξε με αυτόν τον χαζό, τον Βαγγέλη, που έβαζε τα γαριδάκια στη μύτη, αλλά εμένα δεν με πειράζει γιατί είμαι και παλιοεγωίσταρος, που λέει και η μαμά μου και η Γεωργία μ'αγαπάει και είναι και πιο όμορφη και καλύτερη και η μαμά της φτιάχνει την καλύτερη σπανακόπιτα (μετά τη μαμά μου φυσικά).
Ήρθε η ώρα να φύγουμε, θα μας πάρει ο μπαμπάς του Μάριου, του διπλανού μου, που είναι ήδη κάτω και χτυπάει το κουδούνι, παίρνω τη Γεωργία από το χέρι, ακολουθώ τον Μάριο στο ασανσέρ και το τραγούδι μας αποχαιρετάει
Και μετά ήρθε το καλοκαίρι και τον Σεπτέμβρη ήμασταν, ξανά, όλοι εκεί. Όλοι εκτός από τη Γεωργία, που αρρώστησε και δεν ξαναήρθε ποτέ στο σχολείο. Και τώρα, καμμιά φορά που την βλέπω στον δρόμο ντρέπομαι να της μιλήσω γιατί ήμουν παιδί και δεν άντεχα την παραμόρφωση της. Και θέλω να της πω ότι, τώρα, καταλαβαίνω, τώρα, δεν με πειράζει, αλλά χαμηλώνω το βλέμμα και επιταχύνω το βήμα. Όχι για να την αποφύγω, αλλά για να αποφύγω εμένα...
Σάββατο 10 Ιουλίου 2010
Αμστελόδαμο
Σ’ένα μπαρ κοντά στο Centraal. Μόνος. Ένα ποτήρι μαύρο ρούμι ίδρωνε κάτω από το απλανές βλέμμα μου, καθώς μια αδιάφορη μουσική με αγνοούσε επιδεικτικά. Έκατσε δίπλα μου. Με κοίταξε. Ήταν δεν ήταν δεκαεννιά χρονών, ήταν δεν ήταν όμορφη. Τα ξεθωριασμένα πράσινα μάτια της χαμογελούσαν πιο πολύ κι από το στόμα της και το στρογγυλεμένο πρόσωπο της, φεγγάρι κάτω από το κίτρινο φως, ήταν κατάστικτο από μικρές καφέ πιτσιλιές, θαρρείς βαλμένες εκεί για να υπογραμμίσουν μια εικόνα αθωότητας που έχει χαθεί.
Κερνάω ένα ποτό. Τζιν τόνικ. Αγγλίδα σκέφτομαι. Ναι, από το Νιούκαστλ. Παράξενο, δεν ακούγεται σαν Geordie. Οι γονείς της ήταν από το Λονδίνο. Ήταν? Η μητέρα της πέθανε όταν ήταν δεκατρία, μισούσε τον πατέρα της, ακόμα τον μισεί. Στα δεκαέξι έφυγε με ένα σακίδιο στην πλάτη για μια καλύτερη ζωή, στα δεκαεννιά ήταν στο Άμστερνταμ. Γιατί να πηδιέται για τα άθλια φιλοδωρήματα μια σερβιτόρας, όταν μπορεί να το κάνει για πολλά περισσότερα. Χαμογελάει ξανά. Μέσα από τα δόντια της, καθώς μιλάει, ένα μικρό φώς μοιάζει να ξεπροβάλλει.
Άλλο ένα ρούμι. Κι ένα τζιν. Πάντα με τόνικ. Είναι καλά. Δουλεύει τα πρωινά σε μια βιτρίνα στην Kreupelsteeg και μερικά βράδια σε ένα μπαρ κοντά στο Vodka Museum, όπου σερβίρει γυμνόστηθη. Σήμερα έχει ρεπό. Θέλει να χορέψει. Πολύ μιλήσαμε.
