Ανέκδοτο που άκουσα σήμερα στην εκπομπή του Λάλα στο Star:
Ένα δωδεκάχρονο παιδί ρωτάει τον πατέρα του τι είναι η πολιτική. Ο πατέρας, εμφανώς ικανοποιημένος που ο γιός του αρχίζει να ενδιαφέρεται του απαντάει με ένα παράδειγμα.
"Άκου παιδί μου. Μια χώρα είναι σαν την οικογένεια μας. Η μαμά είναι η κυβέρνηση, κανονίζει τα πάντα. Εγώ είμαι το μεγάλο κεφάλαιο, φέρνω τα χρήματα. Η υπηρέτρια είναι η εργατική τάξη, κάνει όσες δουλειές χρειάζονται να γίνουν. Εσύ είσαι η κοινή γνώμη, βλέπεις και κρίνεις και τέλος το μωρό μας είναι το μέλλον.
Σκέψου τα αυτά που σου είπα και το ξανασυζητάμε αύριο."
Κατά τη διάρκεια της νύχτας ο μικρός ακούει το μωρό να κλαίει και τρέχει να δει τι συμβαίνει. Βλέπει ότι το μωρό έχει "λερωθεί" και πηγαίνει να το πει στους γονείς του, όμως όταν φτάνει στο δωμάτιο τους, βλέπει τη μαμά να κοιμάται και τον μπαμπά να λείπει. Ακούει εκείνη τη στιγμή θόρυβο από το δωμάτιο υπηρεσίας, πηγαίνει να δει και βλέπει τον μπαμπά του και την υπηρέτρια στα τέσσερα.
Πανικόβλητος σκέφτεται τι να κάνει. Να διακόψει τον πατέρα του και να τον ενοχλήσει ή να ξυπνήσει τη μητέρα του με τον κίνδυνο να μάθει την απιστία του πατέρα? Τελικώς, αποφασίζει να κάνει την πάπια και να πάει για ύπνο.
Την επόμενη μέρα πηγαίνει ο πατέρας στον γιό και τον ρωτάει αν σκέφτηκε αυτά που είχαν πει τη χτεσινή μέρα.
"Βέβαια πατέρα και κατέληξα στα εξής. Όταν η κυβέρνηση κοιμάται, το μεγάλο κεφάλαιο πηδάει την εργατική τάξη, η κοινή γνώμη σιωπά και το μέλλον της χώρας είναι βουτηγμένο στα σκατά"
Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2007
Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2007
Each Man Kills the Thing He Loves
Όταν ενώ βαριέσαι αφόρητα μια ταινία (εκτός αν την βρίσκεις με τη θέαση καλογυαλισμένων και καλογυμνασμένων αντρικών σωμάτων, κάτι που δεν συμβαίνει με τον υποφαινόμενο) κάθεσαι να την δεις μέχρι το σημείο που η Jeanne Morreau τραγουδάει ένα κομμάτι από ένα ποίημα
ξέρεις ότι αυτό το ποίημα μιλάει στην καρδιά σου. (Το απόσπασμα είναι από τον Καυγατζή του Φασμπίντερ)
Η Μπαλάντα των Φυλακών του Ρήντιγκ ήταν το τελευταίο γραπτό έργο του Oscar Wilde, το οποίο δεν χωράει εδώ, αλλά για όποιον ενδιαφέρεται υπάρχει εδώ. Το έγραψε υπό το όνομα C.3.3 (κτίριο, όροφος, κελί) μετά από την φυλάκιση του στις φυλακές του Ρήντινγκ, αφού είχε κριθεί ένοχος για ομοφυλοφιλία (η ιστορία είναι λίγο πολύ γνωστή) και έμπνευση του υπήρξε ο συγκρατούμενος του Charles Wooldridge, ο οποίος εκτελέστηκε εκείνη την περίοδο για τον φόνο της γυναίκας του.
Το "επίσημο" θέμα του ποιήματος είναι η θανατική ποινή:
For oak and elm have pleasant leaves
That in the spring-time shoot:
But grim to see is the gallows-tree,
With its adder-bitten root,
And, green or dry, a man must die
Before it bears its fruit!
βλέποντας με κάποιον θαυμασμό τον μελλοθάνατο που αναμένει καρτερικά την τελευταία του μέρα:
He did not wring his hands nor weep,
Nor did he peek or pine,
But he drank the air as though it held
Some healthful anodyne;
With open mouth he drank the sun
As though it had been wine!
αλλά βασικό μοτίβο του είναι η συγχώρεση, η οποία κατά τον Wilde είναι περισσότερο αναγκαία, όσο μεγαλύτερο είναι το έγκλημα:
For each man kills the thing he loves,
Yet each man does not die.
Φυσικά ο δικός του, προσωπικός πόνος για τις συνθήκες φυλάκισης δεν λείπει:
I walked, with other souls in pain
και
Upon that little tent of blue
Which prisoners call the sky,
And at every wandering cloud that trailed
Its raveled fleeces by.
όμως τελικά αυτό το ποίημα είναι μια ακόμα κατηγορία κατά του Λόρδου Alfred Douglas, αλλά και όλων αυτών που σκοτώνουν ότι αγαπούν:
And all men kill the thing they love,
By all let this be heard,
Some do it with a bitter look,
Some with a flattering word,
The coward does it with a kiss,
The brave man with a sword!