Το μπαρ είναι χωρισμένο στα τρία. Το πρώτο κομμάτι, σαν εστιατόριο, με τραπέζια για τέσσερις και φτηνά κόκκινα τραπεζομάντιλα. Ζευγάρια, νεαρά και ηλικιωμένα κάθονται, πίνουν συζητώντας τα ποτά τους, κυρίως Oranjeboom. Στο δεύτερο κομμάτι καθόμαστε εμείς. Μια ωοειδής ξύλινη μπάρα στο κέντρο, γεμάτη προσκυνητές που σηκώνουν το κεφάλι μόνο για τη μυστικιστική επίκληση τους στο Άγιο Οινόπνευμα και την αναζήτηση του εξομολογητή με το άσπρο πουκάμισο και το μαύρο παπιγιόν. Το τρίτο κομμάτι είναι κλειστό. Μια τζαμαρία σε αφήνει να δεις, αλλά όχι ν’ακούσεις. Τρία ζευγάρια λικνίζονται στους ρυθμούς μιας μουσικής που μόνο να τη μαντέψεις μπορείς. Η εικόνα είναι αστεία.
Με παίρνει από το χέρι. Χορεύουμε. Δεν ξέρω το τραγούδι, ξέρω, όμως το ρυθμό. Πλησιάζει το σώμα της. Ακουμπάει πάνω μου κι ένα φιλί ξεφεύγει από τα χείλη της και προσγειώνεται στα δικά μου. Το στόμα της ακολουθεί μια περίεργη τροχιά και φτάνει στο αυτί μου. Μένει σε ένα δυαράκι εδώ πιο πάνω με άλλες δυο κοπέλες. Είναι μόνη της απόψε. Οι άλλες δουλεύουν. Μπορούμε να περάσουμε τη νύχτα μαζί. Κοιτάω το πρόσωπο της, πιο φωτεινό κι από την ντεμοντέ ντισκομπάλα που κρέμεται πάνω από τα κεφάλια μας. Χαμηλώνει το βλέμμα. Είναι υπέροχη.
Ψελλίζω μια δικαιολογία και την τραβάω έξω από την πίστα. Είμαστε ιδρωμένοι. Ένα ρούμι ακόμα και φεύγουμε. Και ένα τζιν ακόμα. Γελάει. Δεν χρειάζεται να τη μεθύσω. Το ξέρω. Πληρώνω τα ποτά και φεύγουμε. Περπατάμε βιαστικά. Δεν είναι μακριά, εδώ πιο κάτω. Στην επόμενη γωνία στρίβουμε. Στην πόρτα τη φιλάω, ψιθυρίζω μια βιαστική καληνύχτα και φεύγω. Με κοιτάει περίεργα καθώς χάνομαι στο επόμενο στενό σφυρίζοντας. Ανεβαίνει πάνω. Απόψε θα κοιμηθεί μόνη…
Την επόμενη μέρα, τα πόδια μου με σέρνουν προς την Sint Jansstraat. Έχει ένα μικρό coffee shop εκεί που σερβίρει τον καφέ με 2 γκίλντερς μόνο. Χρειάζομαι έναν καφέ επειγόντως. Μια μέρα κουραστική είναι στη μέση της κι εγώ δεν έχω καταφέρει ακόμα να ανοίξω τα μάτια μου. Κοιτάζω δεξιά μου. Ένα μικρό στενό με μια μικρή ταμπέλα. Kreupelsteeg. Τα βήματα μου με οδηγούν ανεπαίσθητα. Προσπερνώ τις βιτρίνες, σχεδόν, αδιάφορα. Την βλέπω. Με κοιτάζει. Είναι δεν είναι δεκαεννιά. Δεν χαμογελάει. Δεν είναι όμορφη. Μπαίνω μέσα. 100 γκίλντερς? 100 γκίλντερς. Βγάζω δυο χαρτονομίσματα και τ’ακουμπάω στο μικρό μπλε κομοδίνο. Περπατάω σιγά προς το κρεβάτι. Οι κουρτίνες κλείνουν και το σκοτάδι απλώνεται στο μικρό δωμάτιο. Γυρίζω προς το μέρος της και το δωμάτιο ξαφνικά γεμίζει με φως.
Κερνάω ένα ποτό. Τζιν τόνικ. Αγγλίδα σκέφτομαι. Ναι, από το Νιούκαστλ. Παράξενο, δεν ακούγεται σαν Geordie. Οι γονείς της ήταν από το Λονδίνο. Ήταν? Η μητέρα της πέθανε όταν ήταν δεκατρία, μισούσε τον πατέρα της, ακόμα τον μισεί. Στα δεκαέξι έφυγε με ένα σακίδιο στην πλάτη για μια καλύτερη ζωή, στα δεκαεννιά ήταν στο Άμστερνταμ. Γιατί να πηδιέται για τα άθλια φιλοδωρήματα μια σερβιτόρας, όταν μπορεί να το κάνει για πολλά περισσότερα. Χαμογελάει ξανά. Μέσα από τα δόντια της, καθώς μιλάει, ένα μικρό φώς μοιάζει να ξεπροβάλλει.
Άλλο ένα ρούμι. Κι ένα τζιν. Πάντα με τόνικ. Είναι καλά. Δουλεύει τα πρωινά σε μια βιτρίνα στην Kreupelsteeg και μερικά βράδια σε ένα μπαρ κοντά στο Vodka Museum, όπου σερβίρει γυμνόστηθη. Σήμερα έχει ρεπό. Θέλει να χορέψει. Πολύ μιλήσαμε.
Το μπαρ είναι χωρισμένο στα τρία. Το πρώτο κομμάτι, σαν εστιατόριο, με τραπέζια για τέσσερις και φτηνά κόκκινα τραπεζομάντιλα. Ζευγάρια, νεαρά και ηλικιωμένα κάθονται, πίνουν συζητώντας τα ποτά τους, κυρίως Oranjeboom. Στο δεύτερο κομμάτι καθόμαστε εμείς. Μια ωοειδής ξύλινη μπάρα στο κέντρο, γεμάτη προσκυνητές που σηκώνουν το κεφάλι μόνο για τη μυστικιστική επίκληση τους στο Άγιο Οινόπνευμα και την αναζήτηση του εξομολογητή με το άσπρο πουκάμισο και το μαύρο παπιγιόν. Το τρίτο κομμάτι είναι κλειστό. Μια τζαμαρία σε αφήνει να δεις, αλλά όχι ν’ακούσεις. Τρία ζευγάρια λικνίζονται στους ρυθμούς μιας μουσικής που μόνο να τη μαντέψεις μπορείς. Η εικόνα είναι αστεία.
Με παίρνει από το χέρι. Χορεύουμε. Δεν ξέρω το τραγούδι, ξέρω, όμως το ρυθμό. Πλησιάζει το σώμα της. Ακουμπάει πάνω μου κι ένα φιλί ξεφεύγει από τα χείλη της και προσγειώνεται στα δικά μου. Το στόμα της ακολουθεί μια περίεργη τροχιά και φτάνει στο αυτί μου. Μένει σε ένα δυαράκι εδώ πιο πάνω με άλλες δυο κοπέλες. Είναι μόνη της απόψε. Οι άλλες δουλεύουν. Μπορούμε να περάσουμε τη νύχτα μαζί. Κοιτάω το πρόσωπο της, πιο φωτεινό κι από την ντεμοντέ ντισκομπάλα που κρέμεται πάνω από τα κεφάλια μας. Χαμηλώνει το βλέμμα. Είναι υπέροχη.
Ψελλίζω μια δικαιολογία και την τραβάω έξω από την πίστα. Είμαστε ιδρωμένοι. Ένα ρούμι ακόμα και φεύγουμε. Και ένα τζιν ακόμα. Γελάει. Δεν χρειάζεται να τη μεθύσω. Το ξέρω. Πληρώνω τα ποτά και φεύγουμε. Περπατάμε βιαστικά. Δεν είναι μακριά, εδώ πιο κάτω. Στην επόμενη γωνία στρίβουμε. Στην πόρτα τη φιλάω, ψιθυρίζω μια βιαστική καληνύχτα και φεύγω. Με κοιτάει περίεργα καθώς χάνομαι στο επόμενο στενό σφυρίζοντας. Ανεβαίνει πάνω. Απόψε θα κοιμηθεί μόνη…
Την επόμενη μέρα, τα πόδια μου με σέρνουν προς την Sint Jansstraat. Έχει ένα μικρό coffee shop εκεί που σερβίρει τον καφέ με 2 γκίλντερς μόνο. Χρειάζομαι έναν καφέ επειγόντως. Μια μέρα κουραστική είναι στη μέση της κι εγώ δεν έχω καταφέρει ακόμα να ανοίξω τα μάτια μου. Κοιτάζω δεξιά μου. Ένα μικρό στενό με μια μικρή ταμπέλα. Kreupelsteeg. Τα βήματα μου με οδηγούν ανεπαίσθητα. Προσπερνώ τις βιτρίνες, σχεδόν, αδιάφορα. Την βλέπω. Με κοιτάζει. Είναι δεν είναι δεκαεννιά. Δεν χαμογελάει. Δεν είναι όμορφη. Μπαίνω μέσα. 100 γκίλντερς? 100 γκίλντερς. Βγάζω δυο χαρτονομίσματα και τ’ακουμπάω στο μικρό μπλε κομοδίνο. Περπατάω σιγά προς το κρεβάτι. Οι κουρτίνες κλείνουν και το σκοτάδι απλώνεται στο μικρό δωμάτιο. Γυρίζω προς το μέρος της και το δωμάτιο ξαφνικά γεμίζει με φως.