ξέρεις ότι αυτό το ποίημα μιλάει στην καρδιά σου. (Το απόσπασμα είναι από τον Καυγατζή του Φασμπίντερ)
Η Μπαλάντα των Φυλακών του Ρήντιγκ ήταν το τελευταίο γραπτό έργο του Oscar Wilde, το οποίο δεν χωράει εδώ, αλλά για όποιον ενδιαφέρεται υπάρχει εδώ. Το έγραψε υπό το όνομα C.3.3 (κτίριο, όροφος, κελί) μετά από την φυλάκιση του στις φυλακές του Ρήντινγκ, αφού είχε κριθεί ένοχος για ομοφυλοφιλία (η ιστορία είναι λίγο πολύ γνωστή) και έμπνευση του υπήρξε ο συγκρατούμενος του Charles Wooldridge, ο οποίος εκτελέστηκε εκείνη την περίοδο για τον φόνο της γυναίκας του.
Το "επίσημο" θέμα του ποιήματος είναι η θανατική ποινή:
For oak and elm have pleasant leaves
That in the spring-time shoot:
But grim to see is the gallows-tree,
With its adder-bitten root,
And, green or dry, a man must die
Before it bears its fruit!
βλέποντας με κάποιον θαυμασμό τον μελλοθάνατο που αναμένει καρτερικά την τελευταία του μέρα:
He did not wring his hands nor weep,
Nor did he peek or pine,
But he drank the air as though it held
Some healthful anodyne;
With open mouth he drank the sun
As though it had been wine!
αλλά βασικό μοτίβο του είναι η συγχώρεση, η οποία κατά τον Wilde είναι περισσότερο αναγκαία, όσο μεγαλύτερο είναι το έγκλημα:
For each man kills the thing he loves,
Yet each man does not die.
Φυσικά ο δικός του, προσωπικός πόνος για τις συνθήκες φυλάκισης δεν λείπει:
I walked, with other souls in pain
και
Upon that little tent of blue
Which prisoners call the sky,
And at every wandering cloud that trailed
Its raveled fleeces by.
όμως τελικά αυτό το ποίημα είναι μια ακόμα κατηγορία κατά του Λόρδου Alfred Douglas, αλλά και όλων αυτών που σκοτώνουν ότι αγαπούν:
And all men kill the thing they love,
By all let this be heard,
Some do it with a bitter look,
Some with a flattering word,
The coward does it with a kiss,
The brave man with a sword!
Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2007
Nevermore!!!
(Στον πάτο υπάρχει διαμαντάκι)
Αφού (ξανα)βρήκα την παιδική μου αθωότητα, είπα να (ξανα)βρω και την παιδική μου... ενοχή. Την ατελείωτη λατρεία για τις φανταστικές ιστορίες τρόμου.
Και ποια η καλύτερη εισαγωγή στον τρόμο για ένα παιδί, από τον πολυαγαπημένο Edgar Allan Poe και φυσικά το πιο διάσημο ποίημα του The Raven. Έπεσα λοιπόν σε αυτήν την απαγγελία από τον, σκιαχτικό από μόνο του, Christopher Walken και τη μεταφέρω κι εδώ, εξαιρετικά αφιερωμένη στη δική μου Lenore.
Once upon a midnight dreary, while I pondered weak and weary,
Over many a quaint and curious volume of forgotten lore,
While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.
'Tis some visitor,' I muttered, 'tapping at my chamber door -
Only this, and nothing more.'
Ah, distinctly I remember it was in the bleak December,
And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
Eagerly I wished the morrow; - vainly I had sought to borrow
From my books surcease of sorrow - sorrow for the lost Lenore -
For the rare and radiant maiden whom the angels named Lenore -
Nameless here for evermore.
And the silken sad uncertain rustling of each purple curtain
Thrilled me - filled me with fantastic terrors never felt before;
So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating
'Tis some visitor entreating entrance at my chamber door -
Some late visitor entreating entrance at my chamber door; -
This it is, and nothing more,'
Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer,
'Sir,' said I, 'or Madam, truly your forgiveness I implore;
But the fact is I was napping, and so gently you came rapping,
And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door,
That I scarce was sure I heard you' - here I opened wide the door; -
Darkness there, and nothing more.
Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing,
Doubting, dreaming dreams no mortal ever dared to dream before
But the silence was unbroken, and the darkness gave no token,
And the only word there spoken was the whispered word, 'Lenore!'
This I whispered, and an echo murmured back the word, 'Lenore!'
Merely this and nothing more.
Back into the chamber turning, all my soul within me burning,
Soon again I heard a tapping somewhat louder than before.
'Surely,' said I, 'surely that is something at my window lattice;
Let me see then, what thereat is, and this mystery explore -
Let my heart be still a moment and this mystery explore; -
'Tis the wind and nothing more!'
Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter,
In there stepped a stately raven of the saintly days of yore.
Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed he;
But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door -
Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door -
Perched, and sat, and nothing more.
Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
By the grave and stern decorum of the countenance it wore,
'Though thy crest be shorn and shaven, thou,' I said, 'art sure no craven.
Ghastly grim and ancient raven wandering from the nightly shore -
Tell me what thy lordly name is on the Night's Plutonian shore!'
Quoth the raven, 'Nevermore.'
Much I marvelled this ungainly fowl to hear discourse so plainly,
Though its answer little meaning - little relevancy bore;
For we cannot help agreeing that no living human being
Ever yet was blessed with seeing bird above his chamber door -
Bird or beast above the sculptured bust above his chamber door,
With such name as `Nevermore.'
But the raven, sitting lonely on the placid bust, spoke only,
That one word, as if his soul in that one word he did outpour.
Nothing further then he uttered - not a feather then he fluttered -
Till I scarcely more than muttered 'Other friends have flown before -
On the morrow will he leave me, as my hopes have flown before.'
Then the bird said, 'Nevermore.'
Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken,
'Doubtless', said I, 'what it utters is its only stock and store,
Caught from some unhappy master whom unmerciful disaster
Followed fast and followed faster till his songs one burden bore -
Till the dirges of his hope that melancholy burden bore
Of "Never-nevermore."'