Τετάρτη 7 Ιουλίου 2010
Το Όνομα μου είναι Τριάντα Έξι
Δεν μ’εξουσιάζουν. Είναι εκεί, όμως. Μέσα σ’αυτά τα μικρά, ξεπλυμένα καφετί φινιστρίνια, που δίνουν θέα στο πέλαγος. Αλλάζουν το χρώμα και τη σύσταση του, τη γεύση του. Χωρίζουν τη θάλασσα και μου δείχνουν τον πυθμένα. Αγαλλιάζω μα εκείνοι αποχωρούν χορεύοντας. Κατολισθαίνουν στ’αμπάρια, καταλαμβάνουν την κουπαστή, αλλά όχι τη γέφυρα. Δεν μ’εξουσιάζουν…
Δεν με ορίζουν. Μα καθορίζουν την όψη. Μαυρίζουν το άσπρο, ασπρίζουν το μαύρο, γέρνουν τους ώμους, χαμηλώνουν τα βλέφαρα. Μέρα με τη μέρα, αυξάνονται και πληθύνονται. Προστίθενται δεν πολλαπλασιάζονται. Κι εγώ αντιστέκομαι. Τους πολεμώ έναν έναν κι όλους μαζί. Tους εξοντώνω, μα ποτέ μέχρις εσχάτων. Επανέρχονται κάθε πρωί. Μέσα σ’αυτά τα μικρά φινιστρίνια. Πυροδοτούν τη μέρα μου, χαράζουν την τροχιά μου. Αυτοί και όχι η αδράνεια του σύμπαντος, μα δεν με ορίζουν…
Δεν μεμψιμοιρώ. Εγώ είμαι ο Καπετάνιος. Το πλήρωμα μου με ακολουθεί. Πάντα πιστό. Πάντα σε εγρήγορση. Πάντα δικό μου. Πάντα νικητές.
Εν βρασμώ ψυχής, λοιπόν, ξανασυστήνομαι.
Το όνομα μου είναι Έξι…
-----------------------------------------------------------------------------------
καὶ ἐπηρώτα αὐτόν• Τί ὄνομά σοι; καὶ ἀπεκρίθη λέγων• Λεγεὼν ὄνομά μοι, ὅτι πολλοί ἐσμεν.
Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο Κεφ. ε’ Στίχος 9
Δεν με ορίζουν. Μα καθορίζουν την όψη. Μαυρίζουν το άσπρο, ασπρίζουν το μαύρο, γέρνουν τους ώμους, χαμηλώνουν τα βλέφαρα. Μέρα με τη μέρα, αυξάνονται και πληθύνονται. Προστίθενται δεν πολλαπλασιάζονται. Κι εγώ αντιστέκομαι. Τους πολεμώ έναν έναν κι όλους μαζί. Tους εξοντώνω, μα ποτέ μέχρις εσχάτων. Επανέρχονται κάθε πρωί. Μέσα σ’αυτά τα μικρά φινιστρίνια. Πυροδοτούν τη μέρα μου, χαράζουν την τροχιά μου. Αυτοί και όχι η αδράνεια του σύμπαντος, μα δεν με ορίζουν…
Δεν μεμψιμοιρώ. Εγώ είμαι ο Καπετάνιος. Το πλήρωμα μου με ακολουθεί. Πάντα πιστό. Πάντα σε εγρήγορση. Πάντα δικό μου. Πάντα νικητές.
Εν βρασμώ ψυχής, λοιπόν, ξανασυστήνομαι.
Το όνομα μου είναι Έξι…
-----------------------------------------------------------------------------------
καὶ ἐπηρώτα αὐτόν• Τί ὄνομά σοι; καὶ ἀπεκρίθη λέγων• Λεγεὼν ὄνομά μοι, ὅτι πολλοί ἐσμεν.
Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο Κεφ. ε’ Στίχος 9
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)