But the raven still beguiling all my sad soul into smiling,
Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird and bust and door;
Then, upon the velvet sinking, I betook myself to linking
Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore -
What this grim, ungainly, gaunt, and ominous bird of yore
Meant in croaking 'Nevermore.'
This I sat engaged in guessing, but no syllable expressing
To the fowl whose fiery eyes now burned into my bosom's core;
This and more I sat divining, with my head at ease reclining
On the cushion's velvet lining that the lamp-light gloated o'er,
But whose velvet violet lining with the lamp-light gloating o'er,
She shall press, ah, nevermore!
Then, methought, the air grew denser, perfumed from an unseen censer
Swung by Seraphim whose foot-falls tinkled on the tufted floor.
'Wretch,' I cried, 'thy God hath lent thee - by these angels he has sent thee
Respite - respite and nepenthe from thy memories of Lenore!
Quaff, oh quaff this kind nepenthe, and forget this lost Lenore!'
Quoth the raven, 'Nevermore.'
'Prophet!' said I, `thing of evil! - prophet still, if bird or devil! -
Whether tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore,
Desolate yet all undaunted, on this desert land enchanted -
On this home by horror haunted - tell me truly, I implore -
Is there - is there balm in Gilead? - tell me - tell me, I implore!'
Quoth the raven, 'Nevermore.'
'Prophet!' said I, 'thing of evil! - prophet still, if bird or devil!
By that Heaven that bends above us - by that God we both adore -
Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn,
It shall clasp a sainted maiden whom the angels named Lenore -
Clasp a rare and radiant maiden, whom the angels named Lenore?'
Quoth the raven, 'Nevermore.'
'Be that word our sign of parting, bird or fiend!' I shrieked upstarting -
'Get thee back into the tempest and the Night's Plutonian shore!
Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!
Leave my loneliness unbroken! - quit the bust above my door!
Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!'
Quoth the raven, 'Nevermore.'
And the raven, never flitting, still is sitting, still is sitting
On the pallid bust of Pallas just above my chamber door;
And his eyes have all the seeming of a demon's that is dreaming,
And the lamp-light o'er him streaming throws his shadow on the floor;
And my soul from out that shadow that lies floating on the floor
Shall be lifted - nevermore!
Κι επειδή μπορεί να σκιαχτήκατε, έψαξα και βρήκα ένα μικρό ταινιάκι που είχε φτιάξει ο Tim Burton το 1982, με την τεχνική του stop motion, για το μεγάλο ίνδαλμα του, τον Vincent Price, ο οποίος και συμμετέχει σε αυτό το μικρό αριστούργημα.
Αφού (ξανα)βρήκα την παιδική μου αθωότητα, είπα να (ξανα)βρω και την παιδική μου... ενοχή. Την ατελείωτη λατρεία για τις φανταστικές ιστορίες τρόμου.
Και ποια η καλύτερη εισαγωγή στον τρόμο για ένα παιδί, από τον πολυαγαπημένο Edgar Allan Poe και φυσικά το πιο διάσημο ποίημα του The Raven. Έπεσα λοιπόν σε αυτήν την απαγγελία από τον, σκιαχτικό από μόνο του, Christopher Walken και τη μεταφέρω κι εδώ, εξαιρετικά αφιερωμένη στη δική μου Lenore.
Once upon a midnight dreary, while I pondered weak and weary,
Over many a quaint and curious volume of forgotten lore,
While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.
'Tis some visitor,' I muttered, 'tapping at my chamber door -
Only this, and nothing more.'
Ah, distinctly I remember it was in the bleak December,
And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
Eagerly I wished the morrow; - vainly I had sought to borrow
From my books surcease of sorrow - sorrow for the lost Lenore -
For the rare and radiant maiden whom the angels named Lenore -
Nameless here for evermore.
And the silken sad uncertain rustling of each purple curtain
Thrilled me - filled me with fantastic terrors never felt before;
So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating
'Tis some visitor entreating entrance at my chamber door -
Some late visitor entreating entrance at my chamber door; -
This it is, and nothing more,'
Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer,
'Sir,' said I, 'or Madam, truly your forgiveness I implore;
But the fact is I was napping, and so gently you came rapping,
And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door,
That I scarce was sure I heard you' - here I opened wide the door; -
Darkness there, and nothing more.
Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing,
Doubting, dreaming dreams no mortal ever dared to dream before
But the silence was unbroken, and the darkness gave no token,
And the only word there spoken was the whispered word, 'Lenore!'
This I whispered, and an echo murmured back the word, 'Lenore!'
Merely this and nothing more.
Back into the chamber turning, all my soul within me burning,
Soon again I heard a tapping somewhat louder than before.
'Surely,' said I, 'surely that is something at my window lattice;
Let me see then, what thereat is, and this mystery explore -
Let my heart be still a moment and this mystery explore; -
'Tis the wind and nothing more!'
Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter,
In there stepped a stately raven of the saintly days of yore.
Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed he;
But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door -
Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door -
Perched, and sat, and nothing more.
Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
By the grave and stern decorum of the countenance it wore,
'Though thy crest be shorn and shaven, thou,' I said, 'art sure no craven.
Ghastly grim and ancient raven wandering from the nightly shore -
Tell me what thy lordly name is on the Night's Plutonian shore!'
Quoth the raven, 'Nevermore.'
Much I marvelled this ungainly fowl to hear discourse so plainly,
Though its answer little meaning - little relevancy bore;
For we cannot help agreeing that no living human being
Ever yet was blessed with seeing bird above his chamber door -
Bird or beast above the sculptured bust above his chamber door,
With such name as `Nevermore.'
But the raven, sitting lonely on the placid bust, spoke only,
That one word, as if his soul in that one word he did outpour.
Nothing further then he uttered - not a feather then he fluttered -
Till I scarcely more than muttered 'Other friends have flown before -
On the morrow will he leave me, as my hopes have flown before.'
Then the bird said, 'Nevermore.'
Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken,
'Doubtless', said I, 'what it utters is its only stock and store,
Caught from some unhappy master whom unmerciful disaster
Followed fast and followed faster till his songs one burden bore -
Till the dirges of his hope that melancholy burden bore
Of "Never-nevermore."'
But the raven still beguiling all my sad soul into smiling,
Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird and bust and door;
Then, upon the velvet sinking, I betook myself to linking
Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore -
What this grim, ungainly, gaunt, and ominous bird of yore
Meant in croaking 'Nevermore.'
This I sat engaged in guessing, but no syllable expressing
To the fowl whose fiery eyes now burned into my bosom's core;
This and more I sat divining, with my head at ease reclining
On the cushion's velvet lining that the lamp-light gloated o'er,
But whose velvet violet lining with the lamp-light gloating o'er,
She shall press, ah, nevermore!
Then, methought, the air grew denser, perfumed from an unseen censer
Swung by Seraphim whose foot-falls tinkled on the tufted floor.
'Wretch,' I cried, 'thy God hath lent thee - by these angels he has sent thee
Respite - respite and nepenthe from thy memories of Lenore!
Quaff, oh quaff this kind nepenthe, and forget this lost Lenore!'
Quoth the raven, 'Nevermore.'
'Prophet!' said I, `thing of evil! - prophet still, if bird or devil! -
Whether tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore,
Desolate yet all undaunted, on this desert land enchanted -
On this home by horror haunted - tell me truly, I implore -
Is there - is there balm in Gilead? - tell me - tell me, I implore!'
Quoth the raven, 'Nevermore.'
'Prophet!' said I, 'thing of evil! - prophet still, if bird or devil!
By that Heaven that bends above us - by that God we both adore -
Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn,
It shall clasp a sainted maiden whom the angels named Lenore -
Clasp a rare and radiant maiden, whom the angels named Lenore?'
Quoth the raven, 'Nevermore.'
'Be that word our sign of parting, bird or fiend!' I shrieked upstarting -
'Get thee back into the tempest and the Night's Plutonian shore!
Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!
Leave my loneliness unbroken! - quit the bust above my door!
Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!'
Quoth the raven, 'Nevermore.'
And the raven, never flitting, still is sitting, still is sitting
On the pallid bust of Pallas just above my chamber door;
And his eyes have all the seeming of a demon's that is dreaming,
And the lamp-light o'er him streaming throws his shadow on the floor;
And my soul from out that shadow that lies floating on the floor
Shall be lifted - nevermore!
Κι επειδή μπορεί να σκιαχτήκατε, έψαξα και βρήκα ένα μικρό ταινιάκι που είχε φτιάξει ο Tim Burton το 1982, με την τεχνική του stop motion, για το μεγάλο ίνδαλμα του, τον Vincent Price, ο οποίος και συμμετέχει σε αυτό το μικρό αριστούργημα.
Δευτέρα 27 Αυγούστου 2007
Οι ασύμμετρες απειλές και η χώρα που γέννησε τη συμμετρία
Συμμετρία
Λέξη ελληνική και σύνθετη από τις λέξεις συν και μέτρο. Θεωρητικώς και πρακτικώς αμετάφραστη σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα, είναι μια από τις μεγαλύτερες κατακτήσεις του ανθρώπινου πνεύματος, που οφείλουμε στους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και μαθηματικούς. Μεγάλο ρόλο έχει διαδραματίσει στη Γεωμετρία του Ευκλείδη και στα δίπολα της ελληνικής φιλοσοφίας, κυρίως του Ηράκλειτου και του Αριστοτέλη.
Κοινώς, συμμετρία ονομάζουμε την αρμονία που παρατηρείται είτε ανάμεσα στα μέρη που αποτελούν ένα αντικείμενο, είτε ανάμεσα σε διαφορετικά πράγματα και πηγάζει από κανονικές αναλογίες. (Live-pedia)

Ασύμμετρος Απειλή
Ενδιαφέρον ορισμός δίδεται από την Wikipedia στο λήμμα Assymetric Warfare, αλλά λόγω απίστευτης τεμπελιάς αντιγράφω την υπέροχη μετάφραση που έκανε η Εργατική Ως Μέλισσα Θεά Αφροδίτη (ελπίζω να μην κατηγορηθώ για κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας):
"Ο όρος αυτός καθιερώθηκε προκειμένου ν΄ αντιμετωπισθούν σύγχρονες "δυναμικές" δράσης στις οποίες και παρατηρούνται νέες τακτικές και χρήσεις όπλων, πέρα από τα γνωστά καθιερωμένα. Παρά ταύτα για τις ασύμμετρες απειλές (asymmetric threats) και τον ασύμμετρο πόλεμο (asymmetric warfare) δεν υπάρχουν απόλυτα συμφωνημένοι ορισμοί και τούτο προκειμένου οι σχεδιασμοί να προλαμβάνουν πιθανές δράσεις και μέσα. Έτσι ο όρος χρησιμοποιείται επίσης ευρύτατα και από ειδικές αστυνομικές δυνάμεις καταστολής και ιδιαίτερα σε θέματα περισσότερο αποτροπής παρά αντιμετώπισης επαπειλούμενων τρομοκρατικών προσβολών - επιθέσεων.
Γενικά, ασύμμετρος θεωρείται ο πόλεμος που διενεργείται από οργανωμένες μη-συμβατικές ομάδες, βασίζεται στην αναίρεση των κανόνων του δικαίου και του δικαίου του πολέμου, ενώ χρησιμοποιεί κυρίως χαμηλού σχετικά κόστους όπλα και επιχειρησιακή δράση που προκαλεί όμως, δυσανάλογα, μεγάλου (ασύμμετρου) κόστους αποτελέσματα στον υπέρτερο αντίπαλο, τόσο σε ανθρώπινες ζωές και υλικό όσο και σε ψυχολογικό και κοινωνικό κόστος.
Κύριος δε σκοπός του δεν είναι ασφαλώς η αναμέτρηση αλλά η εξασθένιση/κάμψη της αποφασιστικότητας και της αποτελεσματικής χρήσης των συντελεστών ισχύος του υπέρτερου αντιπάλου."
Κοινώς μιλάμε για το γνωστό μας αντάρτικο, μόνο που απ' ότι φαίνεται οι αντάρτες βγήκαν από τις πόλεις και μπήκαν στα δάση.
Ουσιαστικά αυτή είναι η νέα τάση της μόδας στην πολιτική ζωή του τόπου και ξεκίνησε από το χθεσινό υπουργικό συμβούλιο. Το υπέροχο αυτό μοντέλο, το οποίο αναμένεται να φορεθεί ως καθημερινό ένδυμα μέχρι και τις 16 Σεπτεμβρίου, χρησιμεύει και ως "αντιευθυνική" πανοπλία για κυβερνητικά στελέχη και φιλοκυβερνητικά παπαγαλάκια.
Έτσι απλά, χωρίς καμιά άλλη εξήγηση, η πλήρης παράλυση του κρατικού μηχανισμού δικαιολογείται, αφού κάποιοι ανθέλληνες αποφάσισαν να καταστρέψουν τη χώρα.
Τώρα γιατί δεν υπάρχει ευθύνη που κάποιοι τυχάρπαστοι αντάρτες κατάφεραν να αλωνίζουν μέσα σε ένα, υποτίθεται, οργανωμένο κράτος είναι μια απορία που μάλλον δεν θα απαντηθεί από κανέναν...
Λέξη ελληνική και σύνθετη από τις λέξεις συν και μέτρο. Θεωρητικώς και πρακτικώς αμετάφραστη σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα, είναι μια από τις μεγαλύτερες κατακτήσεις του ανθρώπινου πνεύματος, που οφείλουμε στους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και μαθηματικούς. Μεγάλο ρόλο έχει διαδραματίσει στη Γεωμετρία του Ευκλείδη και στα δίπολα της ελληνικής φιλοσοφίας, κυρίως του Ηράκλειτου και του Αριστοτέλη.
Κοινώς, συμμετρία ονομάζουμε την αρμονία που παρατηρείται είτε ανάμεσα στα μέρη που αποτελούν ένα αντικείμενο, είτε ανάμεσα σε διαφορετικά πράγματα και πηγάζει από κανονικές αναλογίες. (Live-pedia)

Ασύμμετρος Απειλή
Ενδιαφέρον ορισμός δίδεται από την Wikipedia στο λήμμα Assymetric Warfare, αλλά λόγω απίστευτης τεμπελιάς αντιγράφω την υπέροχη μετάφραση που έκανε η Εργατική Ως Μέλισσα Θεά Αφροδίτη (ελπίζω να μην κατηγορηθώ για κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας):
"Ο όρος αυτός καθιερώθηκε προκειμένου ν΄ αντιμετωπισθούν σύγχρονες "δυναμικές" δράσης στις οποίες και παρατηρούνται νέες τακτικές και χρήσεις όπλων, πέρα από τα γνωστά καθιερωμένα. Παρά ταύτα για τις ασύμμετρες απειλές (asymmetric threats) και τον ασύμμετρο πόλεμο (asymmetric warfare) δεν υπάρχουν απόλυτα συμφωνημένοι ορισμοί και τούτο προκειμένου οι σχεδιασμοί να προλαμβάνουν πιθανές δράσεις και μέσα. Έτσι ο όρος χρησιμοποιείται επίσης ευρύτατα και από ειδικές αστυνομικές δυνάμεις καταστολής και ιδιαίτερα σε θέματα περισσότερο αποτροπής παρά αντιμετώπισης επαπειλούμενων τρομοκρατικών προσβολών - επιθέσεων.
Γενικά, ασύμμετρος θεωρείται ο πόλεμος που διενεργείται από οργανωμένες μη-συμβατικές ομάδες, βασίζεται στην αναίρεση των κανόνων του δικαίου και του δικαίου του πολέμου, ενώ χρησιμοποιεί κυρίως χαμηλού σχετικά κόστους όπλα και επιχειρησιακή δράση που προκαλεί όμως, δυσανάλογα, μεγάλου (ασύμμετρου) κόστους αποτελέσματα στον υπέρτερο αντίπαλο, τόσο σε ανθρώπινες ζωές και υλικό όσο και σε ψυχολογικό και κοινωνικό κόστος.
Κύριος δε σκοπός του δεν είναι ασφαλώς η αναμέτρηση αλλά η εξασθένιση/κάμψη της αποφασιστικότητας και της αποτελεσματικής χρήσης των συντελεστών ισχύος του υπέρτερου αντιπάλου."
Κοινώς μιλάμε για το γνωστό μας αντάρτικο, μόνο που απ' ότι φαίνεται οι αντάρτες βγήκαν από τις πόλεις και μπήκαν στα δάση.
Ουσιαστικά αυτή είναι η νέα τάση της μόδας στην πολιτική ζωή του τόπου και ξεκίνησε από το χθεσινό υπουργικό συμβούλιο. Το υπέροχο αυτό μοντέλο, το οποίο αναμένεται να φορεθεί ως καθημερινό ένδυμα μέχρι και τις 16 Σεπτεμβρίου, χρησιμεύει και ως "αντιευθυνική" πανοπλία για κυβερνητικά στελέχη και φιλοκυβερνητικά παπαγαλάκια.
Έτσι απλά, χωρίς καμιά άλλη εξήγηση, η πλήρης παράλυση του κρατικού μηχανισμού δικαιολογείται, αφού κάποιοι ανθέλληνες αποφάσισαν να καταστρέψουν τη χώρα.
Τώρα γιατί δεν υπάρχει ευθύνη που κάποιοι τυχάρπαστοι αντάρτες κατάφεραν να αλωνίζουν μέσα σε ένα, υποτίθεται, οργανωμένο κράτος είναι μια απορία που μάλλον δεν θα απαντηθεί από κανέναν...
Κυριακή 26 Αυγούστου 2007
Μια προσωπική πύρινη εμπειρία
Κάποια στιγμή, πριν από αρκετό καιρό, χρειάστηκε να βρεθώ αντιμέτωπος με ένα απανθρακωμένο πτώμα. Δεν έχει σημασία που, πως και γιατί, αλλά θέλω να μοιραστώ αυτήν την εμπειρία, για λόγους που ελπίζω να γίνουν προφανείς.
Ένα αυτοκίνητο στις φλόγες, μια ομάδα πυροσβεστών, ΕΚΑΒίτων και διασωστών, το όλον του σκηνικού. Η μυρωδιά της καμμένης ανθρώπινης σάρκας, αποκρουστική, περισσότερο στο μυαλό παρά στη μύτη και η όψη του απαλλαγμένου από χαρακτηριστικά προσώπου, μια φρικτή μάσκα τρόμου. Όμως, έμεινα εκεί, στην περισυλλογή των υπολειμάτων, στην τοποθέτηση στη γνωστή σακούλα, στη μεταφορά στο ασθενοφόρο, χωρίς δισταγμό ούτε καν μια δεύτερη σκέψη.
Πέρασε πάνω από μισή ώρα αφού είχα φύγει για ν' αρχίσουν οι πρώτες σκέψεις. Τι ακριβώς έγινε, πως έγινε. Σήμερα αναρωτιέμαι, πως ο άνθρωπος που βάζει τα κλάμματα βλέποντας τις φωτιές στην Ζαχάρω, στάθηκε ατάραχος πάνω από ένα διαμελισμένο πτώμα και χωρίς ούτε μια μικρή σύσπαση του προσώπου έκλεισε το φερμουάρ.
Έδωσα την απάντηση μόνος μου. Όταν πράττεις δεν σκέφτεσαι, ούτε νιώθεις. Όταν έχεις συναίσθηση της ευθύνης που αναλαμβάνεις, δεν χωρούν συναισθηματισμοί και κούφια λόγια. Δεν έχεις τον χρόνο. Είσαι εκεί, πρώτα αντιμέτωπος με τον εαυτό σου και μετά με τη φρίκη του γεγονότος. Αν έχεις τα κότσια στέκεσαι, αν όχι λυγίζεις και φεύγεις.
Βλέπω κι ακούω τους πολιτικούς να νιώθουν. Οργή, οδύνη, αποτροπιασμό. Όλα εκτος από ντροπή και σκέφτομαι ότι γι' αυτό νιώθουν. Γιατί δεν πράττουν.
Ένα αυτοκίνητο στις φλόγες, μια ομάδα πυροσβεστών, ΕΚΑΒίτων και διασωστών, το όλον του σκηνικού. Η μυρωδιά της καμμένης ανθρώπινης σάρκας, αποκρουστική, περισσότερο στο μυαλό παρά στη μύτη και η όψη του απαλλαγμένου από χαρακτηριστικά προσώπου, μια φρικτή μάσκα τρόμου. Όμως, έμεινα εκεί, στην περισυλλογή των υπολειμάτων, στην τοποθέτηση στη γνωστή σακούλα, στη μεταφορά στο ασθενοφόρο, χωρίς δισταγμό ούτε καν μια δεύτερη σκέψη.
Πέρασε πάνω από μισή ώρα αφού είχα φύγει για ν' αρχίσουν οι πρώτες σκέψεις. Τι ακριβώς έγινε, πως έγινε. Σήμερα αναρωτιέμαι, πως ο άνθρωπος που βάζει τα κλάμματα βλέποντας τις φωτιές στην Ζαχάρω, στάθηκε ατάραχος πάνω από ένα διαμελισμένο πτώμα και χωρίς ούτε μια μικρή σύσπαση του προσώπου έκλεισε το φερμουάρ.
Έδωσα την απάντηση μόνος μου. Όταν πράττεις δεν σκέφτεσαι, ούτε νιώθεις. Όταν έχεις συναίσθηση της ευθύνης που αναλαμβάνεις, δεν χωρούν συναισθηματισμοί και κούφια λόγια. Δεν έχεις τον χρόνο. Είσαι εκεί, πρώτα αντιμέτωπος με τον εαυτό σου και μετά με τη φρίκη του γεγονότος. Αν έχεις τα κότσια στέκεσαι, αν όχι λυγίζεις και φεύγεις.
Βλέπω κι ακούω τους πολιτικούς να νιώθουν. Οργή, οδύνη, αποτροπιασμό. Όλα εκτος από ντροπή και σκέφτομαι ότι γι' αυτό νιώθουν. Γιατί δεν πράττουν.
Σάββατο 25 Αυγούστου 2007
Η "Γενοκτονία" των Οινοφύτων
Τις τελευταίες μέρες έγινε γνωστό το θέμα της μόλυσνης του ποταμού Ασωπού, έπειτα από πρωτοβουλία του τηλεοπτικού σταθμού ΣΚΑΙ. Τα δεδομένα της υπόθεσης είναι πολύ απλά. 180 περίπου εταιρίες στην περιοχή επεξεργάζονται βαρέα μέταλλα, τα οποία και διοχετεύουν στον ποταμό, ο οποίος, πλέον, έχει γίνει κόκκινος.
Οι μετρήσεις του Γενικού Χημείου του Κράτους δείχνουν ότι η συγκέντρωση εξασθενούς χρωμίου στο νερό του Ασωπού ξεπερνά τα 50.000 μg/κυβικό μέτρο. Για να γίνει αντιληπτό το τερατώδες αυτού του αριθμού, πρέπει να αναφέρουμε την πιο γνωστή περίπτωση μόλυσνης από εξασθενές χρώμιο, την υπόθεση Χίκνεϊ.
Στο Χίκνεϊ της Νότιας Καλιφόρνιας, μια εταιρία παραγωγής ρεύματος μόλυνε το νερό της περιοχής με εξασθενές χρώμιο. Η ανάλυση που είχε γίνει είχε δείξει συγκέντρωση 22 μg/κυβικό μέτρο. Μιλάμε δηλαδή για συγκέντρωση στον Ασωπό περίπου 2.500 φορές μεγαλύτερη απ' ότι στο Χίκνεϊ.
Αν αναλογιστούμε την "επιδημία" καρκίνου του πνεύμονα που εμφανίστηκε στο Χίκνεϊ και με δεδομένη την διόγκωση του προβλήματος, λόγω της αυξημένης συγκέντρωσης εξασθενούς χρωμίου, μπορούμε άνετα να μιλήσουμε για δολοφονική επίθεση κατά των 30.000 κατοίκων της γύρω περιοχής.
Οι κάτοικοι έχουν ξεσηκωθεί και είναι έτοιμοι για οποιαδήποτε κίνηση χρειαστεί, ενώ στο πλευρό τους προστρέχει η κυρία Έριν Μπρόκοβιτς, γνωστή από την ομώνυμη ταινία (που πραγματευόταν την υπόθεση Χίκνεϊ), η οποία εμφανίζεται διατεθειμένη, αρχικά να προσφύγει στον Ο.Η.Ε. και ακολούθως να μεταβεί στη χώρα μας για να βοηθήσει στις κινητοποιήσεις των κατοίκων.
Περισσότερα για την Έριν Μπρόκοβιτς και τον Ασωπό στα Νέα και το ρεπορτάζ της Εύης Σαλτού
Οι μετρήσεις του Γενικού Χημείου του Κράτους δείχνουν ότι η συγκέντρωση εξασθενούς χρωμίου στο νερό του Ασωπού ξεπερνά τα 50.000 μg/κυβικό μέτρο. Για να γίνει αντιληπτό το τερατώδες αυτού του αριθμού, πρέπει να αναφέρουμε την πιο γνωστή περίπτωση μόλυσνης από εξασθενές χρώμιο, την υπόθεση Χίκνεϊ.
Στο Χίκνεϊ της Νότιας Καλιφόρνιας, μια εταιρία παραγωγής ρεύματος μόλυνε το νερό της περιοχής με εξασθενές χρώμιο. Η ανάλυση που είχε γίνει είχε δείξει συγκέντρωση 22 μg/κυβικό μέτρο. Μιλάμε δηλαδή για συγκέντρωση στον Ασωπό περίπου 2.500 φορές μεγαλύτερη απ' ότι στο Χίκνεϊ.
Αν αναλογιστούμε την "επιδημία" καρκίνου του πνεύμονα που εμφανίστηκε στο Χίκνεϊ και με δεδομένη την διόγκωση του προβλήματος, λόγω της αυξημένης συγκέντρωσης εξασθενούς χρωμίου, μπορούμε άνετα να μιλήσουμε για δολοφονική επίθεση κατά των 30.000 κατοίκων της γύρω περιοχής.
Οι κάτοικοι έχουν ξεσηκωθεί και είναι έτοιμοι για οποιαδήποτε κίνηση χρειαστεί, ενώ στο πλευρό τους προστρέχει η κυρία Έριν Μπρόκοβιτς, γνωστή από την ομώνυμη ταινία (που πραγματευόταν την υπόθεση Χίκνεϊ), η οποία εμφανίζεται διατεθειμένη, αρχικά να προσφύγει στον Ο.Η.Ε. και ακολούθως να μεταβεί στη χώρα μας για να βοηθήσει στις κινητοποιήσεις των κατοίκων.
Περισσότερα για την Έριν Μπρόκοβιτς και τον Ασωπό στα Νέα και το ρεπορτάζ της Εύης Σαλτού
Παρασκευή 10 Αυγούστου 2007
Η ζωή και δυο μπυρίτσες ακόμα
Η ιστορία είναι παλιά, αλλά εγώ τη διάβασα σχετικά πρόσφατα στην εφημερίδα Sportday από τον Χρίστο Χαρλαμπόπουλο, έναν εκ των κορυφαίων, σοβαροτέρων και λιγοστών σκεπτόμενων αθλητικογράφων. Θεωρητικά είναι αληθινή αλλά δεν ενθυμούμαι πρόσωπα και περιοχές. Ελπίζω να τη μεταφέρω σωστά.
Κάποιος καθηγητής μπαίνει στην αίθουσα του πανεπιστημίου που διδάσκει με ένα γυάλινο βάζο και μια κούτα. Αρχικά βγάζει από την κούτα μερικές πέτρες και τις αδειάζει στο βάζο μέχρι να το γεμίσει.
Είναι γεμάτο το βάζο? ρωτάει τους απορημένους φοιτητές του.
Ναι, ήταν η απάντηση.
Στη συνέχεια, χωρίς να μιλήσει πήρε από την κούτα μερικά βοτσαλάκια, τα πρόσθεσε στο βάζο και κουνωντας το άφησε τα μικρά βότσαλα να κυλήσουν ανάμεσα στις πέτρες, μέχρι να μη χωράνε άλλα.
Τώρα είναι γεμάτο? ξαναρώτησε.
Πάλι καταφατική η απάντηση, αλλά ο καθηγητής δεν είχε τελειώσει. Πήρε από την κούτα μια σακούλα με άμμο και άρχισε να την αδειάζει στο βάζο μεχρι να γεμίσουν όλα τα κενά ανάμεσα στις πέτρες και τα βότσαλα.
Τώρα, γέμισε το βάζο?
Ναι, ήταν πάλι η απάντηση.
Ο καθηγητής, χαμογελώντας, βγάζει από την κούτα δυο μπύρες και τις αδειάζει μέσα στο βάζο μέχρι να ξεχειλίσει, οπότε ρωτάει για τελευταία φορά. Τώρα το βάζο είναι γεμάτο?
ΝΑΙ!!!
Τώρα, λέει, θέλω να θεωρήσετε ότι αυτό το βάζο είναι η ζωή σας.
Οι πέτρες είναι τα σημαντικά πράγματα στη ζωή. Οι οικογένεια σας, ο σύντροφός σας, οι φίλοι σας, η υγεία σας. Είναι τόσο σημαντικά που και μόνο αυτά φτάνουν για να γεμίσουν τη ζωή σας.
Τα βοτσαλάκια είναι τα λιγότερο σημαντικά πράγματα, όπως η δουλειά σας, οι σπουδές σας, τα χρήματα και τα υλικά αγαθά. Γεμίζουν περισσότερο τη ζωή, αλλά αν τα βάλετε πρώτα μέσα στο βάζο δεν θα υπάρχει χώρος για τις πέτρες.
Η άμμος είναι τα μικροπράγματα που κάνουν τη ζωή ομορφότερη, το παιχνίδι, η διασκέδαση, τα μικροενδιαφέροντα μας. Κι αυτά γεμίζουν ακόμα περισσότερο τη ζωή μας, αλλά αν μπουν πρώτα στο βάζο, δεν θα υπάρχει χώρος ούτε για τις πέτρες, ούτε για τα βότσαλα.
Οι φοιτητές άκουγαν σιωπηλοί, ώσπου ένας εξ αυτών ρώτησε. Καλά όλα αυτά αλλά οι μπύρες?
Να θυμάστε, απάντησε ο καθηγητής, ότι όσο στριμωγμένοι κι αν είστε, όσο γεμάτη κι αν είναι η ζωή σας, ΠΑΝΤΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΧΩΡΟΣ ΓΙΑ ΔΥΟ ΜΠΥΡΙΤΣΕΣ.
Κάποιος καθηγητής μπαίνει στην αίθουσα του πανεπιστημίου που διδάσκει με ένα γυάλινο βάζο και μια κούτα. Αρχικά βγάζει από την κούτα μερικές πέτρες και τις αδειάζει στο βάζο μέχρι να το γεμίσει.
Είναι γεμάτο το βάζο? ρωτάει τους απορημένους φοιτητές του.
Ναι, ήταν η απάντηση.
Στη συνέχεια, χωρίς να μιλήσει πήρε από την κούτα μερικά βοτσαλάκια, τα πρόσθεσε στο βάζο και κουνωντας το άφησε τα μικρά βότσαλα να κυλήσουν ανάμεσα στις πέτρες, μέχρι να μη χωράνε άλλα.
Τώρα είναι γεμάτο? ξαναρώτησε.
Πάλι καταφατική η απάντηση, αλλά ο καθηγητής δεν είχε τελειώσει. Πήρε από την κούτα μια σακούλα με άμμο και άρχισε να την αδειάζει στο βάζο μεχρι να γεμίσουν όλα τα κενά ανάμεσα στις πέτρες και τα βότσαλα.
Τώρα, γέμισε το βάζο?
Ναι, ήταν πάλι η απάντηση.
Ο καθηγητής, χαμογελώντας, βγάζει από την κούτα δυο μπύρες και τις αδειάζει μέσα στο βάζο μέχρι να ξεχειλίσει, οπότε ρωτάει για τελευταία φορά. Τώρα το βάζο είναι γεμάτο?
ΝΑΙ!!!
Τώρα, λέει, θέλω να θεωρήσετε ότι αυτό το βάζο είναι η ζωή σας.
Οι πέτρες είναι τα σημαντικά πράγματα στη ζωή. Οι οικογένεια σας, ο σύντροφός σας, οι φίλοι σας, η υγεία σας. Είναι τόσο σημαντικά που και μόνο αυτά φτάνουν για να γεμίσουν τη ζωή σας.
Τα βοτσαλάκια είναι τα λιγότερο σημαντικά πράγματα, όπως η δουλειά σας, οι σπουδές σας, τα χρήματα και τα υλικά αγαθά. Γεμίζουν περισσότερο τη ζωή, αλλά αν τα βάλετε πρώτα μέσα στο βάζο δεν θα υπάρχει χώρος για τις πέτρες.
Η άμμος είναι τα μικροπράγματα που κάνουν τη ζωή ομορφότερη, το παιχνίδι, η διασκέδαση, τα μικροενδιαφέροντα μας. Κι αυτά γεμίζουν ακόμα περισσότερο τη ζωή μας, αλλά αν μπουν πρώτα στο βάζο, δεν θα υπάρχει χώρος ούτε για τις πέτρες, ούτε για τα βότσαλα.
Οι φοιτητές άκουγαν σιωπηλοί, ώσπου ένας εξ αυτών ρώτησε. Καλά όλα αυτά αλλά οι μπύρες?
Να θυμάστε, απάντησε ο καθηγητής, ότι όσο στριμωγμένοι κι αν είστε, όσο γεμάτη κι αν είναι η ζωή σας, ΠΑΝΤΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΧΩΡΟΣ ΓΙΑ ΔΥΟ ΜΠΥΡΙΤΣΕΣ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)